# Η Πάπισσα Ιωάννα

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27760/index.md

Η Ιωάννα, ήτις εν τη ανυπομονησία αύτης ουδέ περί της οδού εφρόντισεν ακριβώς να ερωτήση, εν όσω μεν ο δρόμος ηνοίγετο ευθύς ενώπιον της έτρεχεν ως διωκόμενη έλαφος· αλλά περιπλεχθείσα μετ' ου πολύ εις στενάς ατραπούς και αδιέξοδα μονοπάτια κατέπεσε τέλος ως η Δήμητρα παρά το χείλος φρέατος, ίνα πίη και σκεφθή υπέρ του πρακτέου. Εν τούτοις η νυξ εξηπλούτο ασέληνος και ζοφερά επί του δάσους, εις δε το σκότος εκείνο εσπινθήριζον απαισίως μεταξύ των φύλλων τα όμματα των γλαυκών και των λύκων. Η δύστηνος νεάνις μόνη εν τη φοβερά εκείνη ερήμω, ότε μεν συνεστέλλετο ακινητούσα παρά την ρίζαν γηραιάς δρυός, οτέ δε νέας δυνάμεις αντλούσα εκ φόβου έτρεχεν ως φάσμα νυκτερινόν μεταξύ των δένδρων. Ούτω πλανωμένη διέκρινε τέλος εις το πυκνότερον μέρος του δάσους αμυδρόν τι φως, προς ό κατηύθυνε τον κλονούμενον πόδα της, ελπίζουσα να εύρη εκεί φιλόξενον ασκητήριον ερημίτου. Αλλ’ αντί τούτου εύρε μόνον ξύλινον αγαλμάτιον της Θεοτόκου, εναποτεθειμένον εις κοίλωμα δένδρου, από το οποίον έκαιε μία των θαυμασίων εκείνων λυχνιών, ων το έλαιον ουδέποτε εξηντλείτο κατά τους τότε αγιογράφους ή κατ' άλλους ανενεούτο καθ’ εκάστην από των αγγέλων. Προ του, αγάλματος τούτου καταπεσούσα η Ιωάννα ηυχήθη εις την Παρθένον, ζητούσα προστασίαν και οδηγόν, ίνα εξέλθη του λαβυρίνθου. Αι ευχαί εισηκούσθησαν· τριπλοί όνων ογκηθμοί απεκρίθησαν εις της νεανίδος τας δεήσεις και μετ' ου πολύ εφάνησαν και τα ζώα, κύπτοντα από το βάρος τριών πολυσάρκων καλογήρων· είπετο δε και τέταρτος όνος σύρων μονότροχον άμαξαν, εφ' ης εφαίνοντο δύο επιμήκη κιβώτια, ευσεβώς δι' αργυροκεντήτου υφάσματος κεκαλυμμένα. Οι τρεις ονοβάται ήσαν πατρώοι της Ιωάννας φίλοι, οι πανοσιώτατοι Ραλήγος, Ληγούνος και Ρεγιβάλδος, μετακομίζοντες εις Μουλιγχείμην{9} τα σώματα των αγίων Μαρτύρων Πέτρου και Μαρκελλίνου, μεταξύ των οποίων έλαβε την άδειαν να καθήση η ημετέρα ηρωίς επί της αγιοφόρου αμάξης. Οι καλοί ούτοι πατέρες, αφού έμαθον τα περί της Ιωάννας, διηγήθησαν έπειτα αυτή ότι κατά διαταγήν του ηγουμένου αυτών Εγινάρδου μετέβησαν εις Ρώμην, ίνα αγοράσωσιν άγια λείψανα, αλλά μη δυνηθέντες να συμφωνήσωσι περί της τιμής εισήλθον την νύκτα, οδηγούμενοι υπό αγγέλου κρατούντος φανάριον, εις την υπόγειον εκκλησίαν του αγίου Τιβουρκίου και ανοίξαντες τους τάφους των εκεί αναπαυομένων αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου έκλεψαν τα οστά αυτών, άτινα διά μυρίων κινδύνων και κόπων κατώρθωσαν να μετακομίσουν εις Γερμανίαν. Οι εκταφέντες ούτοι Άγιοι εφαίνοντο εν αρχή δυσανασχετούντες ότι εταράχθη η ησυχία των· γοεροί στεναγμοί εξήρχοντο εκ των φερέτρων και άφθονον αίμα απέσταζεν εξ αυτών καθ εκάστην, βαθμηδόν όμως υπετάγησαν εις την νέαν τύχην των, και αναλαβόντες τας παλαιάς αυτών έξεις εθαυματούργουν, θεραπεύοντες χωλούς, τυφλούς και παραλυτικούς, διώκοντες τους πονηρούς δαίμονας και μεταβάλλοντες τον ζύθον εις οίνον, τους κόρακας εις περιστεράς και τους ειδωλολάτρας εις χριστιανούς. Τοιαύτα και άλλα πολλά διηγούντο οι πανοσιώτατοι τη Ιωάννα επαινούντες τα θαύματα των αγίων των ως οι κίναιδοι τα της Συρίας θεάς· αλλ’ αύτη εναύλους έτι έχουσα εις τα ώτα τας χρυσάς υποσχέσεις της αγίας Λιόββας ολίγον προσείχεν εις των συνοιδοιπόρων τα συναξάρια, δις δε και τρις χασμηθείσα απεκοιμήθη τέλος μεταξύ των αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου. Το ίδιον φοβούμενοι μη έπαθες και συ, αναγνώστρια, παραπέμπομεν εις το επόμενον κεφάλαιον την εξακολούθησιν της φιλαλήθους ημών ιστορίας.

ΜΕΡΟΣ Β'.

«Regrettez vous le temps oừ nos vieilles romances Ouvraient leurs ailes d’or vers un monde enchanté, Oừ tous nos monuments et toutes nos croyances Portaient le manteau blanc de leur virginité?> (Musset, R o l l a).

Έτυχέ ποτέ, αναγνώστα μου, αφού διήλθες την ημέραν αναγινώσκων μυθιστόρημά τι του μεσαιώνος, τα Κ α τ ο ρ θ ώ μ α τ α τ ο υ β α σ ι λ έ ω ς Α ρ θ ο ύ ρ ο υ ή τ ο υ ς Έ ρ ω τ α ς τ ο υ Λ α γ κ ε λ ό τ ο υ κ α ι της Γ ι ν έ β ρ α ς, ν’ αφήσης το βιβλίον να καταπέση και συγκρίνων την τότε εποχήν προς την παρούσαν να ποθήσης τους χρυσούς εκείνους χρόνους, ότε η ευσέβεια, ο πατριωτισμός και ο αγνός έρως επεκράτουν επί της οικουμένης; Ότε καρδίαι πισταί έπαλλον υπό θώρακας σιδηρούς και χείλη ευσεβή ησπάζοντο τους πόδας του Εσταυρωμένου; ότε αι βασίλισσαι, ύφαινον τους χιτώνας των συζύγων, αι δε παρθένοι έμενον έτη ολόκληρα εις τα δώματα των φρουρίων περιμένουσαι την επιστροφήν του μνηστήρος; ότε ο κλεινός Ρολάνδος απεσύρετο εις σπήλαιον αντικρύ του περικλείοντος την ερωμένην του Μοναστηρίου και εδαπάνα τριάκοντα έτη θεωρών το φως του παραθύρου της; Πολλάκις εκ τοιούτων αναμνήσεων εκυκλοφόρησε θερμότερον το αίμα και υγράνθησαν οι οφθαλμοί μου. Αλλ' ότε αφήσας τους ραψωδούς εζήτησα την αλήθειαν υπό την κόνιν των αιώνων, εις τα Χρονικά των συγχρόνων τους νόμους των βασιλέων, τα Π ρ α κ τ ι κ ά των συνόδων και τα διατάγματα των Παπών, ότε αντί του Ερσάρτου ανείλιξα τον Βαρόνιον και Μουρατόρην και είδον γυμνόν ενώπιον μου τον μεσαίωνα, εθρήνησα τότε ουχί ότι παρήλθον, αλλ' ότι ουδέποτε ανέτειλαν επί της οικουμένης της πίστεως και του ηρωισμού αι χρυσαί εκείναι ημέραι.

Αφήκαμεν την Ιωάνναν συνοδοιπορούσαν μετά δύο Αγίων, τριών μοναχών και τεσσάρων όνων. Ο δρόμος ήτο σκοτεινός και ανώμαλος ως το ύφος της Νέας Σχολής, ώστε άνθρωποι και ζώα απέκαμον μετά δίωρον πορείαν διά των δυσβάτων εκείνων ατραπών, ότε δε διέκριναν μακρόθεν επί της κορυφής λόφου το ερυθρόν φανάριον ξενοδοχείου, ετράπησαν προς το σωτήριον εκείνο φως, ως οι μάγοι προς τον υποδεικνύοντα την φάτνην του Σωτήρος αστέρα.

Από των χρόνων του Τακίτου μέχρι των καθ' ημάς η πολυφαγία και η πολυποσία είναι το θανάσιμον αμάρτημα των Γερμανών· αλλ' οι μεν φιλόξενοι κάτοικοι της πάλαι Γερμανίας εμέθυον εν ταις καλύβας των, προσφαίροντες δείπνον και στέγην εις τον κεκμηκότα οδοιπόρον, οι δε καλόγηροι του μεσαιώνος, αφού ο Άγ. Βενέδικτος αντικατέστησε τον οίνον διά του ζύθου επί της τραπέζης των κοινοβίων, έζων εν τοις καπηλείοις ως οι αρχαίοι Έλληνες εις την αγοράν. Μάτην αι Σύνοδοι και ο Πάπας Λέων ανεθεμάτιζον τους πωλούντας και πίνοντας τον οίνον και μάτην οι φιλόξενοι ερημίται εθεμελίουν ασκητήρια εις τας λεωφόρους και τα δάση, προσφέροντες τω οδοιπόρω άμισθον φιλοξενίαν, πράσινα χόρτα, ίνα φάγη και χόρτα ξηρά ίνα κοιμηθή. Οι περιηγούμενοι ιερείς εισήρχοντο μεν ενίοτε εις τα κελλία των ασκητών, όταν ο καιρός ήτο κακός, αλλ' άμα έπαυεν η βροχή, έτρεχον εις το πλησιέστερον καπηλείον. Σήμερον τα ξενοδοχεία είναι συστημένα χάριν των περιηγητών, κατά δε τον μεσαιώνα πολλοί μοναχοί εγίνοντο περιηγηταί χάριν των ξενοδοχείων.

Οι τρεις π α ν ο σ ι ώ τ α τ ο ι, αφού ετοποθέτησαν τους όνους εις τον σταύλον, τα λείψανα των αγίων επί της κλίνης του ξενοδόχου και εαυτούς προ της εστίας, διότι νύκτες θεριναί δεν υπάρχουσιν εις τον τόπον εκείνον, ήνοιξαν τους ρώθωνας, ίνα οσφρανθώσι την κνίσσαν του μαγειρείου. Παχεία χην εστρέφετο υπεράνω σπινθηριζούσης ανθρακιάς και ετέρα έβραζεν εντός καλού οίνου της Ιγκελχείμης. Η θέα του οβελού και το άσμα της χύτρας ηύφραναν την καρδίαν των καλών πατέρων, οίτινες καθήσαντες μετ' ου πολύ περί μαρμαρίνην τράπεζαν ηκόνιζον ήδη τας μαχαίρας και τους οδόντας ίνα σπαράξωσι την λείαν, ότε αίφνης οχληρά ανάμνησις ήπλωσε μέλαν νέφος επί της φαιδράς όψεως των δαιτυμόνων. «Παρασκευή!» είπεν ο Ραλήγος, απωθών το πινάκιον «Παρασκευή!» απεκρίθη ο Ληγούνος καταθέτων την περόνην· «Παρασκευή!» ανέκραξεν ο Ρεγιβάλδος, κλείων το πλατύ του στόμα, και πάντες εθεώρουν τας χήνας ως ο Αδάμ τον απολωλότα παράδεισον, τρώγοντες αντ' αυτών τους όνυχας εκ της απελπισίας. Οι τότε άνθρωποι ήσαν μεν διεφθαρμένοι, μέθυσοι, ασελγείς και απατεώνες, αλλά δεν είχον ακόμη καταντήσει ως οι σημερινοί να τρώγωσι κρέας κατά τας νηστησίμους ημέρας, εις τον τότε παράδεισον υπήρχον, ως εις τον Όλυμπον των αρχαίων, Άγιοι προστάται της μέθης, επί δε της γης επίσκοποι επιτρέποντες αυτήν κατά το παράδειγμα του Εκκλησιαστού και του ιερού Αυγουστίνου· αλλ' όστις δεν ετήρει τας νηστείας ή εκεραυνούτο από του θείου πυρός, ή ευθύς απηγχονίζετο υπό των δορυφόρων του Αυτοκράτορος εις δένδρον υψηλόν.

Η Ιωάννα γνωρίζουσα εκ πείρας τι έστι πείνα ελυπείτο τους πεινώντας συντρόφους, δεινή δε ούσα περί την κ α ζ ο υ ϊ σ τ ι κ ή ν επιστήμην άγνωστον εις τους ανατολίτας, αντικείμενον δ’ έχουσαν ν' αποδεικνύη το μέλαν λευκόν, την σελήνην τετράγωνον και την κακίαν αρετήν, επειράθη ν' ανεύρη δι' αυτής τίνι τρόπω ηδύναντο να δειπνήσωσιν αναμαρτήτως. Αφού δε επί ικανήν ώραν έξυσε την κεφαλήν, «Βαπτίσατε», είπε, «την χήνα ταύτην εις ιχθύν και φάγετε αυτήν αφόβως. Ούτω έπραξεν ο καλός πατήρ μου ότε συλληφθείς υπό των ειδωλολατρών ηναγκάσθη επί απειλή θανάτου να φάγη ολόκληρον αρνίον την παραμονήν του Πάσχα. Άλλως δε τα τε οψάρια και τα πτηνά επλάσθησαν κατά την αυτήν ημέραν ώστε η σαρξ αυτών συγγενεύει».

Το επιχείρημα αν ουχί καλόν, ήτο τουλάχιστον καλώς εξευρημένον· έπειτα δε η πείνα, ήτις καθιστά νόστιμον και τον ξηρόν άρτον, έχει, φαίνεται, την ιδιότητα να ενισχύη και τα αμφίβολα των επιχειρημάτων, παρά τοις ενόρκοις τουλάχιστον, οίτινες αθωούσι πολλάκις τους ληστάς, διότι ότε έπραξαν το έγκλημα ήσαν νήστεις προ πολλού. Διά τον αυτόν λόγον έπρεπεν ίσως ν' αθωώνται και οι ένοχοι βιασμού, οσάκις αποδείξουν ότι, κατά τον Θεόκριτον, « Ε ί - χ ο ν α ν ά γ κ α ν».

Ο πάτερ Ραλήγος ευχαριστήσας την Ιωάνναν δι’ ηχηρού φιλήματος επί της παρειάς, έλαβεν ανά χείρας ποτήριον ύδατος και τρις ραντίσας τας χήνας, είπε μετά κατανύξεως «In nomine Patris, Filii et Spiritu Sancti, haec erit hodie no bis piscis». «Αμήν», απεκρίθησαν οι σύντροφοι αυτού, και μετ’ ου πολύ τα οστά μόνον απέμειναν των νεοβαπτίστων ιχθύων. Αφού δε εκόρεσαν την πείναν εσκέφθησαν οι καλοί πατέρες να σβέσωσι και την δίψαν, καθότι οι τότε μοναχοί, πρώτον έτρωγον μέχρι χορτασμού και έπειτα εζήτουν αλμυρά αρτύματα και οίνον, ίνα δροσίζωσι κατ ξηραίνωσι τον λάρυγγα εναλλάξ, αμιλλώμενοι τις πρό τινος περισσότερον να πίη. Η μέθη ήτο τότε η ευθυνοτέρα των απολαύσεων· επτά μόλις δηνάρια ετιμάτο το μέτρον του οίνου, όστις ου μόνον εις τα καπηλεία αλλά και εις τας εκκλησίας και τας οδούς και εις αυτούς τους γυναικώνας έρρεε ποταμηδόν, ουδόλως αναχαιτιζόμενος υπό των διαταγμάτων των Παπών και των Συνόδων, άτινα συμπαρέσυρεν εις τον ορμητικόν αυτού ρουν, ως οι χείμαρροι τα δένδρα. Οι ημέτεροι Πανοσιώτατοι πριν αρχίσωσι την πόσιν, έλαβον έκαστος, ως συνειθίζετο τότε, το όνομα αγγέλου τίνος, ο μεν Γαβριήλ, ο δε Μιχαήλ και ο τρίτος Ραγουήλ, είτα ήρξαντο κενούντες τα κεράτια ποτήρια εις υγείαν ουχί αλλήλων ή της πατρίδος ή των απόντων φίλων κατά την συνήθειαν των κοσμικών, αλλά της Παναγίας, του Αγ. Πέτρου και πάντων των κατοίκων του Παραδείσου. Τοιαύτα επέταττεν η ευσέβεια των χρόνων εκείνων, ήτις και αυτήν την μέθην καθίστα θεάρεστον έργον. Εντούτοις η νυξ επροχώρει, ο σ τ ρ α - β ο υ λ ά ρ ι ο ς {10} είχεν αποκοιμηθή, το έλαιον της λυχνίας και ο οίνος της λαγήνου εξηντλούντο και μόνη η έξαψις των ρασοφόρων προέβαινεν αυξάνουσα ανά παν ποτήριον. Οι οφθαλμοί αυτών εσπινθηροβόλουν ως οι του Χάρωνος, εκ δε του στόματος εξήρχοντο άναρθροι μόνον ήχοι, βλασφημίαι και επικλήσεις εις την Παρθένον, τροπάρια και άσματα βακχικά. Η Ιωάννα, γνωρίζουσα ότι α κ ό λ α - σ τ ο ς ο ί ν ο ς κ α ι υ β ρ ι σ τ ι κ ό ν μ έ θ η, ως έγραφεν ο Σολομών καταφερόμενος κατά της ακολασίας εν μέσω τριακοσίων γυναικών και επτακοσίων παλλακίδων, απεσύρθη ησύχως εις την σκοτεινοτέραν του θαλάμου γωνίαν αλλ' ουδ' εκεί εύρεν επί πολύ ησυχίαν καθότι οι καλοί πατέρες, αφού εκόρεσαν την πείναν και την δίψαν, ησθάνθησαν την ανάγκην να ευχαριστήσωσι και την έκτην εκείνην αίσθησιν, δι' ην δεν εύρον ακόμη όνομα οι φυσιολόγοι, οι δε αιδήμονες χρονογράφοι ωνόμαζον αυτήν ό ρ ε ξ ι ν ω μ ο ύ κ ρ έ α τ ο ς. Διό λαβόντες, κατά την καλογηρικήν συνήθειαν, το άκρον του ράσου μεταξύ των οδόντων ώρμησαν κατά της πολυπαθούς ημών ηρωίδος.

Μη βιασθής να ερυθριάσης, σεμνή μου αναγνώστρια• ο σιδηρούς κάλαμος, διά του οποίου γράφω την αληθή ταύτην ιστορίαν, είναι αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες, ίνα μη ριπάνωσι την παρθενικήν αυτών εσθήτα υψούσιν αυτήν μέχρι μέσης κνήμης, δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων σανδαλιών ώστε ουδείς κίνδυνος ν' ακούσης παρ' εμού όσα

παρθένω λέγειν ου καλόν {11}

Η Ιωάννα διωκομένη υπό των τριών μοναχών έτρεχε περί τον θάλαμον, υπερπηδώσα τραπέζας και καθίσματα, και οτέ μεν πινάκιον, οτέ δε ρητόν της Γραφής εκσφενδονίζουσα κατ' αυτών. Αλλ' η ιερά αυτής ευγλωττία και τα σκεύη της τραπέζης συνετρίβοντο ματαίως κατά των μεθύσων εκείνων, ως τα κύματα κατά των βράχων. Ήδη δε ήπλωνον επ' αυτής τας χείρας, ότε διακρίνασα επί της κλίνης τα περιέχοντα τα λείψανα των αγίων κιβώτια κατέφυγεν έντρομος όπισθεν αυτών. Οι πανοσιώτατοι ωπισθοδρόμησαν εν αρχή έμπροσθεν του ιερού εκείνου προπυργίου, ως οι λύκοι προ των πυρών, δι' ων προφυλάσσουσιν οι ποιμένες τας μάνδρας• αλλά μετ' ου πολύ λησμονήσαντες τον προς τα άγια εκείνα λείψανα σεβασμόν εχύθησαν κατά της κλίνης, εφ' ης η δύστηνος νεανίς έτρεμεν ως κορυδαλός υπό το δίκτυον του κυνηγού. Η σύγκρουσις ενταύθα υπήρξε τοσούτω σφοδρά, ώστε κατέπεσεν η κλίνη και μετ' αυτής αι θήκαι των Αγίων, ων τα μαρτυρικά οστά κατεκυλίσθησαν επί του εδάφους. Ενθυμηθείσα τότε η Ιωάννα ότι διά σιαγόνος όνου επάταξεν ο Σαμψών χίλιους Φιλισταίους εδεήθη του Υψίστου, ίνα κραταιώση την δεξιάν της, είτα δε δραξαμένη κακείνη μιας κνήμης του Αγ. Μαρκελλίνου ήρξατο δι' αυτής να κτυπά τους ασελγείς αυτής διώκτας. Αλλά τα κόκκαλα αυτών ήσαν φαίνεται σκληρότερα των του Αγίου, ώστε μετ' ου πολύ εθραύσθη το όπλον και εξηντλήθησαν αι δυνάμεις της σεμνής ημών ηρωίδος, ήτις μετά πεισματώδη αντίστασιν κατέπεσε τέλος επί του πεδίου της μάχης και κλείσασα τους οφθαλμούς υπετάγη εις το πεπρωμένον. Αλλ' εν ουρανώ υπήρχον τότε Άγιοι και Αγίαι υπέρ των εν κινδύνω παρθένων θαυματουργούντες. Καθ' ην στιγμήν ο πανοσιώτατος Ραλήγος, όστις ως προσβύτερος απήλαυσε των πρωτείων, έκυπτεν επί την Ιωάνναν, ενώ η δυσώδης και οινωμένη αυτού πνοή εμόλυνεν ήδη το ωχρόν πρόσωπον της κορασίδος, τεραστία αίφνης μεταμόρφωσις! ανήκουστον θαύμα έκαμεν αυτόν να οπισθοδρομήση μετά τρόμου. Ούτε εις δένδρον, ως η Δάφνη, είχε μεταμορφωθή η Ιωάννα, ούτε εις περιστεράν, ως η Αγ. Γερτρούδη, ή εις σκωληκόβρωτον σκελετόν, ως η Βασίνη εις τας αγκάλας του Δομ Ρουπέρτου, αλλ' εκ της παρθενικής αυτής επιδερμίδος εφύτρωσεν αιφνηδίως γενειάς μακρά, πυκνή και δασεία, οία η επισκιάζουσα τα πρόσωπα των Βυζαντινών αγίων. Ούτω έσωζε τότε η Παναγία τας παρθένους, οσάκις εστενοχωρούντο υπό βαναύσων καλογήρων, επαγρυπνούσα, κατά τον Αγ. Ιερώνυμον, ως ζηλότυπος π ε ν θ ε ρ ά επί της τιμής των συζύγων του υιού της.

Η Ιωάννα, ευχαριστήσασα από καρδίας την Παρθένον διά την σωτήριον επέμβασιν, ηγέρθη και επισείουσα την μακράν της γενειάδα ως κεφαλήν Μεδούσης κατά των πεφοβισμένων αυτής καταδρομέων εξήλθε του θαλάμου. Διαβαίνουσα δε προ των σταύλων έλυσεν ένα των όνων, εφ' ου αναβάσα απεμακρύνθη του μυσαρού εκείνου καταγωγίου, όπου εκινδύνευσε να χάση την μόνην προίκα, ην είχε να προσφέρη εις τον ουράνιον αυτής νυμφίον. Περιττόν δε να προσθέσω ότι, παρελθόντος του κινδύνου και η γενειάς αυτής συνηφανίσθη.

Αι σκιαί της νυκτός και τα δένδρα του δάσους ήρχισαν βαθμηδόν ν' αραιώνται. Μετ' ολίγον δε η πλανωμένη ημών ηρωίς ευρέθη εν μέσω ερεικοφύτου πεδιάδος έχουσα κατάλευκον ουρανόν υπεράνω της κεφαλής και μαύρον όνον μεταξύ των σκελών της. Η Ιωάννα μη γνωρίζουσα την οδόν έτρεχεν όπου οι τέσσαρες του υποζυγίου πόδες έφερον αυτήν αλλ' ανευρούσα μετ' ου πολύ το ρεύμα της Μεΰνης ηκολούθησε τους ελιγμούς του ρύακος, ως ο Θησεύς τον μίτον της Αριάδνης, μέχρις ου έφθασε δύοντος του ηλίου εις το τέρμα της οδοιπορίας.

Η μονή της Μοσβάχης υψούτο παρά τους πρόποδας αποτόμου όρους, υπό το οποίον ετοποθέτησεν αυτήν η αγία Βλιθρούδη, ίνα μη ψυχραίνηται ο ζήλος των καλογραιών από της πνοής του βορρά. Η εσπερινή προσευχή έληγε κατ' εκείνην την στιγμήν, αι δε μονάζουσαι παρθένοι εξήρχοντο της εκκλησίας κρατούμεναι εκ της χειρός και ομοιάζουσαι κομβολόγιον εκ μαύρων μαργαριτών. Ιδούσαι την Ιωάνναν περιεκύκλωσαν αμέσως αυτήν, ερωτώσαι τις ήτο, πόθεν ήλθε και τι εζήτει· αφού δε έμαθον ότι επεθύμει ράσον, σανδάλια και κελλίον, ωδήγησαν αυτήν προς την Ηγουμένην, ήτις εμνήστευσε την ημετέραν ηρωίδα μετά του Σωτήρος, απαλλάξασα αυτήν της δεκαμήνου δοκιμασίας χάριν των προς την θρησκείαν εκδουλεύσεων του μακαρίτου πατρός της.

Η αγία Βλιθρούδη αγαπήσασα παραχρήμα την νέαν μοναχήν διά την παιδείαν και το πνεύμα της, κατέστησεν αυτήν φύλακα της βιβλιοθήκης του κοινοβίου, περιεχούσης εξήκοντα επτά τόμους, πλούτον μυθώδη κατ' εκείνην την εποχήν. Η Ιωάννα, μόνη από πρωίας μέχρις εσπέρας εν τω κελλίω της, υπέπεσε κατά τας πρώτας ημέρας εις την μοναστηριακήν εκείνην χαύνωσιν, ήτις καταλαμβάνει τας νεήλυδας εις τα κοινόβια, ως η ναυτίασις τους κατά πρώτον πατούντας επί πλοίου. Εισήρχετο και εξήρχετο του κελλίου, εκαθάριζε τα βιβλία, τους ονύχας και την κόμην της, ηρίθμει τους κόκκους του κομβολογίου και εμέμφετο τον ήλιον ως βραδέως προχωρούντα προς την Δύσιν. Αι σύντροφοι αύτης ζηλεύουσαι την εύνοιαν, ην απήλαυε παρά τη Ηγουμένη, και φοβούμεναι μη κατεσκόπευε τους λόγους, και τα έργα των απεμακρύνοντο απ' αυτής μετά δυσπιστίας. Πολλάκις κατά την ώραν της διασκεδάσεως, ενώ αι λοιπαί παρθένοι διεσκορπίζοντο καθ' ομίλους εις τον κήπον, φαιδρώς διαλεγόμεναι, εμπαίζουσαι τας γραίας, διηγούμεναι τα όνειρα της νυκτός, δεικνύουσαι τα γραμμάτια των εραστών, παραβάλλουσαι το μήκος των ποδών και το χρώμα των χειλέων ή της κόμης των, η Ιωάννα έμενε μόνη ως οβελίσκος εν μέσω πλατείας μετρούσα το ύψος των δένδρων και αιτιωμένη την Αγ. Λιόββαν, ότι αντί ηδονών πλήξιν μόνον και χασμήματα εύρεν εν τω μοναστηρίω, ως καταρώνται και οι τυχοδιώκται τας εφημερίδας, οσάκις αντί χρυσού, πέτρας μόνον και πυρετούς ευρίσκουσιν εις την Καλλιφορνίαν.

Η πλήξις και αργία είναι, νομίζω, τα κυριώτερα ελατήρια της ευσεβείας. Εις ουρανόν ατενίζομεν τότε μόνον όταν δεν έχωμεν τι να κάμωμεν ή να ελπίσωμεν επί της γης, τας δε αγίας εικόνας ασπαζόμεθα, οσάκις δεν έχωμεν άλλο τι ν' ασπασθώμεν. Οπωσδήποτε η Ιωάννα, ήτις πρότερον μετεχειρίζετο τας θεολογικάς αυτής γνώσεις ως απλούν πόρον ζωής, αποστηθίζουσα την Γραφήν και τους πατέρας, ως η κυρία Ριστόρη τους στίχους του Αλφιέρη, ότε ευρέθη μόνη εντός των τεσσάρων τοίχων πνιγηρού κελλίου, ανούσιον ευρίσκουσα την παρούσαν ήρξατο να σκέπτηται περί της μελλούσης ζωής. Παράδοξος ενασχόληση διά νεανίδα δεκαεπταέτιν. Αλλά τα μοναστήρια είναι απ' αιώνων τα βασίλεια των ιδιοτρόπων ορέξεων. Οι Αιγύπτιοι καλόγηροι επότιζον ράβδους μέχρις ου καρποφορήσωσιν· αι αγίαι της Ουγγαρίας έτρωγον φθείρας οι Ησυχασταί έμενον έτη ολόκληρα, προσηλούντες το βλέμμα επί την κοιλίαν των, εκ της οποίας επερίμενον να ίδωσιν εκπορευόμενον το φως της αληθείας. Η δε Ιωάννα, παραδιδομένη εις μεταφυσικάς μελέτας, ότε μεν διημέρευε κύπτουσα επί των συγγραμμάτων του Αγ. Αυγουστίνου, όστις περιέγραψεν ως αυτόπτης τας απολαύσεις των μακάρων και τας φλόγας της Κολάσεως, ότε δε χώνουσα τους δάκτυλους εις την ξανθήν κόμην της απέτεινεν εις εαυτήν τας ερωτήσεις εκείνας περί της παρούσης ημών και μελλούσης υπάρξεως, τας οποίας πάντες οι κάτοχοι της κ ο ι λ ά δ ο ς τ ο υ κ λ α υ θ μ ώ ν ο ς αποτείνουσιν εις εαυτούς μετ' απελπισίας, οι δε πνευματικοί και θεολόγοι αποκρίνονται εις αυτάς δι' υπεκφυγών και κ ο ι ν ώ ν τ ό π ω ν, ως οι υπουργοί εις τους οχληρούς θεσιθήρας. Παράδοξα όνειρα ετάραττον της πτωχικής κορασίδος τον ύπνον, ουχί πλέον η καλή Λιόββα ηδονάς ανεξάντλητους υποσχομένη, αλλά δαίμονες επισείοντες κέρατα φοβερά ή άγγελοι κρατούντες διστόμους ρομφαίας. Οτέ μεν ήλπιζε τας αγαλλιάσεις του Παραδείσου, οτέ δε εφοβείτο τους όνυχας του Διαβόλου· επί μίαν ημέραν επίστευεν εις τας αληθείας του χριστιανισμού από του Ευαγγελίου μέχρι των θαυμάτων του Αγ. Μαρτίνου και επί τρεις εδίσταζε περί πάντων· άλλοτε έκυπτε την κεφαλήν εις την επιβαρύνουσαν ημάς θείαν καταδίκην και άλλοτε, αν είχε πέτρας, ήθελε ρίψει αυτάς κατά του ουρανού, ίνα τον σπάση. {12} Εν ενί λόγω είχε καταληφθή υπό της μονομανίας εκείνης, εις ην υποπίπτουσι πάντες όσοι μετ' ειλικρινείας ζητώσι την λύσιν του μυστηριώδους της υπάρξεως ημών προβλήματος. Τι είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, ποία έσται η μέλλουσα ημών τύχη; Τοιαύτα ζητήματα, αδιάλυτα εν τω ανθρωπίνω εγκεφάλω, ως ο κηρός εν τω ύδατι, επειράτο να λύση. Εν τούτοις η κόμη της πτωχής Ιωάννας έμενεν ακτένιστος και οι οδόντες αργοί· οι οφθαλμοί ήσαν ερυθροί υπό της αϋπνίας, το πρόσωπον ωχρόν και οι όνυχες μαύροι. Κατά τον κλεινόν Πασχάλην τοιαύτη πρέπει να είναι επί της γης η φυσική κατάστασις του αληθούς χριστιανού, ζώντος διηνεκώς μεταξύ του φόβου της κολάσεως και της ελπίδος της σωτηρίας και μετά στεναγμών αναζητούντος εν τω σκότει την οδόν του Παραδείσου. Αλλά την κατάστασιν ταύτην, όσω αριστοκρατική και αν είναι, όσω και αν ιδιάζη εις τα έξοχα πνεύματα, δεν σοι την εύχομαι, καλέ μου αναγνώστα. Προτιμητέα πάλιν είναι η ιλαρά και αμέριμνος ευσέβεια των καλών εκείνων χριστιανών, οίτινες ψάλλοντες τροπάρια εις τους Αγίους και τρώγοντες οκταπόδια την Παρασκευήν περιμένουσιν αμερίμνως τας απολαύσεις του Παραδείσου. Πολλοί θέλοντες να επιδείξουσι πνεύματος υπεροχήν ταλανίζουσι τους μακαρίους τούτους θνητούς, αλλ’ εγώ ζηλεύω την γαλήνην της ψυχής των και το εύχρουν της παρειάς αυτών. Αν Τούρκος τις ή πυρολάτρης επρόκειτο να χριστιανισθή, ήθελον συμβουλεύσει αυτόν να προτιμήση προ πάσης άλλης την καθολικήν Εκκλησίαν, ης αι τελεταί είναι τόσον μεγαλοπρεπείς, η λειτουργία τόσω σύντομος και αι νηστείαι τόσω πολύοψοι, ης η μουσική ηδύνει την ακοήν και αι εικόνες ευφραίνουσι τους οφθαλμούς• πνευματικόν δε να εκλέξη ουχί άγριόν τινα Βοσσουέτον ή Λακορδαίρον, γυμνόν τον άδην και τους κατοίκους αυτού προ των οφθαλμών του παριστώντα, αλλ’ ηδυεπή τινα μαθητήν του Εσκοβάρου, ίνα επί α τ λ α ζ ί ν ο υ τ ά π η τ ο ς, τον οδηγήση εις τας μακάριους μονάς. Αφού ο Ύψιστος, κατά τον ιερόν Αυγουστίνον και Λακτάντιον, δ ε ν α π ο σ τ ρ έ φ ε τ α ι τ α ς α ν θ η ρ ά ς α τ ρ α π ο ύ ς ο σ ά κ ι ς α ύ τ α ι ο δ η- γ ώ σ ι ν η μ ά ς π ρ ο ς α υ τ ό ν, διατί ν' αναζητώμεν τον Παράδεισον δι' ακανθών, τριβόλων και νεροβράστων χόρτων, ακροώμενοι έρρινα άσματα και ασπαζόμενοι δυσμόρφους εικόνας; Αλλ’ επανέλθωμεν εις το προκείμενον και έστω το σφάλμα των παρεκβάσεών μου εις τας πεντήκοντα επτά των Αθηνών εφημερίδας και τους τέσσαρας κώδωνας της Ρωσσικής εκκλησίας, διακόπτοντας ανά πάσαν στιγμήν το νήμα της διηγήσεώς μου.

Αι κακαί νόσοι, η πανώλης, η ευφλογία, ο έρως και τα εξ αυτού πηγάζοντα επώνυμα της ξανθής μητρός του πάθη, έχουσι τούτο τουλάχιστον το καλόν, ότι άπαξ μόνον υποκείμεθα εις αυτά. Τοιαύτη ήτο και η μεταφυσική ασθένεια της Ιωάννας. Αφού επί τρεις μήνας έξυσε την κεφαλήν, ζητούσα του αλύτου αινίγματος την λύσιν, έκλεισε τέλος πάντων τα βιβλία της και ανοίξασα το παράθυρον του κελλίου ωσφράνθη τα αρώματα της ανοίξεως. Ο Απρίλιος ήγγιζεν εις το τέλος και η φύσις πάσα, καταπράσινος, μειδιώσα και μυροβόλος ωμοίαζε νεανίδα στολισθείσαν υπό εμπείρου θαλαμηπόλου. Αι αναθυμιάσεις του έαρος εμέθυον τας αισθήσεις της νέας μοναχής, ήτις από τριών ήδη μηνών βυθισμένη εις τα σκότη του κελλίου και της μεταφυσικής ητένιζε και ωσφραίνετο μετ' αυξούσης απληστίας την χλόην των λειμώνων και των ίων την ευωδίαν. Μεταξύ της ανοίξεως και της καρδίας ημών, όταν είμεθα εικοσαετείς, υπάρχει κατά τους ποιητάς και τους ιατρούς σχέσις τις μυστηριώδης και δυσεξήγητος, οία η του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην. Οσάκις βλέπομεν πράσινα δένδρα, μαλακήν χλόην ή σπήλαια σκιερά αισθανόμεθα ευθύς την ανάγκην συντρόφου εν τω παραδείσω τούτω. Η δε Ιωάννα ανεμνήσθη του ονείρου της και των ελπίδων, υφ' ων κατείχετο, ότε εισήλθεν εις το κοινόβιον εκείνο, όπου εύρε μόνον ανίαν, βιβλία παλαιά και σκέψεις οχληράς. «Λιόββα! Λιόββα! πότε θέλεις εκτέλεσει τας υποσχέσεις σου;» ανέκραξε τέλος, σείουσα τας κιγκλίδας της φυλακής της μετ' απελπισίας. Μη έχουσα έπειτα εν τω κελλίω ούτε σκύλλον να δείρη, ούτε σινικά αγγεία να σπάση έκρυψε μεταξύ των χειρών το πρόσωπον και ήρξατο να κλαίη. Ουδέν γλυκύτερον των δακρύων, οπόταν υπάρχη χειρ έτοιμη να τα σπογγίση ή χείλη πρόθυμα να ροφήσωσι την β ρ ο - χ ή ν τ α ύ τ η ν τ η ς κ α ρ δ ί α ς, ως ονομάζουσι αυτά οι Ινδοί. Αλλ’ όταν κλαίη τις μόνος, τα δάκρυα τότε είναι αληθή και πικρά, ως πάσα εν τω κόσμω αλήθεια.

