# Η Πάπισσα Ιωάννα

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27760/index.md

Κρότος βημάτων εις τον διάδρομον απέσπασε μετ’ ολίγον την Ιωάνναν των θλιβερών αυτής λογισμών, και ανοιχθείσης της θύρας, εισήλθεν η Ηγουμένη, κρατούσα εκ της χειρός αγένειον νεανίσκον, φέροντα το ένδυμα του Αγ. Βενεδίκτου, τους δε οφθαλμούς μετά σεμνότητος επί των σανδαλίων του προσηλούντα: «Ιωάννα», είπεν η προεστώσα, παρουσιάζουσα τον νέον μοναχόν εις την έκθαμβον ημών ηρωίδα, ««ο ηγούμενος της Φούλδας άγιος Ραβάνος ο Μαύρος, μέλλων ν' αποστείλη ιεροκήρυκας εις Θουρίγγην, ζητεί παρ’ εμού τας επιστολάς του Αγ. Παύλου, γεγραμμένας διά χρυσών γραμμάτων επί πολυτίμου μεμβράνης, ίνα διά της λάμψεως του χρυσού θαμβώση τα όμματα των απίστων, εμπνέων ούτω εις αυτούς περισσότερον σέβας προς τας αληθείας του Ευαγγελίου, ο νέος ούτος Βενεδικτίνος είναι ο πάτερ Φρουμέντιος, διαπρεπών ως και συ επί ευσεβεία και καλλιγραφία. Συνεργάσθητι μετ' αυτού, μέχρις ου εκτελεσθή η παραγγελία του αδελφού ημών Ραβάνου. Λάβε χρυσήν μελάνην· γραφίδας έχεις, τροφήν θέλω στέλλει υμίν εκ της ιδίας μου τραπέζης. Χαίρετε, τέκνα μου»». Ταύτα ειπούσα εξήλθεν η Αγ. Βλιθρούδη, κλείουσα όπισθεν αυτής την θύραν, ως οι χωρικοί εν Μολδαβία, οσάκις ο άρχων επισκέπτεται την καλύβην των. Αλλ' η Αγ. Βλιθρούδη ήτο εκ των εναρέτων εκείνων γυναικών, των οποίων ο νους αδυνατεί να υποθέση το κακόν. Αν έβλεπε διάκονον ασπαζόμενόν τινα των παρθένων του Μοναστηρίου, ήθελε πιστεύσει ότι πράττει τούτο, ίνα ευλογήση αυτήν{13}. Παιδιόθεν κατακοπείσα από της ευφλογίας αθώα μόνον φιλήματα είχε γνωρίσει, ουδ' ηδύνατο να πιστεύση ότι υπήρχον και άλλα εις τον κόσμον. Άλλως κατά τον αιώνα εκείνον οι οπαδοί του Αγ. Βενεδίκτου, άνδρες τε και γυναίκες, έζων εκκλησιαστική αδεία φύρδην μίγδην εν τοις μοναστηρίοις. Κατά τινας χρονογράφους αι σχέσεις αύται ήσαν αθώαι και άσπιλοι ως αι του ημετέρου Αγ. Αμούν, συγκατοικήσαντος δεκαοκτώ όλα έτη μετά της συζύγου του, ήτις απέθανε παρθένος• κατά τον Μουρατόρη όμως εκ της τοιαύτης επιμιξίας εγεννώντο πολλάκις σκάνδαλα και παιδία. Αλλά ταύτα ερρίπτοντο συνήθως εις το ρεύμα της Φούλδας. Ούτω εσώζετο η τιμή των Μοναστηρίων και επαχύνοντο οι ιχθύες.

Το νέον ζεύγος, άμα έμεινε μόνον, γνωρίζων πόσον πολύτιμος είναι ο χρόνος, ανύψωσε τας χειρίδας των ράσων και ήρξατο αμέσως της εργασίας, της αντιγραφής δηλ. των επιστολών του Αγίου Παύλου. Επί δεκαπέντε ημέρας ήρχετο ανά πάσαν πρωίαν ο νέος μοναχός εις το κελλίον της Ιωάννας, όπου συνεργάζετο μετ' αυτής μέχρι της εσπέρας. Αλλ' ο δεκαοκταέτης εκείνος νεανίας, ο ούτε την Γραφήν αναγνώσας ούτε του Αυγουστίνου τας εξομολογήσεις ούτε τον περί παρθενίας λόγον του Αγίου Βασιλείου ή άλλο ιερόν βιβλίον, ήτο ως εκ τούτου αγνός και άσπιλος ως η χιών, εφ' ης εκυλίετο ο Άγιος Φραγκίσκος, ίνα κατασιγάση τους πειρασμούς της σαρκός• ώστε η μεν αντιγραφή των επιστολών του Αγίου Παύλου προώδευε ταχέως, αι δε μετά της Ιωάννας σχέσεις αυτού έμενον στάσιμοι. Οσάκις η χειρ της ημετέρας ηρωίδος ήγγιζε την χείρα του ή αι κόμαι αυτών συνεπλέκοντο, ενώ έκυπτον επί της μεμβράνης, ησθάνετο την καρδίαν του πάλλουσαν ως κώδωνα φρουρίου εν ώρα κινδύνου, αλλ' ουδ' αυτός ηδύνατο να είπη, αν προς δεξιάν έπαλλεν ή προς αριστεράν. Η δε Ιωάννα, αναγνώσασα πολλάκις τον Ωριγένη, τον Χρυσόστομον και τους κανόνας του Νηστευτού, εγνώριζε τα πάντα θεωρητικώς· ηδύνατο μάλιστα και να συζητήση περί των τοιούτων, μεταχειριζομένη τας τεχνικάς εκείνας λέξεις, αίτινες εις μόνους τους ιατρούς, τας εταίρας και τους θεολόγους είναι γνωσταί. Αλλά μόνη μετ' ανδρός τότε πρώτην φοράν ευρίσκετο, η δε αμηχανία αυτής περί του πρακτέου ηύξανε καθ' εκάστην, ως η των Άγγλων περιηγητών, εν μέσω των νεκροπόλεων της Αιγύπτου, τας οποίας τόσον ακριβώς εσπούδασαν επί του χάρτου.

Η θέσις των δύο νεανίσκων κατήντα καθ' ημέραν μάλλον αφόρητος. Ούτε ο Φρουμέντιος εγνώριζε τι να ζητήση, ούτε η Ιωάννα τι πρώτον να προσφέρη.

Εν τούτοις η αντιγραφή επλησίαζεν εις το τέλος• μόνη υπελείπετο η προς Εβραίους επιστολή και έπειτα πικρός και αναπόφευκτος επήρχετο ο χωρισμός. Πολλάκις η Ιωάννα, ως άλλη Πηνελόπη, απέξεε την νύκτα όσα την προτεραίαν είχον γράψει. Ο σύντροφος αυτής ενόει το τέχνασμα, εμάντευε τον σκοπόν αυτού και ηρυθρία ή εξέπεμπε στεναγμούς, ικανούς να κινήσωσι τας πτέρυγας ανεμομύλου, αλλ' εις ταύτα μόνα περιωρίζετο, η δε ημέρα παρήρχετο, ως αι άλλαι, πλήρης πόθων ματαίων και ελπίδων διαψευδομένων. Αλλ' ούτε συ, αναγνώστα, ούτ' εγώ έχομεν τόσας ημέρας να χάσωμεν. Άλλως δε γράφων αληθή ιστορίαν δεν δύναμαι να μιμηθώ τους ποιητάς ή συγγραφείς εκείνους, οίτινες σωρεύοντες παλμούς, δάκρυα, ερυθήματα και άλλα πλατωνικά εφόδια ζευγνύουσιν ανά δύο τους μελίρρυτους στίχους των, ως οι γεωργοί εις το άροτρον τους βόας, ή τορνεύουσι περιόδους στρογγυλοτέρας των μαστών της Αφροδίτης. Ο μέγας Δάντης, ωνόμαζε τους τοιούτους μ α σ τ ρ ω π ο ύ ς, αλλ' εις εμέ ούτε το όνομα ούτε το επάγγελμα αρέσκει. Αφίνων λοιπόν αμφότερα ταύτα εις τον Πλάτωνα, τον Οβίδιον, τον Πετράρχην και τους γλυκαναλάτους οπαδούς των θέλω παριστά αείποτε την αλήθειαν γυμνήν και ακτένιστον, οία εκ του φρέατος εξήλθεν.

Οι δύο ερασταί είχον τελειώσει την αντιγραφήν της τελευταίας επιστολής του Αποστόλου, ο δε ήλιος, ον ο Γαλιλαίος δεν είχεν ακόμη καταδικάσει εις ακινησίαν, επέραινε την καθημερινήν αυτού περιστροφήν. Ήτον η ώρα καθ' ην οι βόες επιστρέφουσιν εις τον σταύλον, οι δε χριστιανοί ασπάζονται την Παρθένον διά του «Χ α ί - ρ ε Μ α ρ ί α». Ο κώδων είχε προσκαλέσει τας καλογραίας εις την εσπερινήν προσευχήν και ουδείς ήχος ηκούετο πλέον εις τους διαδρόμους του Μοναστηρίου. Η Ιωάννα εκάθητο πλησίον του παραθύρου φυλλολογούσα τόμον της Γραφής, ο δε Φρουμέντιος ητένιζεν εν εκστάσει προς την σύντροφον αυτού, ην ο δύων ήλιος, διερχόμενος, διά των ερυθρών υαλίων του κελλίου, περιέστεφε διά κύκλου ακτινοβόλου, ως οι Ρώσσοι ζωγράφοι τας κεφαλάς των Αγίων. Η ημετέρα ηρωίς δεκαεπταέτις τότε ούσα δεν ωμοίαζε τας λευκάς και αγγελομόρφους εκείνας παρθένους, τας οποίας δεν τολμά τις να εγγίση, φοβούμενος μη ανοίξωσι τα πτερά των, ουδ' ηδύνατο προς κάλυκα ρόδου να παραβληθή αλλά μάλλον προς το φυτόν εκείνο της θερμής Παλαιστίνης, το οποίον προσφέρει επί του αυτού κλάδου ού μόνον εύοσμα άνθη, αλλά και ορεκτικούς καρπούς εις τον πεινώντα οδοιπόρον. Η σκιά του κελλίου και η καλή τράπεζα της Μονής είχον στερεώσει τας σάρκας και απαλύνει το δέρμα της καλής Ιωάννας, η δε κόμη αυτής άπαξ μόνον ψαλιδισθείσα εκυμαίνετο πυκνότερα ή πρότερον επί των στρογγυλών ώμων, πάντα ταύτα ήσαν τη αληθεία οπωσούν ακτένιστα, απεριποίητα και ημελημένα, αλλά, κατά τον ποιητήν {14}, ο ύ τ ε ο κ α θ α ρ ό ς χ ρ υ σ ό ς έ χ ε ι α ν ά γ κ η ν χ ρ υ σ ώ σ ε ω ς, ο ύ τ ε τ ο ρ ό δ ο ν π ρ ο σ θ έ τ ο υ ε υ - ω δ ί α ς, ο ύ τ ε ο κ ρ ί ν ο ς ψ ι μ μ υ θ ί ο υ, ούτε δεκαεπταέτις, νομίζω, νεάνις μύρων και βοστρυχισμάτων. Ο Φρουμέντιος εξηκολούθει να σιωπά, η δε Ιωάννα να στρέφη φύλλα της Γραφής, οτέ μεν ψιθυριρίζουσα μεταξύ των οδόντων, οτέ δε εδάφιον τι αναγινώσκουσα μεγαλοφώνως. Αλλά μετ' ου πολύ έπαυσε να φυλλομετρή και διά φωνής μειλιχίου ως νέας Ινδής επαδούσης όφιν φαρμακερόν, ήρξατο ν' αναγινώσκη

_««Άσμα ασμάτων, ο έστι Σολομών. Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού. Αγαθοί οι μαστοί σον υπέρ οίνον και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου· διά ταύτα αι νεανίδες ηγάπησάν σε. Ιδού ει καλός αδελφιδός μου και ωραίος προς κλίνη ημών· σύσκιος ανάμεσον των μαστών μου αυλισθήσεται, Ελθέ, αδελφιδέ μου, εξέλθωμεν εις αγρόν· ευρούσα σε έξω φιλήσω σε· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοι. Στηρίξατέ με εν μύροις, στιβάσατέ με εν μήλοις, ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου. Κρατερά ως θάνατος αγάπη· ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν»»._ Ταύτα ήκουεν ο Φρουμέντιος και μη γνωρίζων ότι τα μήλα, οι μαστοί και τα φιλήματα, εκείνα ήσαν προφητικαί αλληγορίαι εικονίζουσαι την μέλλουσαν του Σωτήρος προς την Εκκλησίαν αυτού αγάπην, ησθάνετο ως άλλος Ιώβ τας σάρκας και τας τρίχας του φρισσούσας υπό της επιθυμίας. Ανά έκαστον στίχον της ουρανίας εκείνης επωδής επλησίαζεν έν βήμα προς την αναγνώστριαν, κατά δε το τελευταίον εδάφιον ευρίσκετο προ αυτής γονυπετής. Η Ιωάννα ανήγειρε τότε την κεφαλήν από του βιβλίου και τα βλέμματα αντικρύσθησαν των δυο εραστών. Όποτε ευρίσκεται τις εις το χείλος κρημνού (και τοιαύτη, νομίζω, ήτο η θέσις της ημετέρας ηρωίδος) πρέπει, λέγουσι, να κλείη τους οφθαλμούς, ει δε μή, ζαλίζεται και πίπτει, αλλ’ εκείνη δεν έκλεισε τους οφθαλμούς, ώστε έπεσε . . .. το βιβλίον εκ της χειρός της και

Quel giorno piừ non vi leggero avanti {15}

Ο αντιπρόσωπος της Πρωσσίας κατά την μετά τον Κριμαϊκόν πόλεμον ειρήνην εζήτει πτερόν αετού, ίνα υπογράψη το όνομα και τους τίτλους του εις την συνθήκην· εγώ δε εκ της πτέρυγος του Έρωτος επεθύμουν να έχω ως κάλαμον πτερόν, ίνα δι' αυτού περιγράψω του νέου ζεύγους την εφήμερον ευδαιμονίαν. Μοναξία, ησυχία, άφθονος τροφή, έαρος πνοαί, ουδέν έλειπεν αυτοίς εξ όσων καθιστώσιν ευδαίμονας τους εραστάς. Η Ιωάννα απαλλαγείσα χάριν της αντιγραφής από των όρθρων, των αναγνώσεων, προσκυνήσεων και άλλων μοναστικών αγγαρειών, ηδύνατο από πρωίας μέχρι νυκτός να μένη μετά του συντρόφου της. Αλλά καίτοι μεσούντος του Ιουνίου, πάλιν σύντομοι εφαίνοντο αι ημέραι εις τα ακόρεστα των νεανίσκοι χείλη. Πολλάκις κατά την ώραν του εσπερινού, καθήμενοι πλησίον του ανοικτού παραθύρου, ενώ οι κώδωνες αντηχούν πενθίμως, ως ει εθρήνουν την θνήσκουσαν ημέραν, εστέναζον κακείνοι και, ως ο Ιησούς του Ναυή, έλεγον· «Σ τ ή θ ι» τω ηλίω· αλλ' ούτος μεν επορεύετο να φωτίση τους αντίποδας, οι δε ερασταί απεχωρίζοντο περιμένοντες την επιούσαν.

Δέκα ακόμη ημέρας διήλθον εντός του στενού εκείνου κελλίου, γράφοντες, διαλεγόμενοι, φιλούμενοι και άλλο ελάττωμα μη ευρίσκοντες εις τον καιρόν, όστις ήτο ωραίος, ειμή μόνον ότι έφευγε ταχύς. Αλλά τέλος ανέτειλεν η αποφράς του χωρισμού ημέρα. Η αντιγραφή του αγίου Παύλου είχε τελειώσει προ πολλού, ο δε ηγούμενος έπεμπεν εις τον Φρουμέντιον ημίονον και ρητήν διαταγήν να επιστρέψη εις την μάνδραν. Ο δυστυχής νεανίσκος καταρώμενος τους όρκους του, τον προεστώτα και τους αγίους πάντας υπήγε να αποχαιρετήση την φίλην του, κρατών εις τας χείρας του την οδοιπορικήν βακτηρίαν, αλλά τα δάκρυα αυτού δεν ηδύνατο να κράτηση. Η Ιωάννα δεν έκλαιε, διότι τινές των συντρόφων της ήσαν παρούσαι, αι δε γυναίκες, όσω ευαίσθητοι και αν είναι, κλαίουσι μόνον οσάκις και όπου πρέπει. Παράδειγμα τούτου έστωσαν αι ευπαθείς εκείναι Αγγλίδες, αίτινες πορευόμεναι ν' ακούσωσι την Ριστόρη σημείουσιν εις το περιθώριον της Μ ύ ρ ρ α ς και Μ η - δ ε ί α ς, πού πρέπει να δακρύσωσιν.

Αλλ’ άμα έμεινε και πάλιν μόνη η Ιωάννα, ησθάνθη το βάρος εκείνο εις τον στόμαχον, όπερ καταλαμβάνει ημάς, αφού πολυφαγήσωμεν ή χάσωμεν μητέρα, ερωμένην, περιουσίαν ή άλλο τι δυσαναπλήρωτον από μιας εις άλλην ημέραν. Κατά τον γέροντα Πλούταρχον του αληθούς έρωτος ουδέ την σκιάν γνωρίζουσιν αι γυναίκες. Εγώ δε φρονώ ότι ούτος είναι παρ' αυταίς συμπτωματική τις νόσος, μόνην αιτίαν έχουσα την πλήξιν και την μοναξίαν. Αι γυναίκες του κόσμου από ενός εις άλλου ανδρός την αγκάλην μεταβαίνουσαι καθ΄ εσπέραν (εις τον χορόν εννοώ) ούτε να στενάζωσιν έχουσι καιρόν ούτε ν' αγαπήσωσιν άλλο τι πλην του ριπιδίου των. Ομοιάζουσι τον όνον εκείνον, όστις έμεινε νήστις εν μέσω τεσσάρων σορών τριφυλλίου, μη γνωρίζων ποίον πρώτον να προτιμήση. Πιθανόν ν' απατώμαι, αλλ' όσας ερωτολήπτους εγνώρισα, ήσαν ή κατάκλειστοι κορασίδες, φρουρούμεναι υπό άγρυπνων γονέων ως τα μήλα των Εσπερίδων, ή ώριμοι δέσποιναι, αριθμούσαι ήδη περισσότερα έτη ή θαυμαστάς. Η αθυμία της πτωχής Ιωάννας μόνης μεταξύ των τεσσάρων εκείνων τοίχων, όπου χθες ακόμη αντήχουν τοσούτοι ερωτικοί όρκοι και φιλήματα ηύξανε καθ’ ημέραν. Ο Άγιος Αυγουστίνος, οσάκις εμελαγχόλει, ε κ υ λ ί ε τ ο ε ι ς τ ο ν β ό ρ β ο ρ ο ν ως εις εύοσμον λουτρόν, η Αγία Γενοβέφα εδάκρυε μέχρις ου ηναγκάζετο ν' αλλάξη υποκάμισον, ο άγιος Φραγκίσκος ενηγκαλίζετο χιονοσκεπή αγάλματα, η αγία Λιμπανία έσχιζε τας σάρκας της διά σιδηρού κτενίου και η Αγία Λιουτβίργη κατέπινε βελόνας. Η δε ημετέρα ηρωίς, φρονιμωτέρα πάντων τούτων, κατέκειτο εις γωνίαν τινά του κελλίου της και δι' ανεμιστηρίου εκ πτερών περιστεράς (των μόνων θεμιτών εν τοις Μοναστηρίοις) επειράτο να διώξη τας μυίας και τους οχληρούς λογισμούς. Η θερμότης του Ιουνίου καθίστα έτι καυστικωτέραν την λύπην της, αι δε ημέραι εφαίνοντο αύτη μακρότεραι της ζωής γέροντος θείου εις τους κληρονόμους. Κατά τους παροξυσμούς της απελπισίας της κατέφευγεν ενίοτε, ίνα απομακρύνη τα περικυκλούντα αυτήν οχληρά φαντάσματα, εις των Συναξαρίων τας ευσεβείς συνταγάς, οτέ μεν μαστιγουμένη διά της ζώνης, οτέ δε βρέχουσα τας σινδόνας της διά παγετώδους ύδατος ή ζητούσα να πνίξη την λύπην αυτής εις τον οίνον κατά την συμβουλήν του Εκκλησιαστού {16}. Αλλά πάντα τα θαυματουργά ταύτα αντιφάρμακα, και αυτό ακόμη το αγνόχορτον {17}, του οποίου μόνη η οσμή ήρκει, κατά τους αγιογράφους ίνα αποδιώξη πάντα πειρασμόν, ουδέν ίσχυον κατά της πικρίας του χωρισμού.

Ο καιρός, λέγουσι, θεραπεύει πάσας τας πληγάς• αλλ' ουχί, νομίζω, τον έρωτα και την πείναν. Απ' εναντίας όσω περισσότερον μένη τις σώφρων ή νήστις, τοσούτω η όρεξις αυτού αυξάνει, μέχρις ου καταντήση να φάγη τα υποδήματά του ως οι στρατιώται του Ναπολέοντος εν Ρωσσία, ή να αγαπήση τας αίγας του, ως οι ποιμένες των Πυρηναίων. Εις τοιαύτην περίπου κατάστασιν ευρίσκετο και η ημετέρα ηρωίς, ότε εσπέραν τινά, ενώ εκάθητο παρά το χείλος του ιχθυοτροφείου μοιράζουσα μελαγχολικώς το δείπνον της εις τους κυπρίνους, επλησίασεν αυτήν μυστηριωδώς ο κηπουρός της Μονής, και στρέψας κύκλω ανήσυχα βλέμματα, ενεχείρισεν αυτή μυστηριωδώς επιστολήν γεγραμμένην διά πορφυράς μελάνης επί λεπτού δερματος Θνησιγενούς αρνίου. Η Ιωάννα αναπτύξασα αυτήν, εν μέσω άνθινων στεφάνων, καρδιών τετρωμένων, ασπαζομένων περιστερών, φλεγουσών λαμπάδων και άλλων περιπαθών συμβόλων, δι’ ων οι τότε ερασταί εκόσμουν τας επιστολάς των, ως παρ’ ημίν οι θαλασσινοί τους βραχίονας και τας κνήμας των, ανέγνωσε τα εξής:

Φρουμέντιος τη αδελφή αυτού Ιωάννα χαίρειν εν Υψίστω.

««Ως η έλαφος επιποθεί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και η ψυχή μου εδίψησε προς σε, αδελφή μου {18}. Θρήνος κατέλαβε με και ύδωρ ρέουσι τα βλέφαρά μου {19}. Τα δάκρυα είναι η τροφή της ημέρας και των νυκτών μου ο ύπνος {20}. Ο πεινών ονειρεύεται άρτους, καγώ σε είδον καθ’ ύπνους, Ιωάννα {21} αλλ' εξύπνησα και δεν σε εύρον πλησίον μου. Αναβάς τότε τον όνον μου τον μαύρον ήλθον εις το σκήνωμά σου το άγιον. Παρά τον τάφον της Αγίας Βόμμας σε περιμένω. Ελθέ, περιστερά μου, εκλεκτή ως ο ήλιος {22}, ελθέ διά των ακτίνων σου να επισκιάσης την σελήνην.»»

Τοιαύτη ήτο η επιστολή του Φρουμεντίου. Σήμερον γράφοντες προς γυναίκα κλέπτομεν τον Φόσκολον και την Σάνδην, οι δε τότε ερασταί αντέγραφον τους Ψαλμούς και τους Προφήτας, ώστε αι επιστολαί αυτών ήσαν φλογεραί ως τα χείλη της Σουναμίτιδος και η άμμος της ερήμου.

Περί την πέμπτην ώραν της νυκτός, ότε ο κώδων προσεκάλεσε τας παρθένους εις τον όρθρον, η Ιωάννα κρατούσα διά της δεξιάς χειρός τα σανδάλια, διά δε της αριστεράς την καρδίαν της, ίνα κατασιγάση τους παλμούς αυτής κατέβη την κλίμακα του κοινοβίου, ολισθαίνουσα σιωπηλώς ως όφις επί της χλόης. Η σελήνη, η πιστή αύτη λαμπάς των λαθρεμπόρων και των μοιχαλίδων, ην οι ποιηταί ωνόμασαν αγνήν κατ' ευφημισμόν, ως και σεμνάς τας Εριννύας, ανατείλασα οσονούπω όπισθεν των επάλξεων της Μονής εφώτισε την πορείαν της δραπέτιδος ηρωίδος, ήτις έσπευδεν εις την συνέντευξιν, ασπλάγχνως καταπατούσα τα σέλινα και τα πράσα του μοναστικού κήπου. Αφού επί ημίσειαν περίπου ώραν εβάδισεν ούτω, έφθασε τέλος εις το νεκροταφείον, σκιαζόμενον υπό κυπαρίσσων και σμιλάκων, τοσούτω πυκνών, ώστε ούτε του ανέμου η πνοή ούτε του ηλίου αι ακτίνες ηδύναντο να εισδύσωσιν εις το σκυθρωπόν εκείνο εστιατόριον των σκωλήκων. Ο Φρουμέντιος είχε δέσει τον όνον του εις κλάδον δένδρου, επισκιάζοντος το μνήμα της Αγίας Βόμμας, επί του οποίου εκάθητο ανυψών εις την άκραν βακτηρίας κεράτινον φανάριον, ίνα χρησιμεύση ως φάρος εις την φιλτάτην του. Άμα δε είδε την Ιωάνναν προβαίνουσαν μετά δειλίας μεταξύ των τάφων, ώρμησε προς αυτήν ως Καπουκίνος προς χοιρομήριον κατά το τέλος της Τεσσαρακοστής. Αλλ' ο τόπος δεν ήτο κατάλληλος διά τοιαύτας φιλοφρονήσεις• διό κρεμάσας το φανάριον εις τον τράχηλον του όνου και επί των νώτων αυτού αναβάς μετά της Ιωάννας έσπευσε ν' απομακρυνθή των νεκρωσίμων εκείνων σκιών. Το δυστυχές ζώον, κύπτον υπό διπλούν φορτίον, αλλά και υπό τεσσάρων ενθαρρυνόμενον πτερνών, έκλινε τα μακρά του ώτα και ήρξατο να τρέχη, εκπέμπον εν είδει διαμαρτυρήσεως ογκηθμούς τοσούτω ηχηρούς, ώστε (κατ’ αξιόπιστον συναξαριστήν) πολλαί των κεκοιμημένων παρθένων, νομίσασαι ότι ήχησεν η σάλπιγξ της Κρίσεως, εξήγαγον τας φαλακράς κεφαλάς εκ των μνημείων.

Η Ιωάννα έχουσα ζώνην τους βραχίονας και στήριγμα τα στήθη του καλού Φρουμεντίου ανέπνεε μετ' απεριγράπτου αγαλλιάσεως τον αέρα των αγρών. Το νέον ζεύγος, υπερβάν το δάσος έτρεχεν ήδη επί ανοικτού πεδίου φυτευμένου διά κριθής και κυάμων. Ανατείλαντος δε μετ' ου πολύ του ηλίου, ο νέος μοναχός, ίνα προφυλάξη την σύντροφόν του από των θερινών ακτίνων, ηνάγκασε διά θαυματουργού επικλήσεως μεγάλον τινά αετόν να απλώση τας πτέρυγας υπεράνω της κεφαλής της, παρακολουθών εν τη πτήσει του το βήμα του όνου. Τοιαύτα θαύματα κατώρθουν οι τότε χριστιανοί, των οποίων η καρδία ήτο απλή, η πίστις ακμαία και αι προσευχαί παντοδύναμοι παρά τη Παναγία· ενώ σήμερον οι πολυμαθείς, αλλ' ολιγόπιστοι σοφοί του αιώνος, οι κρατούντες διαβήτην και μικροσκόπιον αντί σταυρού και κομβολογίου, γνωρίζουσι μεν πόσα πτερά έχει η ουρά εκάστου πτηνού και πόσους σπόρους περικλείει ο κάλυξ των ανθέων, αλλ' ούτε αετούς δύνανται δι' ενός νεύματος να εξημερώσωσιν ούτε τας ακάνθας να μεταβάλωσιν εις κρίνους δι’ ενός δακρύου. Πλην δε τούτου υβρίζονται και υπό του πανοσιωτάτου Αββά Κρελιέρου, όστις ονομάζων αυτούς ειδωλολάτρας, διότι διατηρούσιν εν τω χριστιανικώ ουρανώ τον Ερμήν και την Αφροδίτην {23} και αθέους, διότι αλλάσσουσι τα ονόματα των φυτών, ανακράζει ως άλλος Ιερεμίας « Ανάθεμα! Ανάθεμα! και πάλιν ανάθεμα εις την πρόοδον και την επιστήμην ».

Μετά τετράωρον δρόμον εσταμάτησαν οι δραπέται, ίνα αναπαυθώσι πλησίον μικράς τίνος λίμνης, παρά το χείλος της οποίας υψούτο προτού γιγαντιαίον άγαλμα του Ιρμινσούλ. Το είδωλον τούτο είχε κρημνίσει ο Άγιος Βονιφάτιος δι' ενός φυσήματος εις το βάθος της λίμνης• αλλ' οι αρχαίοι αυτού λάτρεις, καίτοι γενόμενοι χριστιανοί, διετήρουν εν τοις μυχοίς της καρδίας λείψανά τινα αφοσιώσεως προς τον αποπνιγέντα αυτών προστάτην, εις ον εξηκολούθουν να προσφέρωσι δώρα, ρίπτοντες κατ' έτος εις το ύδωρ πλακούντας, λαμπάδας, μελόπητας και τυρία προς μεγίστην χαράν των ιχθύων, οίτινες διά των προσφορών εκείνων είχον γείνει παχείς ως ιερείς της Συρίας θεού. Ο Φρουμέντιος καταγόμενος μητρόθεν εκ των ηρωικών συναγωνιστών του Βιτικίνδου, ήτο κατά την δεισιδαιμονίαν γνήσιον τέκνον της Σαξωνίας, η δε Ιωάννα, καίτοι δεινή θεολόγος, εχαρίζετο ως ο Σωκράτης εις τας προλήψεις των συγχρόνων. Οι πλείστοι χριστιανοί της εποχής εκείνης, αμφιρρέποντες εισέτι μεταξύ του Χριστού και των ειδώλων ωμοίαζον την εν Χίω ευλαβή εκείνην γραίαν, ήτις καθ' εκάστην ανήπτε κηρίον προ της εικόνος του Αγίου Γεωργίου και έτερον προ της του Διαβόλου, λέγουσα ότι καλόν είναι να έχη τις φίλους πανταχού.

Οι δύο λοιπόν ερασταί, γονυπετήσαντες παρά την όχθην της λίμνης παρέθεσαν εις τον Ιρμινσούλ τα λείψανα του προγεύματος, τρίχας της κεφαλής και ολίγας τινάς αναμεμιγμένας του αίματος αυτών σταγόνας, καθιστώντες διά της σπονδής ταύτης την ένωσιν αυτών αιωνίαν και αδιάρρηκτον ως την του Δουκός της Ενετίας μετά της θαλάσσης. Μετά δε την τελετήν εξήγαγεν ο Φρουμέντιος εκ του δισακκίου ανδρικήν στολήν καλογήρου, την οποίαν παρεκάλεσε την φίλην του να ενδυθή, ίνα γείνη δεκτή ως νεοφώτιστος εις την Μονήν της Φούλδας. Ούτω, προσέθηκεν ερυθριών ο νεανίσκος, «θέλομεν κατοικεί ανενοχλήτως εις το αυτό κελλίον, τρώγοντες εις το αυτό πινάκιον και βυθίζοντες τον κάλαμον εις το αυτό μελανοδοχείον, ενώ, αν σ' εννοήσωσι γυναίκα, θέλουσι σε κλείσει οι προεστώτες μετά των άλλων κατηχουμένων εις τον γυναικώνα, όπου μόνον εκείνοι έχουσι την άδειαν να εισέρχωνται, εγώ δε θέλω αποθάνει εις την φλιάν εκ της απελπισίας.»

Η Ιωάννα απεποιείτο ως έργον ασεβές την μεταμφίεσιν, αντιτάσσουσα εις του εραστού τας παρακλήσεις το ρητόν της Γραφής «ο υ κ έ - σ τ α ι σ κ ε ύ η α ν δ ρ ό ς ε π ί γ υ ν α ι κ ί, ο ύ δ' ε ν - δ ύ σ σ ε τ α ι α ν ή ρ σ τ ο λ ή ν γ υ ν α ι κ ε ί α ν»• αλλ' εκείνος επέμενε, και εις το εδάφιον του Δευτερονομίου αντέταττε την γνώμην του Ωριγένους, καθ' ον αι γυναίκες θέλουσι μεταμορφωθή εις άνδρας κατά την ημέραν της Κρίσεως. Αποκριθείσης δε της Ιωάννας ότι ο Ωριγένης ήτο αιρετικός και πλην τούτου ευνούχος, ενεθύμισεν αύτη ο νεανίσκος το παράδειγμα της Αγ. Θέκλας, αδελφής του Αποστόλου Παύλου, και πλην ταύτης την Αγ. Μαργαρίταν, την Αγ. Ευγενίαν, την Αγ. Ματρώναν{24} και τόσας άλλας αγίας, αίτινες κρύψασαι υπό ανδρικόν ράσον το σώμα αυτών, το λευκόν ως πτέρυγα αγγέλου, απέκτησαν την αγιότητα, συζήσασαι μετά καλογήρων. Η νεότης, το κάλλος και η περιπάθεια ήσαν επιχειρήματα καθιστώντα ακαταμάχητον την ευγλωττίαν του νέου κατηχητού, ώστε η Ιωάννα καταπατήσασα μετ' ου πολύ υπό τους μικρούς πόδας της τα τε παραγγέλματα του Μωϋσέως και την γυναικείαν αυτής στολήν, ενεδύθη το ράσον και υπεδέθη τα σανδάλια εκείνα, άτινα έμελλε μετά τινα έτη να τείνη προς ασπασμόν εις τους μεγάλους της γης, περί τον θρόνον της γονυπετούντας. Αφού ετελείωσεν η μεταμόρφωσις, ωδήγησεν αυτήν ο Φρουμέντιος εις το χείλος της λίμνης, ίνα κατοπτρισθή. Ουδέποτε είχε σφίγξει σχοινίον την οσφύν ερασμιωτέρου καλογήρου, το δε πρόσωπον αυτής έλαμπεν υπό το μοναχικόν κουκούλιον ως μαργαρίτης εντός του οστράκου. Ο Φρουμέντιος δεν ηδύνατο να κορεσθή θαυμάζων τον αδελφόν του Ιωάννην, προ του οποίου γονυπετήσας ως εν εκστάσει ήρξατο να ανυμνή την καλλονήν αυτού διά τινος των μυστικοανατομικών εκείνων ύμνων, δι' ων οι καλόγηροι της εποχής εκείνης εξεθείαζον ανά έν τα μέλη της Παναγίας, τας τρίχας, τας παρειάς, τους μαστούς, την γαστέρα, τας κνήμας και τους πόδας, ως οι ιπποκάπηλοι τα κάλλη των ίππων των και ο κύριος Π. Σούτζος τα των ηρωίδων του.

