# Η Πάπισσα Ιωάννα

## Part 14

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27760/index.md

Εν τούτοις τα πράγματα (εννοώ τα ρωμαϊκά) εβάδιζον κακήν κακώς· οι παρά του Λέοντος συσσωρευθέντες θησαυροί είχον μεταβληθή εις ίππους, λιτανείας, συμπόσια και συντάξεις. Οι κλειδούχοι του παπικού ταμείου, καίτοι προ πολλού κενώσαντες αυτό, δεν έσπευδον ν’ αποσυρθώσι, μιμούμενοι τον Διογένη, όστις αφού έπιε τον οίνον εκλείσθη εις το βαρέλιον. Ο δε Αγιώτατος Ιωάννης Η’, και υποθέσεις και υπηκόους και βούλλας και αφορισμούς και άλλα παπικά αθύρματα βαρυνθείς, είχεν αποσυρθή εις Οστίαν, ήτις ήτο η Κέρκυρα των τότε παπών, κακεί εν μέσω φαιδρού ομίλου αγενείων ιερέων διήγεν αφρόντιδας ημέρας, βαυκαλώμενος υπό των γλαυκών κυμάτων της Μεσογείου και της μελωδίας των αυλών, βαρβίτων, τριχόρδων {75} και ευνούχων, οίτινες ηκολούθουν την αυτού Αγιότητα πανταχού. Η Ιωάννα ευρίσκετο τότε εις τον ήμισυ δρόμον του βίου, ως ο Δάντης ότε απήντησεν εις το δάσος τον λέοντα, την πάρδαλιν και τον λύκον· εκείνη δε ησθάνετο πλησιάζοντα άλλα θηρία, ουχ' ήττον των λύκων και λεόντων εις τας γυναίκας φοβερά, τας λευκάς τρίχας και τας ρυτίδας. Το κάλλος της έψαλλεν ούτως ειπείν το κύκνειόν του άσμα. Αλλά, καίτοι φαγούσα τοσούτους απηγορευμένους καρπούς, διετήρει ακόμη λευκούς και ακεραίους όλους της τους οδόντας, η δε όρεξις αυτής, η χάριν της φιλοδοξίας επί τοσούτον λησμονηθείσα, ήρχισε και πάλιν να ταράσση τα στήθη της, άτινα ήσαν κακείνα ουχ’ ήττον των οδόντων στερεά και καλώς διατηρημένα. Πολλάκις συναθροίζουσα εις πολυτελές συμπόσιον πάντας τους ευπροσώπους αυλικούς της, περιήρχετο μετά το γεύμα τας τάξεις των ρασοφόρων εκείνων Αδωνίδων, ως η σεμνή Αικατερίνη τας των σωματοφυλάκων της, διστάζουσα προς ποίον εξ αυτών ήθελε δώσει το μήλον και πολύ μάλλον τίνι τρόπω ηδύνατο ευσχήμως να το προσφέρη. Άλλοτε πάλιν κατανοούσα το μέγεθος του τολμήματος ωπισθοδρόμει μετά τρόμου, ως συνταγματικός βασιλεύς έμπροσθεν αυθαιρεσίας, ήτις είναι των συνταγματικών Ενδυμιόνων ο απηγορευμένος καρπός. Η Ιωάννα ολίγον εφρόντιζε περί του μεγέθους της ασεβείας και έτι ολιγώτερον εφοβείτο την ετυμηγορίαν του ουρανίου δικαστηρίου, το οποίον τιμωρεί στιγμιαίαν αδυναμίαν δι' αιωνίου πυρός, βράζον εις την αυτήν χύτραν τον προξενήσαντα λύπην ή ηδονήν τινα εις τον πλησίον του. Πολύπειρος δε ούσα και έξυπνος γυνή δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι έθεσεν ο θεός επί της γης τοσαύτα αγαθά, ίνα απέχωμεν αυτών, ως παρατίθενται εις τα αγγλικά συμπόσια αι σταφυλαί, ίνα μη τρώγωνται αλλ' εφοβείτο το σκάνδαλον, την εγκυμοσύνην και τας κακάς γλώσσας, τους τρεις τούτους αγρύπνους φρουρούς της γυναικείας σωφροσύνης· αν δε οι άνδρες ήσαν στείροι ως οι ημίονοι και βωβοί ως οι ιχθύες, ουχί να στενάζωσιν, αλλ’ ουδέ ν' αναπνεύσωσι, νομίζω, ήθελαν αφίνει αυτούς αι απόγονοι της Εύας.

Επί δύο ολοκλήρους μήνας επάλαισε κατά του Δαίμονος η Ιωάννα, σκορπίζουσα φύλλα αγνού επί της κλίνης της, ως αι Αθηναίαι κατά τας εορτάς της Δήμητρος, πίνουσα αφεψήματα νυμφαίας, κατά την συμβουλήν του Πλινίου, τρώγουσα θριδάκων κορυφάς κατά την συνταγήν του Αγ. Ιωάννου του νηστευτού, και ουδέν παραλειπούσα των μεσαιωνικών φαρμάκων, ίνα καταπνίξη τους νεανικούς πόθους, οίτινες ανεβλάστανον εις τα τεσσαρακονταετή στήθη της ως τα άνθη επί των ερειπίων. Αλλ’ οι τοιούτοι πόθοι ομοιάζουσι την άσβεστον, ήτις, όσω περισσότερον βρέχεται, τόσω μάλλον ανάπτει. Μετά πάσαν κατά της σαρκός νίκην αντί να ψάλλη επινίκια έκλαιεν η Ιωάννα την απολεσθείσαν ευκαιρίαν. « Μ ί α α κ ό μ η τ ο ι α ύ τ η ν ί κ η κ α ι ε χ ά θ η ν» έκραζεν ο Πύρρος, αριθμών τους πεσόντας στρατιώτας του, ταύτα έλεγε και η Ιωάννα, αποσπώσα μετά άγρυπνον νύκτα τρεις λευκανθείσας τρίχας της. Βεβαίαν ήδη προβλέπουσα την ήτταν περιττόν, ενόμισε να παρατείνη την πάλην· τον δε νικητήν αυτής προ πολλού είχεν εκλέξει. Ολίγας στιγμάς πριν αποθάνη είχε κληροδοτήσει εις αυτήν ο άγιος Λέων τον μονογενή υιόν ή μάλλον ανεψιόν του, (διότι ανεψιοί καλούνται εν Ρώμη τα τέκνα των παπών, όταν μάλιστα ούτοι τύχωσι και άγιοι), εικοσαετή τότε νεανίαν, ξανθόν ως σκύλον της Λακωνίας {76} και αφοσιωμένον ως εκείνοι εις την Ιωάνναν, ήτις είχε χειροτονήσει αυτόν μυστικόν θαλαμηπόλον, μέγα και επίζηλον αξίωμα κατά την εποχήν εκείνην.

Ο παπικός εκείνος βλαστός εκαλείτο Φλώρος και εκοιμάτο πάντοτε εις παρακείμενον του αποστολικού κοιτώνος δωμάτιον, έτοιμος ων να τρέξη εις τας προσκλήσεις του παπικού κωδωνίσκου. Η ημετέρα Ιωάννα συνείθιζεν ως οι αρχαίοι Αθηναίοι να εκτελή όσα απεφάσιζεν άνευ αναβολής· αλλά τότε ευρέθη κατά πρώτην φοράν εις μεγάλην αμηχανίαν, μάτην ζητούσα να εύρη πως ηδύνατο, Πάπας ούσα, να τείνη εις τους ασπασμούς του αθώου εκείνου νεανίσκου άλλο τι πλην των σανδαλίων της. Πολλάκις εν ώρα μεσονυκτίου φεύγουσα γυμνόπους την άυπνον κοίτην της εισέδυεν ακροποδητεί εις τον θάλαμον, όπου εκοιμάτο ο υποψήφιος διάδοχος του Φρουμεντίου, και σκιάζουσα διά των δακτύλων το φως της λυχνίας, ως η Σελήνη τας ακτίνας της διά νεφελών, ότε επεσκέπτετο τον Λάτμιον ποιμένα, έμενεν ολοκλήρους ώρας θεωρούσα τον υπνώττοντα νεανίαν. Εσπέραν δέ τινα ετόλμησε και να επιψαύση διά του άκρου των χειλέων το μέτωπον του κοιμωμένου, φυγούσα μετά τρόμου, άμα είδε κινούμενα τα βλέφαρά του. ο δε καλός Φλώρος διηγήθη την επιούσαν εις τους συντρόφους του πως νυκτερινή οπτασία εις κεντητόν υποκάμισον περιτυλιγμένη επεσκέφθη αυτόν καθ' ύπνους. Αλλ' αι οπτασίαι, τα όνειρα και τα φαντάσματα ήσαν τοσούτον κατά την εποχήν εκείνην συνήθη, ώστε αντί να εκπλήττωνται οι πλείστοι εχασμώντο ακούοντες τας διηγήσεις του νέου θαλαμηπόλου. Αλλ' εκείνος, βέβαιος ων ότι το φάντασμά του δεν ήτο εκ των συνήθων, έτρεμε την επιούσαν επί της κλίνης του μη δυνάμενος να κλείση τους οφθαλμούς.

Τα πάντα είχον ήδη σιωπήσει εις το παπικόν οίκημα πλην των γλαυκών και των ωρολογίων, ότε κρότος ελαφρός, ως πτήσις νυκτίου πτηνού ή βάδισμα νέας δεσποινίδος, σπευδούσης εις την πρώτην αυτής συνέντευξιν και φοβουμένης την παρθενικήν ηχώ των υποδηματίων της, ηκούσθη εις το παράθυρον του θαλάμου. Η θύρα ηνοίχθη αθορύβως ως υπό άυλου ωθουμένη φυσίματος και το φάσμα διηυθύνθη προς την κλίνην, βαδίζον επί της άκρας των γυμνών ποδών του. Ο Φλώρος ησθάνθη το υποκάμισόν του βρεχόμενον υπό ιδρώτος ψυχρού ως ύδατος Στυγός, (του Αρκαδικού εννοώ ποταμού και όχι του καταχθονίου, όστις ήτο ζεστός), το δε σκότος επηύξανε τον τρόμον του· καθότι ούτε αυτόφωτον ως τα άλλα φαντάσματα ήτο το φάσμα ούτε έφερε λυχνίαν την νύκτα εκείνην, αλλά μόλις διεκρίνετο υπό το σπινθήρισμα της σβυνομένης θερμάστρας ως λευκόν τι και αμφίβολον νέφος, βραδέως προς την κλίνην προχωρούν. Το νέφος, το φάσμα, ο βρυκόλαξ, η Ιωάννα τέλος πάντων, εστάθη παρά την κλίνην και, ενθαρρυνομένη υπό της ακινησίας του νεανίσκου, ήρχισε να λείχη διά του άκρου των χειλέων τας παρειάς του απηγορευμένου εκείνου καρπού, ον δεν ετόλμα να δαγκάση. Η θερμή αύτη πρόσψαυσις διεσκέδασεν εν ακαρεί το εις τας φλέβας του νεανίσκου κυκλοφορούν ρίγος· άμα δε συνελθών εξέτεινεν αμφοτέρους τους βραχίονας, ίνα συλλάβη το φάσμα, όπερ μόλις επρόφθασε να διαφύγη, αφίνον εις χείρας του το ήμισυ του υποκαμίσου και πέντε της κεφαλής του τρίχας. Αλλ’ ο καλός Φλώρος δεν ηδύνατο εις τοιαύτα λάφυρα να αρκεσθή· το αίμα αυτού έβραζεν ήδη εκ της συγκινήσεως και περιεργείας, οι δε πόδες εδίωκον την νυκτερινήν οπτασίαν, ήτις έφευγεν ωκύπους. Δις και τρις περιέδραμαν ούτω τον θάλαμον, μέχρις ου περιπλεχθέν το φάσμα εις τας πτυχάς του σχισθέντος χιτώνος ή σαβάνου του κατέπεσεν επί του τάπητος υποκάτω ανοικτού παραθύρου. Ο Φλώρος εξέτεινε τότε και πάλιν την χείρα• αλλ’ αντί να απαντήση οστά, σκώληκας, σαπρίαν ή άλλα τοιαύτα κλασικά κοσμήματα των βρυκολάκων, η χειρ αυτού ανεπαύθη επί θερμής και λίας επιδερμίδος, ήτις εφαίνετο χρησιμεύουσα ως θήκη εις ζώσαν και πάλλουσαν καρδίαν· ήδη δε ήπλωνε και την άλλην χείρα, αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν προκύψασα, όπισθεν νέφους η σελήνη έλαμψε πασιφαής επί του προσώπου και του γυμνού στήθους του αγιωτάτου Πάπα Ιωάννου του ογδόου.

Ενταύθα, αναγνώστα μου, ηδυνάμην, αν ήθελον, να δανεισθώ παρά του αββά Κάστη, του πανοσιωτάτου Πούλκη, του αιδεσιμωτάτου Ραβελαί ή άλλου σεμνού ιερέως ολίγην αισχρολογίαν, ίνα δι' αυτής λιπάνω οπωσούν την διήγησίν μου, ήτις κινδυνεύει να καταντήση ξηρά ως η συκή του Ευαγγελίου· αλλ' ούτε θεολόγος ούτε ιερεύς ουδέ καν διάκονος ων ακόμη αμφιβάλλω αν έχω δικαίωμα να ρυπάνω τας χείρας μου και τας ακοάς σου. Εις την αυτήν αμηχανίαν ευρέθη και ο ποιητής του Δ ο ν Ζ ο υ ά ν, ότε μετά μακράν καταδίωξιν η χειρ του ήρωός του ανεπαύθη τέλος πάντων επί του γυμνού στήθους της τρίτης ή τετάρτης ηρωίδος του, ως η κιβωτός επί του όρους Αραράτ. Μη γνωρίζων δε τίνι τρόπω ηδύνατο να παραστήση κοσμίως τα μετέπειτα παρήτησεν ο Βύρων το ποίημα και την ποίησιν και γενόμενος μισάνθρωπος και φιλέλλην εκ της απελπισίας έτρεξε να ταφή εις τους βούρκους του Μεσολογγίου. Αλλ' εγώ γράφων αληθή ιστορίαν αναγκάζομαι, εκών άκων να ομολογήσω, ότι μεταξύ της Ιωάννης και του Φλώρου τοσούτον επροχώρησαν τα πράγματα, μετά τας αναγκαίας εξηγήσεις, ώστε αι παρειαί της Παναγίας, ην ελησμόνησαν να σκεπάσωσιν, έγειναν ερυθραί εκ της αισχύνης, αι του Αγ. Πέτρου κίτριναι υπό της οργής, η εικών του Εσταυρωμένου κατέπεσε και εθραύσθη, ο δε προστάτης Άγγελος του Πάπα Ιωάννου Η', όστις δεν είχεν ακόμη εννοήσει ότι ο κλειδούχος του παραδείσου ήτο γυνή, απέπτη εις ουρανόν σκιάζων το πρόσωπον διά των πτερύγων. Αν ήτο ημέρα, ότε διεπράττετο το ανοσιούργημα εκείνο, ήθελε συμβή αναμφιβόλως και έκλειψις ηλίου· αλλ' επειδή ήτο νυξ βαθεία, μόνην την σελήνην ηδυνήθησαν να παραστήσωσιν ημίν οι φιλαλήθεις Χρονογράφοι σκιαζομένην υπό αιμοδαφούς νεφέλης. Κατ’ άλλους πάλιν το θαύμα ανεβλήθη μέχρι της επιούσης πρωίας, καθ' ην μάτην επερίμενον οι κάτοικοι της αιωνίου πόλεως το άστρον της ημέρας• ώστε η νυξ εκείνη υπήρξε τριπλή, ως ότε ο Ζευς εφύτευσε τον Ηρακλήν αλλ' αμφιβάλλω αν εύρεν αυτήν μακράν η Ιωάννα, διότι κατά τον Σολομώντα: «Ά δ η ς κ α ι π υ ρ κ α ι έ ρ ω ς γ υ ν α ι - κ ό ς ο ύ μ η ε ί π ω σ ι ν α ρ κ ε ί».

Την επιούσαν της τριπλής εκείνης νυκτός, ότε ο Πάπας Ιωάννης επαρουσιάσθη εις τους αυλικούς του, το πρόσωπον της αυτού Αγιότητος ηκτινοβόλει, τα χείλη και αι χείρες εμοίραζον αφειδώς ευχάς, χάριτας και ευλογίας, και όλη εκείνη η παπική χαρά αντανεκλάτο επί του προσώπου των αυλικών, οίτινες ανήγειρον φαιδρώς την κεφαλήν, ως στάχεις ποτισθέντες μετά μακράν ανομβρίαν. Ο αρχηγός της χριστιανοσύνης διένειμε την ημέραν εκείνην τέσσαρας επισκοπάς, εχειροτόνησεν ιερείς δεκαέξ διακόνους, προσέθεσε δύο αγίους εις το Συναξάριον, απήλλαξεν από της αγχόνης πέντε κακούργους και από της πυρράς είκοσιν αιρετικούς, λυπούμενος ότι δεν είχεν εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, ίνα περισσοτέρας χάριτας διανείμη. Μετά ταύτα μετέβη η Ιωάννα εις την εκκλησίαν και είτα υπεδέχθη τους πρέσβεις του πρίγκηπος Ανσιγίζου, ζητούντος βοήθειαν κατά των Σαρακηνών. Αλλ' ενώ ταύτα πάντα έπραττε μηχανικώς, ο οφθαλμός αυτής πανταχού ανεζήτει τον Φλώρον, και το πνεύμα επτερύγιζε περί την κλίνην της ως μέλισσα περί άνθος, πολλάκις δε εις το διάστημα της ημέρας εκείνης εψιθύρισεν ως Προφητάναξ _«Τις δώσεί μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω!{77}»_

Δυο ολοκλήρους μήνας εξηκολούθησεν η Ιωάννα πλέουσα ως κύκνος εις τα νάματα ανεξαντλήτων ηδονών και υπό του νέου εραστού της λατρευομένη, ει και είχεν ήδη υπερβή τον μεσαίον εκείνον σταθμόν του βίου, μετά τον οποίον στρέφομεν μετά πόθου το βλέμμα προς τα οπίσω. Αλλ' ο Φλώρος ευρίσκετο ακόμη εις την ευδαίμονα εκείνην ηλικίαν, καθ' ην και αι άκανθαι φαίνονται ημίν ευώδεις και όλαι αι γυναίκες ωραίαι, καθ' ην εκθέτομεν εις δημοπρασίαν την καρδίαν και τα χείλη μας, ριπτόμενοι αφόβως εις πάσαν ανοιγομένην ημίν αγκάλην ως ο Δανιήλ εις τον λάκκον των λεόντων, ζητούντες ύδωρ, ίνα σβύσωμεν την δίψαν μας, και αδιαφορούντες, αν διαυγές είναι ή αμμώδες και θολωμένον. Άλλως δε, καίτοι τεσσαρακοντούτις, ουδόλως ευκαταφρόνητος ήτο η ημετέρα ηρωίνη, έχουσα ακόμη λευκοτέρους των τριχών τους οδόντας και αναπληρούσα τον χνουν και το άρωμα της νεότητος διά της ηδυπαθούς εκείνης στρογγυλότητος και ηγεμονικής ευσαρκίας, ήτις τοσούτον θέλγει τους αγένειους νεανίσκους, αγαπώντας να εμπιστεύωνται εις χείρας στιβαράς και εμπείρους της καρδίας των τας ηνίας. Πολλοί κριτικοί (αγνοώ αν ορθόδοξοι ή αιρετικοί) προτιμώσι την Οδύσσειαν της Ιλιάδος· υπάρχουσι δε και ζωγράφοι προτιμώντες τα ερείπια των νεοκτίστων οικοδομών και γαστρονόμοι τας οζούσας πέρδικας αγαπώντες· ούτω και πολλοί οπαδοί του Σολομώντος ισχυρίζονται ότι μόνον αι ώριμοι δέσποιναι γνωρίζουσι να αρτύωσιν εμπείρως τον απηγορευμένον καρπόν, στρώνουσαι δι' ανθέων την προς αυτόν άγουσαν οδόν ως οι Ιησουίται την του Παραδείσου. Ο Πετράρχης αφού εγήρασεν, ωνειροπόλει ιδανικήν τινα γυναίκα συνενούσαν την τέχνην ταύτην μετ' ανθηράς νεότητος, και μάτην περιέτρεχε κήπους και δάση ίνα ανεύρη την χίμαιραν ταύτην, ην ωνόμαζεν ώ ρ ι μ ο ν κ α ρ π ό ν ε π ί ά ν θ ο ύ ν τ ο ς δ ε ν δ ρ υ λ λ ί ο υ. Αλλ' ο Φλώρος δεν είχεν ακόμη καταντήσει να ονειρεύεται λευκούς κοσσύφους, την δε Ιωάνναν του, καίτοι τεσσαρακοντούτιδα, ουδ' αντί δυο εικοσαετών παρθένων ήθελεν ανταλλάξει.

Εν τούτοις το θέρος είχε παρέλθει προ πολλού και ο αγιότατος Πατήρ δεν έσπευσε να επιστρέψη εις την καθέδραν του. Τα τελευταία του έτους φύλλα εσωρεύοντο παρά τας ρίζας των δένδρων, η θάλασσα εμυκάτο αντί να ψιθυρίζη και οι λύκοι κατέβαινον εκ των ορέων· αλλ' οι δύο ερασταί διέμενον φαιδροί και φιλοπαίγμονες ως την άνοιξιν αι τρυγόνες. Πολλοί φιλόσοφοι επροσπάθησαν να εύρωσι κατά τι διαφέρει ο άνθρωπος του κτήνους· και οι μεν Εβραίοι ισχυρίσθησαν ότι διαφορά καμμία δεν υπάρχει {78}, οι δε χριστιανοί ότι ο άνθρωπος έχει αθάνατον ψυχήν, οι φιλόσοφοι ότι είναι λογικός και ο Αριστοτέλης ότι πταρνίζεται συχνότερων των άλλων ζώων {79} αλλά κάλλιον τούτων επέτυχε, νομίζω, ο Σωκράτης, παρατηρήσας ότι κατά τούτο υπερέχομεν τα ζώα, ότι όσα την άνοιξιν μόνον πράττουσιν εκείνα, ταύτα ο άνθρωπος δύναται καθ’ όλον το έτος να πράξη{80}. Ο Ζευς, ίνα δικαιολογήση τας υπερόγκους συζυγικές απαιτήσεις του, ρίπτων το σφάλμα εις την επιρροήν της ανοίξεως, διέταττε την γην να βλαστάνη άνθη, οσάκις επεθύμει μετά της Ήρας να ο μ ι λ ή σ η, (καθ’ ην έννοιαν δίδει εις το ρήμα τούτο ο Κος. Φίλιππος Ιωάννου)• η δε Ιωάννα μη δυναμένη το αυτό θαύμα να κατορθώση, ανεπλήρωνε διά ξύλων και λαμπάδων τας ακτίνας του εαρινού ηλίου, την οσμήν των ανθέων δι' αλόης και κινναμώμου και το κελάδημα των πτηνών δι' αυλών και ασμάτων. Τα συμπόσια, οι κύβοι, οι πίθηκες, οι μίμοι, οι γελωτοποιοί και αι άλλαι του μεσαίωνας διασκεδάσεις διεδέχοντο αλλήλας ακαταπαύστως εν τω παπικώ ανακτόρω, κατά δε τους χρονογράφους πολλάκις αντήχουν εκεί άσματα βακχικά και χορευτών ποδοκρουσίαι. Ουδέποτε πλέον παρευρίσκετο εις τους όρθρους ο Ποντίφηξ, ακολουθών το του Σολομώντος «Ε ι ς μ ά τ η ν υ μ ί ν ε σ τ ι τ ο ο ρ θ ρ ί ζ ε ι ν» {81}, τας δε ευχάς, λειτουργίας και ακολουθίας συνέθετεν ο ίδιος{82] κατά το ρητόν του Ευαγγελίου, το απαγορεύον εις τους χριστιανούς την μωρολογίαν· πολλάκις δε, αφού μετά τρισμακαρίαν νύχτα απεσπάτο από του φίλου της τας αγκάλας, συνέβη αυτή, καθώς ενόθευσε το Π ι σ τ ε ύ ω, και ούτω και το Π ά τ ε ρ η μ ώ ν να τροποποιή αντί του επιουσίου άρτου, τον Φ λ ώ ρ ο ν α υ τ ή ς τ ο ν ε π ι ο ύ σ ι ο ν ζητούσα παρά του Ουρανίου Πατρός.

Βασιλεύς τις της Περσίας, ο Κύρος, ο Καμβύσης ο Ξέρξης ή ο Χοσρόης, δεν ενθυμούμαι ακριβώς ποίος εξ αυτών, υπέσχετο πολυτάλαντον αμοιβήν εις εκείνον όστις ήθελεν εφεύρει αυτώ νέον τι είδος ηδονής· το κατ' εμέ ήθελον προθύμως αρκεσθή εις τας από της πτώσεως του Αδάμ υπαρχούσας, αλλά το κακόν είναι ότι ουδ' εκείναι είναι διαρκείς. Το γλυκύ ποτήριον ή εκφεύγει της χειρός, πριν προφθάσωμεν να σβύσωμεν την δίψαν μας ή το εν αυτώ θείον νέκταρ μεταβάλλεται εις όξος, και τότε ημείς αυτοί αποστρέφομεν μετ' αηδίας τα χείλη. Η δε ημετέρα ηρωίς, ενώ έπλεε πλησίστιος εις το πέλαγος της ηδονής, προσέκοψεν αίφνης κατά φοβερού τινος υφάλου, ον προ πολλού είχε παύσει να φοβήται. Η επί δεκαετίαν μετά του Φρουμεντίου και των αντεραστών αυτού συμβίωσις είχε πείσει σχεδόν αυτήν ότι ηδύνατο να φάγη όσα ήθελεν απαγορευμένα μήλα χωρίς φόβον να πάθη τι εξ αυτών· προ πολλού δε μη ανοίξασα τας γραφάς είχε λησμονήσει ότι όλαι σχεδόν αι βιβλικαί ηρωίδες, η Σάρα, η Ρεβέκκα, η Ραχήλ και αι άλλαι ήσαν στείραι μέχρι γήρατος και έπειτα εγέννησαν πατριάρχας και προφήτας. Πολύ λοιπόν ηπόρησεν ότε τα εις το τέταρτον βιβλίον του Αριστοτέλους περιγραφόμενα συμπτώματα ειδοποίησαν αυτήν, ως άγγελος την μητέρα του Συμψών {83}, ότι ο Ύψιστος ηυλόγησε τέλος πάντων τα σπλάχνα της. Αλλ' η μεν Εβραία εσκίρτησεν εκ της χαράς εις το πρώτον σκίρτημα του τέκνου της, η δε Ιωάννα αφήκεν υπό της ταραχής να πέση το ποτήριον, το όποιον έφερεν εις τα χείλη της, και ενώ οι σύνδειπνοι επευφήμουν εξηγούντες ως καλόν οιωνόν τον χυθέντα οίνον, έτρεξεν εκείνη εις τον θάλαμον της, όπου κλεισθείσα ήρξατο να κλαίη την συμφοράν της.

Πάντες οι οφθαλμοί ήσαν προ πολλού κεκλεισμένοι εν τω παπικώ ανακτόρω, η δε Ιωάννα ηγρύπνει ακόμη στηρίζουσα επί των χειρών την κεφαλήν, ως ο Άγ. Πέτρος αφού ηρνήθη τον Χριστόν και μάτην αναζητούσα πως ηδύνατο ν' αποφύγη την απειλούσαν αυτήν συμφοράν. Οτέ μεν εσκέπτετο, εγκαταλείπουσα την Ρώμην και τας κλείδας του παραδείσου να φύγη μετά του Φλώρου εις άγνωστόν τινα της γης γωνίαν, οτέ δε δι’ εξορκισμών ή και διά ιατρικών να εκδιώξη τον εν τη κοιλία της συστηθέντα απρόσκλητον και οχληρόν ενοικέτην. Αλλ’ αμφότερα τα σχέδια ταύτα πολλάς παρίστων δυσχερείας και ακάνθας· καθότι ούτε την αποστολικήν έδραν ήθελε να χάση ούτε την ζωήν αυτής ωρέγετο να κινδυνεύση άλλην δε λύσιν του κόμβου εκείνου ματαίως εζήτει ν' ανεύρη, η κεφαλή αυτής ήτο βαρεία, τα ώτα της εβόμβουν και προ των οφθαλμών επλανώντο οι σπινθήρες και τα σκότη εκείνα, άτινα ως βέβαια σημεία εγκυμοσύνης εθεώρει ο Σταγειρίτης, ότε αίφνης πολύς κρότος πτερύγων αντήχησεν εις τας ακοάς της. Εις το άκουσμα εκείνο ανήγειρεν η Ιωάννα την κεφαλήν και έμπροσθεν αυτής ίστατο λευκόπτερος νεανίσκος ενδεδυμένος αστράπτουσαν εσθήτα, ίριδα φέρων επί της κεφαλής, ερυθράν λαμπάδα εις την δεξιάν και ποτήριον εις την αριστεράν. Η ημετέρα ηρωίς, ουδέποτε ιδούσα άγγελον πλην μόνον εν εικόνι, τοσούτον υπό της οπτασίας εταράχθη, ώστε ούτε να εγερθή προς υποδοχήν του ξένου ηδυνήθη ούτε καν κάθισμα εφρόντισε να προσφέρη. Εν τούτοις ο ουράνιος απεσταλμένος διπλώσας τα πτερά του και αποσείσας τους καταπίπτοντας επί του μετώπου του ξανθούς βοστρύχους «Ιωάννα», είπε, προσηλών πύρινον βλέμμα επί της αθλίας Παπίσσης, «η λαμπάς αύτη σοι αναγγέλλει το πυρ το αιώνιον προς τιμωρίαν των ανομημάτων σου, το δε ποτήριον πρόωρον θάνατον και καταισχύνην επί της γης. Έκλεξον μεταξύ αυτών.» Η αγγελική εκείνη πρόταση έρριψεν εις φοβεράν αμηχανίαν την δύστηνον ημών ηρωίδα, ήτις επί πολύ έμεινεν αμφίρροπος ως ο Δαβίδ, ότε επρόκειτο μεταξύ πείνης, πολέμου και πανώλους να εκλέξη. Ο φόβος του θανάτου και ο τρόμος της Κολάσεως επάλαιον εις τα στήθη της πτωχής Ιωάννας ως ο Ησαύ και ο Ιακώβ εν τη κοιλία της Ρεβέκκας{84]. Εν αρχή εξέτεινε την χείρα προς την φλέγουσαν δάδα, θυσιάζουσα την μέλλουσαν ζωήν χάριν της παρούσης· αλλά τόσον αγρίως ανεκάγχασαν τα πνεύματα της αβύσσου, άτινα παρευρίσκοντο πάντοτε αοράτως εις τας τοιαύτας σκηνάς, και τοσαύτη επεσκίασε το πρόσωπον του αγγέλου κατήφεια, ώστε μεταμεληθείσα εξέτεινε την άλλην χείρα και λαβούσα το ποτήριον του θανάτου και της αισχύνης εκένωσεν αυτό μέχρι πυθμένος.

Ταύτα, αναγνώστα μου, διηγούνται οι καλοί χρονογράφοι· συ δε, αν μεν ανήκης εις την σχολήν των Ε υ η μ ε ρ ι σ τ ώ ν, οίτινες τα θαύματα της Γραφής εξηγούσι διά φυσικών αιτίων, ως Πλάτων τα της μυθολογίας, ισχυριζόμενοι, ότι ο εγχειρίσας κρίνον εις την Παναγίαν άγγελος ήτο μετημφιεσμένος τις στρατιώτης {85}, ο δε Λάζαρος εκοιμάτο βαθέως, ότε ανεστήθη υπό του Ιησού, αν, λέγω, ανήκης εις την σχολήν ταύτην, δύνασαι να υποθέσης ότι και η Ιωάννα είδε τον άγγελον εν ονείρω ή ότι φιλάστειός τις Διάκονος, μαθών τα μυστικά της, εστολίσθη διά πτερών, ίνα την τρομάξη· αν δε προτιμάς το σύστημα του Στράους, όστις αντί να χρονοτριβή ζητών εξηγήσεις δυσεξηγήτων πραγμάτων, ακοπώτερον εύρε να ονομάση μύθους τα θαύματα και τα Ευαγγέλια, δύνασαι να θεωρήσης της ημετέρας ηρωίδος την οπτασίαν ως απλήν εφεύρεσιν των Ρασοφόρων βιογράφων της. Το κατ’ εμέ εις ουδεμίαν ανήκων σχολήν προτιμώ να πιστεύσω το πράγμα όπως το ανέγνωσα, διότι κατά τον Σολομώντα ο «ά κ α κ ο ς π ι - σ τ ε ύ ε ι, π α ν τ ί λ ό γ ω{86}».

Ότε την επιούσαν εισήλθεν ο Φλώρος εις τον παπικόν κοιτώνα, εύρε την αυτού Αγιότητα κατάκοιτον επί του τάπητος και υπό φοβερών κατεχομένην σπασμών· μάτην δε ο πτωχός νεανίας εζήτησεν ως άλλος Πυγμαλίων να θερμάνη διά των χειλέων του την οπό του τρόμου απολιθωθείσαν φίλην του. Επί δεκαπέντε όλας ημέρας έμεινεν η Ιωάννα επί της κλίνης της αμφίρροπος μεταξύ ζωής και θανάτου· ότε δε μετά την μακράν εκείνην αγωνίαν ηγέρθη τέλος πάντων, έσπευσε να επιστρέψη εις Ρώμην και κλεισθείσα εν τω ευκτηρίω της απηγόρευσε την είσοδον αυτού εις πάντας τους αυλικούς και εις αυτάς ακόμη τας ακτίνας του ηλίου. Εκεί πολιορκουμένη νυχθημερόν οπό απαίσιων φασμάτων, ως ο Σαούλ αφού είδε την σκιάν του Σαμουήλ, κατήντησε μετ' ολίγον της πρώην Ιωάννας σκιά, ανασκιρτώσα οσάκις έτριζε θύρα και λιποθυμούσα αν γλαυξ ή νυκτοκόραξ έκρωζε την νύκτα επί της στέγης του Βατικανού. Η θέα των κατοίκων του ουρανού ουδέποτε ωφέλησε τους δυστυχείς θνητούς, οίτινες ηξιώθησαν να ίδωσι κατά πρόσωπον θεούς, αγγέλους ή αγίους. Η Σεμέλη κατεφλέχθη υπό των ακτίνων του Διός, ο όσιος Νίκων έμεινε μονόφθαλμος, αφού είδε την ένδοξον ωραιότητα της Παναγίας{87}, ο Άγ. Παύλος ετυφλώθη οπό της λάμψεως του Ιησού{88} και ο Ζαχαρίας έμεινε βωβός μετά την εμφάνισιν του Αγγέλου {89} οι δε Εβραίοι τοσούτον εφοβούντο τας οπτασίας, ώστε καθ’ εσπέραν πριν πλαγιάσωσι παρεκάλουν τον Ύψιστον να φυλάξη αυτούς από τα φοβερά εκείνα _πράγματα τα περιπατούντα εν τω σκότει_ {90}.

