# Βάτραχοι

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27668/index.md

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων:) «Αίγυπτος, ως ο πλείστος έσπαρται λόγος, ξύν παισί πεντήκοντα ναυτίλω πλάτη Άργος κατασχών». {171}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι! {172}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Το λυχνάρι τ' είνε πάλι; Δεν θα βγη, μωρέ, κανένας να του σπάση το κεφάλι;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην:) Ε, για να ξαναμπορέση να σε κρίνη, βγάλε πάλι άλλο πρόλογο στη μέση.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων:) «Διόνυσος ος θύρσοισι και νεβρών δοραίς καθαπτός εν πεύκαισι Παρνασόν κάτα πηδά χορεύων ». {173}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ωχ! τι συφορά μεγάλη! ξαναπήρε το λυχνάρι να μας κοπανίση πάλι!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μα δεν θα σου γίνη η χάρι, και στον πρόλογό μου τούτον δεν κολλάει το λυχνάρι.

(απαγγέλλει:)

«Ουκ έστιν όστις πάντ' ανήρ ευδαιμονεί• ή γαρ πεφυκώς εσθλός ουκ έχει βίον, ή δυσγενής ών». {174}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ευριπίδη!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τι;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Να πιάσης το πανί να κατεβάσης, γιατί [αγέρας έχει πάρη] και φυσάει το λυχνάρι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μα τη Δήμητρα, [σου λέω] πως καθόλου δεν με νοιάζει, και θα βαρεθή [στο τέλος τα λυχνάρια] να φωνάζη!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έλα κάνε μου τη χάρι πες και άλλον πρόλογό σου, — μακρυά από λυχνάρι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων) «Σιδώνιον ποτ' άστυ Κάδμος εκλιπών Αγήνορος παις ». {175}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην) Για να μη μας αφανίση τους προλόγους με το λύχνο, δεν του λες να στον πουλήση ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και πώς τάχα ; θαγοράσω πράμα όπου τούτος τώχει;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Άκουσε με εμένα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Όχι• γιατ' οι πρόλογοι, που έχω ν' αραδιάσω, είνε τόσοι, που αυτός δεν θα μπορέση το λυχνάρι να ζυγώση•

(απαγγέλλει:)

«Πέλοψ ο Ταντάλειος εις Πίσαν μολών θοαίσιν ίπποις ».{176}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Είδες ; πάλι το λυχνάρι σου το κόλλησε με τρόπο• δος του, φίλε μου, να πάρη μ' έναν οβολό άλλο πειο καλό.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Όχι ακόμα, μα τον Δία, έχω κι' άλλην εσοδεία.

(απαγγέλλει:)

«Οινεύς ποτ' εκ γης... ». {177}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μα δεν άφησες [ως τόσο] και το στίχο να τελειώσω.

(απαγγέλλει:)

«Οινεύς ποτ' εκ γης πολύμετρον λαβών στάχυν, θύων απαρχάς». {178}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Πάει, πάει το λυχνάρι!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Στη θυσία τώχε χάση ; ποιος το πήρε;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ. Άφησε τον τούτο δα να σχολιάση:

(απαγγέλλει:)

«Ζευς, ως λέλεκται της αληθείας ύπο... »{179}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην:) Μα θαρρώ θα ξαναχάσης, γιατί θα σου ειπή και πάλι ότι «πάει το λυχνάρι»• φαίνεται πως έχουν βγάλη το λυχνάρι οι πρόλογοί σου, όπως βγάζουν κριθαράκι και τα μάτια. Στους θεούς σου! έλα πέρασε [λιγάκι] στους χορούς.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Θα κατορθώσω κι' απ' τα [χορικά] να δώσω μιαν απόδειξι και πάλι ποιητής κακός πως είνε κι' όλο και τα ίδια ψάλλει.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Το πράμα τούτο που θα καταντήση ; είμαι περίεργος να ιδώ τι κατηγόρια θαύρη να κολλήση στον άνδρ' αυτόν εδώ, που ' φτιασε τα περσσότερα μα και τα ωμορφότερα ποιήματα, που έχουμε σε τούτον τον καιρό• κι' ανησυχώ για τούτον, κι' απορώ πώς θα κατηγορήση αυτόν τον βασιληά των τελετών!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Πολύ ωραία λυρικά! θ' ακούσης από μένα. πως όλα του τα χορικά θα του τα κάνω ένα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εμπρός κ' εγώ [θα πιάσω] με τα χαλίκια τούτα δω να του τα λογαριάσω.

(Λαμβάνει, χάλικας και προσποιείται ότι μετρεί.)

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων.) «Φθιώτ' Αχιλεύ, τί ποτ' ανδροδάικτον ακούων• ιή κ ό π ο ν ου πελάθεις επ' αρωγάν ; {180}

(Μετά στιγμιαίαν παύσιν:)

«Ερμάν μεν πρόγονον πίομεν γένος οι περί λίμναν. ιή κ ό π ο ν ον πελάθεις επ' αρωγάν ; » {181}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αισχύλε [με τον ίδιον τρόπο] τον είπες δυο φορές το κόπο.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων:) «Κύδιστ' Αχαιών Ατρέως πολυκοίρανε, μάνθανέ μου, παί• ιή κόπον ου πελάθεις επ' αρωγάν ; {182}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αισχύλε, [με τον ίδιον τρόπο] μας έφτιασες και τρίτον κόπο.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων: ) «Ευφαμείτε• μελισσονόμοι δόμον Αρτέμιδος πέλας οίγειν• ιή κ ό π ο ν ου πελάθεις επ' αρωγάν ; κύριος ειμί θροείν όδιον κράτος αίσιον ανδρών• ιή κ ό π ον ου πελάθεις επ' αρωγάν;» {183}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ω Ζευ! [μεγάλε] βασιληά! τι κόπους και κακό μετρώ!• θέλω να πάω στο λουτρό, γιατ' απ' τους κόπους τους πολλούς [που άκουσαν ταυτιά μου] πρησθήκαν τα νεφρά μου!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Όχι ακόμα, πριν ακούσης κι' άλλο στάσιμο {184} να ειπώ τραγουδιών, πούνε φτιασμένο στης κιθάρας το σκοπό.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γρήγορα να τελειώνης κι' άλλους κόπους μη φορτώνης.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων:) {185} « Της νεαράς Ελλάδος, πως των Αχαιών το δίθρονον το κράτος..... τοφλαττόθρατ! τοφλαττόθρατ! σκύλλα φύλακα την τρομερή τη Σφίγγα στέλνει..... τοφλαττόθρατ! τοφλαττόθρατ! το πουλί, πούχει νυχάτο χέρι, το πολεμικό, με το κοντάρι.... τοφλαττόθρατ! τοφλαττόθρατ! τα σκυλλιά τα τολμηρά, όπου πετάνε στον αγέρα άφησε τοφλαττόθρατ! τοφλαττόθρατ! 'ς εκείνους που πηγαίνουν με τον Αίαντα.... τοφλαττόθρατ! τοφλαττόθρατ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον:) Τι «τοφλαττόθρατ» είν’ αυτό και πούθε τόχεις φέρη; από του Μαραθώνα {186} [τα λιβάδια], ή απ' αυτούς που τραγουδούν, και με σχοινί στο χέρι τραβάνε το νερό απ' τα πηγάδια; {187}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Στην τραγωδία πέρασα τα πειο καλά τραγούδια, να μη φανή πως έκοψα τα ίδια τα λουλούδια μέσα στο ίδιο των Μουσών λιβάδι, το ιερό, που έκοβε κι' ο Φρύνιχος {188} [σε πειο παληόν καιρό]. Μ' αυτός τάχει παρμένα απ' όλα τα πορνίδια κι' από τα μεθυσμένα τραγούδια του Μελήτου, {189} κι' όλοι οι χοροί οι δικοί του από τραγούδια Καρικά [και βάρβαρα] και χορικά, και θρήνους έχουν μαζευθή. Τώρα κι' αυτό θ' αποδειχθή: Φέρτε τη λύρα• μα για αυτά ούτε κι' η λύρα πάει• φέρτε μου κάλλιο τώργανο που μ' όστρακα χτυπάει. Ω μούσα Ευριπίδειος! μόνο με σε βοήθεια, μπορεί να τραγουδή κάνεις τέτοια τραγούδια [ηλίθια]!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην:) Ε, τούτ' η Μούσα που θα φέρη, από λεσβιασμό {190} δεν ξέρει; ως και ο Καλλίμαχος αναφέρει εις τα Αποσπάσματα τον αρχαίον στίχον:

αείδει και που τις ανήρ υδατηγός ιμαίον.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

(απαγγέλλων με κωμικήν έξαρσιν:) {191}

«Ω αλκυόνες, που με κελαδήματα απάνω στα τρεχούμενα κύματα με υγρές ρανίδες τα φτερά ποτίζετε κ' έτσι τα σώματά σας τα δροσίζετε... Και σεις, σφαλάγγια, στης γωνιές [πηγαίνετε] κάτω στης στέγες των σπιτιών κ' υυυυυυφαίνετε {192} εις τον αγέρα τεντωμένα υφάσματα, που η σαγίττα τα δουλεύει μ' άσματα... Το μουσικό δελφίνι χτυπήματα ν' αφίνη των καραβιών την πρώρα, που χώνεται στη χώρα της θάλασσας τη γαλανή... Αγάλματα, χρησμοί [τρανοί], αμπελανθοί, κρασί του αμπελιού, παυσίπονο βλαστάρι σταφυλιού..... αγκάλιασε, παιδί μου, με τους βραχίονες σου το κορμί μου!..».

(προς τον Διόνυσον:)

Βλέπεις εσύ τον πόδ' αυτό.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (δεικνύων τον πόδα του Αισχύλου) Βλέπω.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Αυτόν;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ, Αυτόν κυττώ.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (προς τον Ευριπίδην με οργήν:) Μ' όλα λοιπόν αυτά που καταφέρνεις, τολμάς εσύ τα μούτρα σου να παίρνης και τα δικά μου λυρικά κατηγορώντας [τακτικά] να τραγουδάς της δώδεκα της στάσεις,{193} που εκείνη λαβαίνει στο κρεββάτι της η πόρνη η Κυρήνη; [Νάτα] λοιπόν τα λυρικά σου, τέτοια είν’ όλα. Τώρα [στάσου]. θα εξετάσω [δίχως κόπο] των μονολόγων σου τον τρόπο:

(απαγγέλλει με κωμικόν στόμφον:) {194}

«Μαυροφάνερο της νύκτας σκοτάδι, {195} ποιο απάντεχο, κάτω απ' τον Άδη, στέλνεις όνειρο δυστυχισμένο, δούλο, νεκρικό μαυροντυμένο, με την άψυχη ψυχή του και της μαύρης της νύχτας παιδί, όπου φρίττει [όποιος 'δη] την τρομερή μορφή του• τα μεγάλα τα νύχια του [δείχνει] και το μάτι του [τακτικά] γύρω βλέμματα ρίχνει φονικά-φονικά! Ω δούλες μου! ανάφτε το λυχνάρι,{196} κ' η κάθε μια με το σταμνί ας πάρη δροσά στον ποταμό [τον δροσερό]• ζεστάνετέ μου το νερό να ξεπλυθώ απ' τώνειρο το θεϊκό αυτό... Έλα της θάλασσας θεέ! [εσέ ζητώ] εβαλον έβαλον α τλάμων... αλλ', ω Κρήτες, Ίδας τέκνα, τα τόξα τε λαβόντες επαμύνατε, τα κώλά τ' αμπάλλετε, κυκλούμενοι τάν οικίαν. άμα δε Δίκτυννα παις Άρτεμις καλά τας κυνίσκας έχουσ' ελθέτω διά δόμων πανταχή. συ δ' ω Διός, διπύρους ανέχουσα λαμπάδας οξυτάτας χειροίν, Εκάτα, παράφηνον ες Γλύκης, όπως αν εισελθούσα φωράσω». πούνε το ίδιο πράμα... ελάτε σεις, συγκάτοικοι, αντάμα να ιδήτ' αυτό το θάμα... Η Γλύκη γίνηκε άφαντη, μου πήρε το κοκκόρι.... Πιάστε, Μανία! Νύμφες σεις, που σας γεννούν τα όρη.... Είχα κ' εγώ η δύστυχη το νου μου στη δουλειά μου κ' έεεεεεστριβα μέσ' στα δάχτυλα μου έν αδράχτι με λινάρι και με γνέματα [γερά] για να πάω να τα πουλήσω την αυγή στην αγορά..... {197} Κι' αυτός πέταγε-πέταγεν {198} απάνω στον αιθέρα στα κούφια του φτερά, και λύπη-λύπην άφησε 'ς εμέναν• [εδώ πέρα] και δάκρυα-και δάκρυα από τα μάτια [καφτερά] έχυνα-έχυνα η δυστυχισμένη!... Πάρετε σεις τα τόξα σας, Κρήτες [ανδρειωμένοι],{199} παιδιά της Ίδης, να μ' υπερασπίσετε, γρήγορα τα ποδάρια να κινήσετε, το σπίτι μου να περιτριγυρίσετε.... Κ' η Διχτένια {200} η Άρτεμις τα σκυλλάκια της ας φέρη ς όλα του σπιτιού τα μέρη... Και συ, ω κόρη του Διός, Εκάτη, της δίπυρες και καφτερές λαμπάδες έλα κράτει, φωτίστε μ' ως τη Γλύκη [τη γειτόνισσά μου] να μπω μέσα και να ψάξω [για να βρω τον κόκκορά μου» {201}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πάψτε πεια τα λυρικά σας!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ναι, αυτό θα προτιμήσω• μα την ποίησι των δυο μας θέλω τώρα να ζυγίσω, και να μπη σε ζυγαριά, να δειχθή, ποιος απ' τους δυο μας είπε λόγια πειο βαρειά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, κοπιάστε, όπως πρέπει και το ζύγισμα [ν' αρχίσω] και των ποιητών την τέχνη σαν τυρί να την πουλήσω.

(Εις νεύμα του Πλούτωνος δύο εκ των θεραπόντων φέρουν πλάστιγγα και την τοποθετούν εις το μέσον της σκηνής).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Όλ' οι σοβαροί είνε πονηροί. Τέτοιο ανήκουστο ποιος άλλο εφαντάσθη ως τώρα θάμα, και καινούργιο τέτοιο πράμα;. Όρκο κάνω πως εκείνος που θα το 'χεν ιδωμένα και θα τόλεγε 'ς εμένα, από την παραξενιά, θάλεγα πως μούπε τρέλλες [και πως είνε για σχοινιά].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και οι δυο λοιπόν ερθήτε και στη ζυγαριά σταθήτε.

(Ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης προχωρούν και λαμβάνουν θέσιν εκατέρωθεν της πλάστιγγας, ο δε Διόνυσος τοποθετείται όπισθεν, ώστε να είνε άνωθεν αυτής).

ΑΙΣΧΥΛΟΣ και ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Νά με.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ακουμπήστε τώρα και το χέρι σας απάνω, και να πήτε από 'να στίχο προ του «κούκκου»{202} εγώ σας κάνω.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ και ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (εκτελούντες:) Νά, επιάσαμε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, πέστε και το στίχο σας εγκαίρως προς της ζυγαριάς το μέρος.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

(απαγγέλλων προς το μέρος της πλάστιγγος).

« Είθ' ώφελ' Αργούς μη διαπτάσθαι σκάφος ».{203}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (ωσαύτως) «Σπερχειέ ποταμέ βουνόμοι τ' επιστροφαί» {204}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κούκκου!... έ! αφήστε τώρα!...

(Η πλάστιγξ βαρύνει προς τα μέρος του Αισχύλου).

Ού! το μέρος του πηγαίνει πολύ κάτω, [και βαραίνει].

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και ποια είνε η αιτία ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έχει το ποτάμι βάλη μέσ' στο στίχο, και τον φτιάνει με υγρότητα μεγάλη, σαν εκείνους που πουλάνε τα μαλλιά [στην αγορά].{205} στο δικό σου δε το στίχο έβαλες εσύ φτερά!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τότε ας ειπή έν' άλλον και στη ζυγαριάν ας βάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ξαναπιάστε λοιπόν τώρα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ και ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (εκτελούντες) Πιάσαμε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ειπήτε πάλι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (ως ανωτέρω) «Ουκ έστι πειθούς ιερόν άλλο πλην λόγος» {206}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (ωσαύτως) «Μόνος θεών γαρ θάνατος ου δώρων ερά». {207}

(Η πλάστιγξ αποκλίνει προς το μέρος του Αισχύλου).

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε! αφήστ' αφήστε!.. Νά το! πάλι ξαναπέφτει κάτω προς αυτόν η ζυγαριά, γιατί θάνατο έχει βάλη, πούν' απ' όλες [πειο μεγάλη] συφορά και πειο β α ρ ε ι ά.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Την Πειθώ έχω βαλμένη κ' είνε άριστα οι στίχοι από μένα ειπωμένοι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευρυπίδη:) Η Πειθώ είνε κ ο ύ φ ι ο πράμα και δεν έχει νου μεγάλο. {208} Από τα βαρειά τα λόγια να μας εύρης κανέν άλλο πειο τρανό και δυνατό, που η ζυγαριά να γύρη προς το μέρος σου μ' αυτό.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Χεμ! για πες μου τέτοιο πράμα [τάχα] βρίσκεται 'ς εμένα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ θα σου ειπώ [αμέσως ένα]:

(απαγγέλλει)

«Βέβληκ' Αχιλεύς δυο κύβω και τέτταρα». {209} Πες αυτόν [εις τη στιγμή] γιατί θαν' η τελευταία για τους δυο σας δοκιμή.

(τοποθετούν αμφότεροι εκ νέου την χείρα επί της πλάστιγγος)

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (ως ανωτέρω) «Σιδηροβριθές τ' έλαβε δέξιά ξύλον.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (ωσαύτως) « Εφ' άρματος γαρ άρμα και νεκρώ νεκρός.

(Η πλάστιγξ κλίνει προς το μέρος του Αισχύλου)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Να, σε γέλασε και πάλι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Με ποιον τρόπο;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έχει βάλη δυο νεκρούς μέσα στο στίχο και δυο άρματα, γι' αυτό δεν μπορούν να τον σηκώσουν αραπάδες εκατό!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Τότε να μη βάλη στίχους [από τα ποιήματά του] εις τη ζυγαριά, μ' να έμβη και αυτός και τα παιδιά του κι' η γυναίκα του αυτή κι' ο Κηφισοφών [ο δούλος] τα βιβλία να κρατή. Μα κ' εγώ [σας βεβαιώνω μου αρκεί] να ειπώ δυο στίχους από τους δικούς 'μου μόνο

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Χορόν:) Άνδρες, φίλοι μου, δεν κρίνω από αυτούς εγώ κανένα, γιατί έτσι απ' τους δυο τους έχθρα θάχω με τον ένα. Για τη γνώμη μου και τούτος είν' ένας σοφός [μεγάλος],

(δεικνύει τον Αισχύλον:)

και μ' αρέσει και ο άλλος.

(Δεικνύει τον Ευριπίδην).

ΠΛΟΥΤΩΝ Πώς ; δεν θα εκτελέσης το σκοπό σου, σύμφωνα και μ' αυτόν τον ερχομό σου ;.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε καλά, [[κι αν γίνη]] κρίσις ;

ΠΛΟΥΤΩΝ Πάρ' τον έν από τους δυο τους, όποιον συ θα προτιμήσης, άδικα μην πης πως ήλθες.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γεια σου! Νά, ακούστ' αυτό: εδώ κάτω εγώ ζητώ ναύρω έναν ποιητή.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μπα! Και να τον κάμης τι ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και την πόλι μας να σώση κ' έργα [πειο καλά] να δώση. Κ' έτσι απ' τους δυο να πάρω τούτον που την πειο καλή, θα είν’ άξιος να δώση για την πόλι συμβουλή. Και για τον Αλκιβιάδη ποιά καθένας έχει γνώμη ας μας πη πρώτ' από τάλλα• γιατ' η πόλις μας ακόμη Βάσανα τραβά μεγάλα {210}

ΠΛΟΥΤΩΝ Κ' η πόλις τι φρονεί γι' αυτόν ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τι ; πότε τον σιχαίνεται και πότε τον αποζητεί.

( Προς τον Ευριπίδην και Αισχύλον: )

Ό,τι [καταλαβαίνετε, κι' ό,τι] εσείς φρονείτε γι αυτόν, να μας το πήτε.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μισώ εκείνον που αργεί τον τόπον του να ωφελή, μα για να κάνη το κακό γίνεται γρήγορος πολύ. Που ζητεί στον εαυτό του την ωφέλεια νάχη όλη κ' είνε ανωφελής στην πόλι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εύγε, μα τον Ποσειδώνα! —-Συ, Αισχύλε, τι φρονείς ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μέσ' στην πόλι να μην τρέφη λιονταρόπουλο κανείς, μάλιστα κι' ούτε λιοντάρι• κι' αν κανείς τροφή του δώση πρέπει και να το ημερώση.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα τον Δία τον Σωτήρα! πολύ δύσκολα θα κρίνω• με σοφία ειπώθη τούτο, παστρικά ειπώθη εκείνο. Μα κανένας σας ακόμη, πώς θα σώσουμε τον τόπο, ας ειπή ποιάν έχει γνώμη.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Αν κανείς τον Κινησία στον Κλεόκριτο {211} κολλήση για φτερά, που ο αγέρας να τον πάρη όταν φυσήση απ' τες θάλασσες απάνω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τέτοιο πράμα [να σου ειπώ] θα φαινότανε γι' αστείο. Και ποιόν έχει αυτό σκοπό!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Στάμνες του ξειδιού να παίρνουν όταν ναυμαχία γίνη, στου εχθρού τα μάτια ξείδι ο καθένας τους να χύνη. Θέλω να σου ειπώ κ' έν' άλλο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πες.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Αυτούς που για προδότες τους περνούσαμε ως τώρα, να τους πούμε πατριώτες, και προδότες, όσους λέμε πατριώτες τακτικά.{212}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πώς ; δεν νοιώθω• ξαναπές τα πειο απλά και παστρικά.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Όταν εμπιστευώμεθα, όσους με δυσπιστία τους βλέπουμε, κι' όλους αυτούς που είνε 'ς αχρηστία τους χρησιμοποιήσουμε, μπορούμε να σωθούμε. Γιατί αφού τώρα απ' αυτούς τους ίδιους δυστυχούμε, πώς τάχα η σωτηρία δεν θα μας έλθη, κάνοντας [ευθύς] τα εναντία ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εύγε σου, Παλαμήδη μου! {213} κεφάλι μέγα και σοφόν.

Εσύ το σκέφθηκες αυτό, ή μήπως ο Κηφισοφών ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μόνος μου• ο Κηφισοφών εσκέφθηκε μονάχα για της ξειδόσταμνες.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον:) Και συ ποιάν γνώμην έχεις τάχα;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ποιους ανθρώπους έχ' η πόλις ; τους καλούς ; για πες μου συ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μπα! και πούθε; τους μισεί φοβερά!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Και προτιμάει τους κακούς ; {214}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δεν αγαπάει τους κακούς, αλλά σε χρήσι με τη βια τους έχει [πάντα και χωρίς να το θελήση].

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Τότε πώς τη σωτηρία ημπορεί κανείς να φέρη σε μια πόλι, π' ούτε γούνα, ούτε χλαίνα τη συμφέρει;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Βρες μας συ τον τρόπο πάλι που καθένας θα μπορέση απ' τον πάτο να τη βγάλη.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Από δω δεν θα θελήσω να το ειπώ• μονο κει πέρα θα μπορέσω να μιλήσω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τέτοιο πράμα μην το λες, γιατ' από 'δω πέρα βγαίνουν και η γνώμες η καλές.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Όταν του εχθρού τη χώρα επιβλέπουν σαν δική τους, μα και τη δική τους χώρα σαν να ήταν εχθρική τους, {215} κι' όταν νοιώσουν πως τα πλοία είνε δύναμις τρανή κ' έλλειψις το κάθε πράμα που για δύναμις φανή.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Είν’ η γνώμη σου σωστή, γιατί καταπίνοντ' όλα απ' τον κάθε δικαστή. {216}

ΠΛΟΥΤΩΝ (προς τον Διόνυσον:) Κάμε συ λοιπόν την κρίσι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Συ ν' αποφασίσης τώρα• κι' όποιον η ψυχή θελήση η δική μου, θα διαλέξω.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τους θεούς μόνο θυμήσου που ωρκίσθης να με φέρης στην πατρίδα μου [μαζύ σου], κ' έτσι διάλεξε το φίλο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ [Μα] «η γλώσσα μου ωρκίσθη» {217} [και] θα πάρω τον Αισχύλο.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (εν οργή προς τον Διόνυσον) Σιχαμένε! τι μου κάνεις ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Η δική μου είν’ η κρίσις πως ενίκησ' ο Αισχύλος.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και τολμάς να μ' αντικρύσης, ύστερα από της τόσες που μου φτιάνεις προσβολές ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Όταν και οι θεαταί σου δεν το κρίνουν όπως λες, πούνε το κακό; {218}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μ' αφίνεις για νεκρόν 'ς αυτά τα μέρη, ω σκληρέ ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τάχα ποιος ξέρει αν δεν είναι η ζωή θάνατος, {219} και το φαΐ αν ζωή δεν είναι τάχα, και ο ύπνος μαλακό και παχύ γουναρικό ;

ΠΛΟΥΤΩΝ Πέρασε στ' ανάκτορά μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γιατί;

ΠΛΟΥΤΩΝ Πριν αναχωρήσης σε φιλοξενώ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ωραία! δεν θα με στενοχωρήσης!

(Ο Πλούτων και ο Διόνυσος εισέρχονται εις το Ανάκτορον-—Ο χορός των Μυστών απαγγέλλει τας κάτωθι στροφάς).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Ευτυχισμένος είν' αυτός πούχει συλλογισμούς καλούς και τους μαθαίνει σε πολλούς. Και τούτος που εδείχθηκε με σύνεσι μεγάλη, στο σπίτι, στην πατρίδα του ξαναπηγαίνει πάλι, για το καλό των πολιτών, και καθενός του συγγενούς και φίλου του,-—αφού σοφός είν' ο δικός του νους. Και είν' ωραίο πράμα το να μη κάθεται κανείς με το Σωκράτη αντάμα να φλυαρή, αφίνοντας τη μουσική και κάθε μέρος υψηλό στην τέχνη την τραγωδική. Γιατί, όποιος γυρεύει μ' αεροκοπανίσματα και λόγια να χαζεύη και να σκοτώνη τον καιρό, δεν έχει το μυαλό γερό.

(Επανέρχεται ο Πλούτων και ο Διόνυσος)

ΠΛΟΥΤΩΝ Προχώρει με χαρά την πόλι μας να σώσης με γνώμες αγαθές, Αισχύλε, και να δώσης στους ανοήτους συμβουλή,— που τέτοιοι βρίσκονται πολλοί.

(Παραδίδει εις τον Αισχύλον τεμάχιον σχοινιού)

Στον Κλεοφώντα {220} να το δώσης τούτο•

(Του παραδίδει έτερα τεμάχια)

κι' αυτά 'ς όσους βυζαίνουνε τον πλούτο της πόλεως,{221} στο Μύρμηκ' από ένα, Νικόμαχο κι' Αρχέμονα• {222} 'ς εμένα πες τους να ρθούν χωρίς ν' αργοπορήσουν κι' αν ίσως δεν θελήσουν, εγώ, μα τον Απόλλωνα, ο ίδιος δεν θ' αργήσω να δέσω χέρια-πόδια τους, και να τους στιγματίσω, όπου καθένας γρήγορα ριχμένους κάτω θα τους δή εις τον Αδείμαντο{223} κοντά του Λευκολόφου το παιδί.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (παραλαμβάνων τα σχοινιά) θα το κάμω. Δος το θρόνο εις το Σοφοκλή και μόνο• αυτός πρέπει να τον έχη και καλά να τον προσέχη, ως που πάλι καμμιά μέρα να ξανάρθω εδώ πέρα. Γιατί μοναχά εκείνο δεύτερο στην τέχνη κρίνω.

(δεικνύων τον Ευριπίδην)

Και θυμήσου το καλά, πως αυτός ο βωμολόχος, που 'πε ψέματα πολλά, εις το θρόνο μου δεν πρέπει το ποδάρι του να βάλη, ούτε κι' αν με βια τον πιάσουν για να τον καθίσουν άλλοι.

ΠΛΟΥΤΩΝ (προς τον Χορόν:) Σεις με λαμπάδες ιερές φωτίστε του ξεπροβοδάτε τον και τραγουδήστε του αυτά τα αρμονικά του τραγούδια, τα δικά του.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Δαίμονες! που είσθε κάτω από τη γη, δόστε καλό ταξείδι στον ποιητή, όπου στο φως θα βγη, και ξαναπάει στην πόλι του, να δίδη σκέψεις καλές και για να ευτυχήση συμβουλές. Κ' έτσι τέλος κάθε λύπη, κάθε στεναγμός μας θάχη, κάθε συμπλοκή με όπλα φοβερή, [και κάθε μάχη]. Και ο Κλεοφών κ' οι άλλοι, που της ίδιας γνώμης θάνε, στη δική τους τη πατρίδα ας τραβούν να πολεμάνε.

(Ο Διόνυσος και ο Αισχύλος προχωρούν προς την έξοδον.-— Ο Ξανθίας λαμβάνει επ' ώμου τα στρώματα και ακολουθεί μετά κόπου).

ΤΕΛΟΣ

