# Βάτραχοι

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27668/index.md

λόγια κομψά, καλολιμαρισμένα, κι' από τον άλλο να βγη με κάθε λόγο του μεγάλο και με ορμή πολλή, και λογομπουρμπουλήθρες {119} να διαλή! Το λόγο γρήγορα λοιπόν καθένας σας ας πάρη και να μιλήσετε κ' οι δυο με ευγένεια και με χάρι δίχως πολλές εικόνες κι' αυτά, που άλλοι θάκαναν [σε όμοιους αγώνες].

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Α, όσο πεια για μένα ποιος είμαι για την ποίησι [και τι έχω καμωμένα], αυτό στο τέλος θα το ειπώ• έχω προτήτερα σκοπό αυτόν να εξετάσω, και να τον ξεσκεπάσω, η ψωροπερηφάνεια του, που είχε, να φανή και η απάτη [του η τρανή], οπού τους κουτοθεατάς τους είχε κοροϊδέψη, με όλο που ο Φρύνιχος {120} [καλά] τους είχε θρέψη. Και πρώτα-πρώτα έβγαλε πρόσωπα καθισμένα και καλοσκεπασμένα: τον Αχιλλέα [δηλαδή], ή τη Νιόβη [στη σκηνή], {121} πρόσωπο δίχως να φανή, — τύπους μονάχα τραγικούς, — χωρίς ούτ' ένα τόσο δα μουρμούρισμα ν' ακούς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα τον Δία, έχει δίκηο• ούτε λέξι δεν μιλούσαν.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Κι' από τέσσαρες αρμάθες οι χοροί εκοπανούσαν της στροφές, κι' εκείνοι πάλι απ' το στόμα τους δεν είχαν ούτε μία λέξι βγάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Με διασκεδάζει τούτο και μ' αρέσει πειο πολύ απ' τα λόγια, που καθένας στον καιρόν αυτόν μιλεί.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τότε, ξέρε το καλά, είσαι βλάκας στα μυαλά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ναι, αυτό κ' εγώ νομίζω. Μα [για πες μου, σε ρωτώ] και γιατί το κάνει αυτό ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Πονηριά: το θεατή του να τον κάνη να καθίση, και να περιμένη πότε η Νιόβη θα μιλήση. Κ' έτσι πεια [μ' αυτό το πράμα] παίρνει δρόμο του το δράμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εννοών τον Αισχύλον) Κύτταξε τον πονηρό! μ' όλ' αυτά πούχε σκαρώση μας κορόιδευε καιρό!

(προς τον Ευριπίδην, ο οποίος εντείνει τα νεύρα του ωσεί ετοιμαζόμενος προς πάλην:)

— Τώρα τι ανακλαριέσαι; {122} βλέπω που στενοχωριέσαι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Να τον ελέγξω πρόκειται. Και φλυαρώντας αρκετά, όταν η τραγωδία του στη μέση φθάνη, μας πετά και δώδεκα βοϊδόλογα, με φρύδια [σοβαρά] και με λοφίο, άγνωστα και σκιάχτρα φοβερά στους θεατάς.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (ειρωνικώς) Αλλοίμονο! τρανή μου συφορά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον) Σώπα λοιπόν!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και τίποτε δεν είπε καθαρά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ως άνω) Μην τρίζης συ τα δόντια σου!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και άλλο δεν λέει παρ' αυτούς Σκαμάνδρους,{123} τάφρους, γρυπαητούς 'ς ασπίδες καθισμένους κι' από χαλκό φτιασμένους, και λόγους αλογογκρεμούς, {124} που να τους εννοήση κανένας δεν είν' εύκολο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κ' εγώ χω ξενυχτίση, μα τους θεούς, πολύ, σπάζοντας το κεφάλι μου να μάθω τι πουλί είν' ο αλογοπετεινός. {125}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (προς τον Διόνυσον) Βρε αμαθή! στα πλοία ζωγραφισμένος βρίσκεται.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ [Για κύττα τι βλακεία!] κ' ενόμιζα τον Έρυξι, το γυιό του Φιλοξένου.{126}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Κ' ήταν ανάγκη πετεινού στα δράματα χωμένου ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Και συ, βρε αθεόφοβε! τι έχεις καμωμένα;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Εγώ ; αλογοπετεινό δεν έφτιασα κανένα, μα ούτε και τραγέλαφους ακόμα, σαν κ' εσένα, που βρίσκονται στα περσικά πανιά ζωγραφισμένα• μα μόλις την παράλαβα την τέχνην από σένα, πρησμένην από λόγια σου βαρειά και φουσκωμένα, την έκαμα πειο αχαμνή, της έβγαλα τα βάρη με στίχους όλο χάρι, με λόγια, σαν περίπατο [ανακουφιστικά], και σέσκουλα καθαρτικά, και την ετάισα χυλό με τόση φλυαρία, που όλη την εστράγγισα απ' τάλλα τα βιβλία. Έπειτα την ανάθρεψα [καλά] με μονολόγους, και δος του κι' ο Κηφισοφών στη μέση•{127} ούτε λόγος ό,τι μου τύχη αρμάθιαζα, και ούτε τα σαλάτιαζα, μα οποίος είχε πρωτοβγή, εκείνος και του δράματος έλεγε την καταγωγή.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, κάλλιο για το δράμα σου, παρά να λέη για σένα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μ' από τον πρώτο λόγο αργόν δεν άφησα κανένα• και η παρθένες, κ' η γρηές, αφεντικά και δούλοι, μα κ' η γυναίκες [αν ρωτάς], τα ίδια λένε ούλοι.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Και δεν ήθελες σκότωμα λοιπόν, πούχες τολμήση να κάμης [πρώτος] χρήσι σε τούτο [το κακό] ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Το βρήκα δημοκρατικό]{128} αυτό, μα τον Απόλλωνα, [για νάνε όλοι ίσοι]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, κάλλιο τη συζήτησι αυτή νάχες αφήση, φίλτατε, γιατί δεν θαρρώ προς όφελος σου νάνε.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (δεικνύων το κοινόν) Κ' έπειτα 'γω τους έμαθα και τούτους να μιλάνε.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μάλιστα• τούτο λέω κ' εγώ: πως έπρεπε να σκάσης προτού αυτό τους φτιάσης.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και των λεπτών κανόνων τη χρήσι εγώ μόνον τους δίδαξα, και πως [μπορεί καθένας τους] τη σκέψι προς τα λοξά να στρέψη, να νοιώθουνε, να βλέπουνε, να στρίβουν, ν' αγαπάνε, να κάνουνε τεχνάσματα και να φιλονεικάνε, και να καταλαβαίνουν μ' αλληγορίες το κακό, κ' εις κάθε τι να μπαίνουν.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Σωστά• μα τούτο λέω κ' εγώ.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Έβαλα στη σκηνή και πράματ' από'τη ζωή την καθημερινή, πράματα που τα ξέρουμε κ' εμπρός μας έχουν γίνη, κ' έτσι μπορεί την τέχνη μου καθέναν να την κρίνη. [Δράμα εγώ κανένα] ποτέ δεν παραγέμισα με λόγια φουσκωμένα, {129} την προσοχή των θεατών με βια να την τραβήξω, ούτε να τους εκπλήξω με Κύκνους και με Μέμνονες {130}, να βγαίνουνε στο δράμα φουντοκουδουνοστόλιστοι {131} σαν τ άλογα. Τι πράμα είν' οι δικοί μου μαθηταί και τ' είν οι μαθηταί του, ευθύς θα καταλάβετε, περί του Μεγαινέτου αν πω του Μαγνησίου, {132} μα και του Φορμησίου {133} [πούνε παλληκαράδες] σαλπιγγολογχογένηδες, {134} χονδροκοροϊδευτάδες. {135} Δικός μου είν' ο Κλειτοφών {136} [αυτός ο χασομέρης] κι ο Θηραμένης ο κομψός. {137}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ο Θηραμένης ; [ξέρεις] είν’ άνθρωπος πολύ σοφός και άξιος [ο καϋμένος], κι' όπου βρεθή βρωμοδουλειά είν’ ανακατωμένος• μα τη γλυτώνει, λέγοντας [με τρόπο πούχει τακτικό] πότε πως είν από τη Χιό, πότε πως είν' από την Κώ. {138}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Να λοιπόν το κάθε πράμα πούχω για την κριτική• εγώ έβαλα στο δράμα σκέψι, μα και λογική, που να νοιώθη όπως πρέπει ο καθένας, και να βλέπη εις το βάθος καθετί. και το σπίτι να κρατή πειο καλά και από πρώτα, και να μπαίνη ν' ανακρίνη: «πώς εγίνη αυτό; κ' εκείνο ποιος το πήρε ; τι έχει γίνη;»

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ναι, μα τους θεούς, το πράμα [όπως συ το λες] συμβαίνει• γι' αυτό τώρα και στο σπίτι όποιος [Αθηναίος] μπαίνει, τα κοπέλια του ρωτάει: — «Πούχετε τη χύτρα βάλη;» — « Από σας ποιος έχει φάη της μαρίδας το κεφάλι;» « —Ποιος έσπασε το περσινό το πιάτο;»—«Ποιος το χθεσινό το σκόρδο έχει φάη;» — «Ποιος έφαγε και της εληές» ; Κι' ως τώρα [έτσι πάει] και μένουνε ακόμα [οι Αθηναίοι] σαν χαζοί και μ' ανοιχτό το στόμα.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (προς τον Αισχύλον) Ω ένδοξ' Αχιλλέα! αυτά τα βλέπεις [τάχα]; {139} να ιδούμε τώρα 'ς όλα τι έχεις ναπαντήσης ; μα πρόσεξε μονάχα μην τύχη και πηδήσης τα όρια [και πάλι] {140}, γιατί κατηγορία σου σκάρωσε μεγάλη. Μα πρέπει, παλληκάρι μου, ν' αρχίσης, χωρίς και με θυμό, ναντιμιλήσης, το δρόμο σου να λιγοστέψης και τα πανιά σου να μαζέψης• λίγο-λίγο να oρμήσης με προφύλαξι πολλή, ως που αγέρα ναπαντήσης. ελαφρό και ασφαλή. Με θάρρος λοιπόν άφησε τη βρύσι [την ορμητική], που μόνος συ στους Έλληνας λόγια επύργωσες τρανά κ' εστόλισες [παντοτινά]... την φλυαρία την τραγική.{141}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Αυτό το συναπάντημα [δω κάτω] με θυμώνει κι' αγανακτούν τα σπλάγχνα μου, που με υποχρεώνει για ν' απαντήσω εγώ 'ς αυτόν. Αλλά, μην [καταντήση] να ειπή πως εσυγχύσθηκα, ρωτώ κι' ας απαντήση: [να μας είπη λοιπόν] σε τι θαυμάζουνε τον ποιητή;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Στην επιτηδειότητα και συμβουλευτικότητα, [να βρίσκουμε τους τρόπους] να φτιάνουμε καλήτερους στης πόλεις τους ανθρώπους.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Και αν δεν το καμες αυτό, και οι καλοί [στην πόλι] και οι γενναίοι, από σε κακοί εβγήκαν όλοι, τι πρέπει,—πες και μόνος σου—κανένας να του κάνη;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αυτόν τον ίδιον μη ρωτάς• νά, πρέπει να πεθάνη!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Σκέψου, τι Αθηναίους πρωτοπαράλαβε από 'με: εις την ψυχή γενναίους, τετράπηχους, χωρίς ποτέ να κρύβωνται στη χώρα, κι' όχι ανθρώπους πρόστυχους και πονηρούς {142} σαν τώρα, αλλά που επιθυμούσανε τη λόγχη, το κοντάρι, [που τους ανάβανε] θυμοί μ' εφτά βωδιών τομάρι, {143} περκεφαλαίες τρίλοφες, περικνημίδες, κράνη!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (με κωμικήν απελπισίαν) Αν πάη έτσι το κακό θρίψαλα θα με κάνη με την κ ρ α ν ο π ο ι η τ ι κ ή {144}! Ποια τέχνην είχες πάρη, που έτσι δα τον έφτιασες καθένα παλληκάρι ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εμπρός, Αισχύλε, μίλησε και μη στενοχωρήσαι• μόνον αρκεί περήφανος κι' αυθάδης να μην ήσαι.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Με δράμα μου πολεμικό.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ποιό είνε ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ «Οι επτά οι επί Θήβας». Είδανε [οι Αθηναίοι αυτά που έγραψα], κ' ηθέλησαν να γίνουνε γενναίοι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Με τούτο έκαμες κακό• εβγήκαν οι Θηβαίοι πειο δυνατοί στον πόλεμο•—- και ξύλο σου χρειάζεται.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Αλλά για τούτο έπρεπε και σεις να τους ωμοιάζετε, και όμως δεν το κάνατε. Και με τους «Πέρσας» [πάλι], το δράμα μου το άριστο, τέχνη σας έμαθ' άλλη, πώς να νικάτε τους εχθρούς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αλήθεια• μια φορά πως ο Δαρείος πέθανε ακούοντας, πολλή χαρά αισθάνθηκα• μα κι' ο χορός [το ίδιο], απ' τη χαρά του φώναξε: «α!» και χτύπησε τα χέρια [τα δικά] του.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ναι, τούτο πρέπει [πάντοτε] οι ποιηταί ν' ακολουθούν, κι' απ' την αρχήν να το σκεφθούν, πως οι γενναίοι ωφελούν τον κάθε ποιητή. Μα κι'ο Ορφεύς μας δίδαξε την ιερά την τελετή κι' από τους φόνους αποχή. Μα κι' ο Μουσαίος {145} των χρησμών [μας έκαμε τη διδαχή] και κάθε αρρώστιας γιατρειά• το έδαφος το καρπερό μας έμαθ' ο Ησίοδος, και των καρπών κάθε καιρό, και τώργωμα• κι' ο Όμηρος ο θείος, πούθε πάλι τη δόξα [τη μεγάλη] και της τιμές του έλαβε, παρ' από της περιγραφές όπλων, της αρετές ανδρών, της παρατάξες και στροφές πολέμου ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και όμως μάθημα δεν έδωκε πολύ καλό στον Παντακλέα {146} τον δειλό, [αυτόν] που βγήκε μια φορά εις την πομπή την ιερά, και έβαλε προτήτερα το κράνος στο κεφάλι, χωρίς και το λοφίο του να θυμηθή να βάλη.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μα δίδαξε το Λάμαχο {147} τον ήρωα, κι' άλλους πολλούς μεγάλους και καλούς. Σαν το σφουγγάρι ερρούφηξε το πνεύμα μου της αρετές κ' έφτιασε κι' άλλες σαν αυτές, Πατρόκλους λεοντόκαρδους και Τεύκρους,{148} για να δώσω στον κάθε άνδρα τόσο φρόνημα, που ίσα μ' αυτούς να την τεντώνη την ψυχή, όταν ακούη σάλπισμα πολέμου ν' αντηχή. Και πόρνες και Σθενέβοιες και Φαίδρες {149}—[τέτοια πράματα] δεν έφτιασα σε δράματα, ούτε γυναίκα είδε κάνεις ερωτευμένη μια.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Η Αφροδίτη χάρι της δεν σου 'δωκε καμμιά.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Τι λες! δεν μου χειάστηκε! Στο σβέρκο σου θρονιάστηκε μονάχα η Αφροδίτη, κ' εχτύπησε και σένανε, και όλο σου το σπίτι! {150}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα το θεό, πολύ σωστά• ό,τι με κάθε άλλη έφτιασες συ προτήτερα, σε βρήκε στο κεφάλι!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Αισχύλον) Δυστυχισμένε άνθρωπε! τι; έχεις καταλάβη πως έφερε η Σθενέβοια στην πόλι καμμιά βλάβη;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Γυναίκες τίμιων ανδρών, όπου κι' αυτές είχαν τιμή, με τους Βελλεροφόντες σου, κώνειο πήραν [στη στιγμή] απ' τη ντροπή.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και ποιος θα 'πη πως σύμφωνα δεν έγραψα και με την ιστορία της Φαίδρας;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μα τον Δία υπάρχει το ιστορικό, μα πρέπει πάντα ο ποιητής να κρύβη το κακό, και όχι, δείχνοντας αυτό [στους θεατάς κάθε φορά], να το διδάσκη [φανερά]• γιατ' οι δάσκαλοι δίνουνε εις τα παιδιά μαθήματα, κ οι ποιηταί διδάσκουνε τους νέους με ποιήματα, και πρέπει πράματα καλά να λέμε πάντοτε 'ς αυτούς.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Με το να ψάλλης Παρνασσούς μεγάλους και Λυκαβηττούς αυτά είνε τάχα τα καλά, που πρέπει να τους λένε οι ποιηταί, κι' ανθρωπινά ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μα, βρε δυστυχισμένε, [δεν ένοιωσες ακόμη] πως είν’ ανάγκη πάντοτε από μεγάλη γνώμη και από σκέψιν υψηλή, που απ' αυτές να γεννηθούν λόγοι μεγάλοι και καλοί; μα πρέπει κ' οι ημίθεοι λόγια να λεν τρανότερα, Όπως φορούνε κι' από μας τα ρούχα πειο σεμνότερα. Για τούτο λοιπόν, όσα είπα σεμνά, τα λέρωσες [με τη δική σου γλώσσα]!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τι έκαμα;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Τους βασιλείς τους έβγαλες ντυμένους κουρέλια, που ελεεινούς και κακομοιριασμένους τους είδανε οι άνθρωποι. {151}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τι έβλαψα με τούτο;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Γιατί, όσ' είχαν πλούτο και ήσαν άξιοι την αρχή να πάρουνε στην πόλι, εκλαίγανε την φτώχεια τους, και όξω βγαίναν όλοι κουρελοφορεμένοι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αλήθεια, μα τη Δήμητρα• μα ήσανε ντυμένοι [και απ'αυτούς πολλοί] μ' ένα χιτώνα κάτωθε με κατσαρό μαλλί• κ' ενώ τον κόσμο μ' όλ' αυτά εκοροϊδεύαν άδικα, [από την άλλη τη μεριά] τραβούσαν στα ψαράδικα {152}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Έπειτα τους εδίδαξες λόγια πονηρεμένα και επιτηδευμένα, τους τόπους της γυμναστικής άφησες όλους αδειανούς, κι όπου γλωσσούδικα παιδιά, τους χάλασες τους πισινούς, και έκαμες τους άτιμους να βγαίνουνε στη χώρα και φανερά στους άρχοντες ν' αντιλογούνε τώρα. Στην εποχή που ζούσα εγώ, άλλο δεν ήξευρε να ειπή κανείς, παρά «ξερό ψωμί» {153} και να φωνάζη «στο κουπί». {154}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ω ναι, μα τον Απόλλωνα• και κλάνανε ακόμα οι κωπηλάται, που έστεκαν ψηλότερα, στο στόμα των άλλων, που ήσαν χαμηλά, {155} και τους μοσχομυρίζανε, και βγαίνοντας, με τη κλεψιά κάποιον θα συγυρίζανε. Μα ο κωπηλάτης σήμερα σου κάνει αντιλογία, και πάει το πλοίο 'δω κ' εκεί.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Και ποιών κακών αιτία δεν είν' αυτός ; δεν έφτιασε προαγωγούς [ένα σωρό] ; γυναίκες που κατάφυγαν και γέννησαν στο ιερό ; {156} κι' άλλες, που της πλακώνανε [κρυφά] οι αδελφοί τους,{157} κι' άλλες που λέγαν τη ζωή πως δεν είνε ζωή [τους] ; {158} Απ' όλ' αυτά στην πόλι γραφειάδες βγήκαν όλοι, στα λόγια τους ανήθικοι κι' ως είδος δημοπίθηκοι, και απατούν τη χώρα. Αγύμναστ' είνε τώρα, κι' ούτε μπορεί να φέρη κανένας τη λαμπάδα [του παλαιστού στο χέρι]. {159}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα το θεό, κανένας δεν είνε [στην εντέλεια]• ξεράθηκα στα γέλια, όταν στα Παναθήναια εγώ έτυχε να παρατηρήσω άνθρωπον άσπρο, παχουλό κι' αργό, μένοντας όλο πίσω-πίσω, να φτιάνη τουρλωμένος πολύ κακή δουλειά. Κι' όσ' ήσαν στου Κεραμεικού της πύλες [στους αγώνες] τον εχτυπούσαν {160} στης πλευρές και στην κοιλιά, στον κώλο, στους λαγόνες, κ' εκείνος, τρώγοντας πλατειές ξυλιές, επήρε πόδι σβύνοντας τη λαμπάδα του με μια πορδή [ευώδη]!

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Πράμ' αρχίζει σοβαρό• θάχουμε τρανό καυγά, και θα ιδούμε φοβερό πόλεμο [σιγά-σιγά]. Είνε δύσκολο κανένας έννοια σωστή να παίρνη, σαν με βια χτυπάη ο ένας και ο άλλος γύρω φέρνη, κ' είνε άξιος [ταχτικά] ν' απαντάη παστρικά.

(προς τους Ευριπίδην και Αισχύλον)

— Μα μην κάθεσθε στα ίδια, [ξεκολλήστε και μια στάλα]• έχετε πολλά να ειπήτε και σοφίσματα μεγάλα. Εμπρός λοιπόν κ' οι δυο ριχθήτε και πιάστε στον καυγά [δουλειά], να ειπήτε και να ξαναειπήτε τα νέα [σας] και τα παληά, και κάποιο πράμα με γενναιότητα και με σοφία και με λεπτότητα, και αν φοβήσθε μήπως ποτέ δεν καταλάβουν οι θεαταί όποιο θα πήτε πράμα λεπτό, να μη σας μέλη όσο γι' αυτό. Δεν είνε πεια το ίδιο σαν και τότε [όλ' οι ικανοί στην τέχνη του κριτή]• έγιναν όλοι τώρα στρατιώται• αλλά μπορεί στο χέρι να κρατή καθένας το βιβλίο για να βλέπη,, και να καταλαβαίνη ό,τι πρέπει. Πάντοτε είχανε πολύ καλή τη φύσι, κ' έχουνε τώρα και το νου τους ακονίση. Είν' οι θεαταί σοφοί• τίποτε μη φοβηθήτε, και να ειπήτε [καθαρά] ό,τι έχετε να ειπήτε

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Αισχύλον) Και λοιπόν [θα προχωρήσω κι'] απ' τους ίδιους σου προλόγους την εξέτασι θ' αρχίσω, — πρώτο μέρος απ' το δράμα, πούνε μπερδεμένο πράμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, και ποιόν θα εξετάσης ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Ποιόν να πάρω, ποιόν ν' αφήσω! Ας ειπή της «Ορεστείας» {161} [λίγον πρόλογο—[ν' αρχίσω].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον χορόν) Έλα! όλοι! σιωπή! — ο Αισχύλος ας ειπή!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων) «Ερμή χθόνιε, πατρώ εποπτεύων κράτη, σωτήρ γενού μοι σύμμαχος τ' αιτουμένω, ήκω γαρ ες γην τήνδε και κατέρχομαι» {162}

(προς τον Ευριπίδην)

Βρίσκεις λάθη 'ς όλα τούτα για να τα χτυπήσης; [χτύπα]!.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και περσσότερ' από δέκα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μα εγώ τρεις στίχους είπα!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Ε καλά• μα βρίσκω λάθη δυο δεκάδες στον καθένα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Τι μας λες ; καταλαβαίνεις ; Αλλά τι με νοιάζει εμένα! [ό,τι θέλει ας ειπή].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Συμβουλεύω σιωπή στον Αισχύλο• γιατ' οι στίχοι θα γίνουν, οι τρεις, αιτία που να του χρωστάς στο τέλος κι' άλλη μια κατηγορία.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μα εγώ να σιωπήσω μπρος 'ς αυτόν;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Άκουσ' εμένα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Νά, αμέσως έκαν' ένα 'μέγα λάθος, όπου φθάνει ως τον ουρανό!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Αλήθεια; σαν τι λάθος νάχω κάνη;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ [Στάσου και θα το πιτύχω]• πες απ' την αρχή το στίχο.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων) Ερμή χθόνιε, πατρώ' εποπτεύων κράτη».

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Δεν μου λες ; αυτά τα λέει ο Ορέστης εις τον τάφο του πατέρα του [που κλαίει];

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Βέβαια.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και τι μας είπε ; ότι ο Ερμής στεκόταν από πάνω [απ' το κρεββάτι] κ' επιθεωρούσεν, όταν ο πατέρας του, με δόλιο και με φονικό μαχαίρι], σκοτωνόταν απ' της ιδίας της γυναίκας του το χέρι; {163}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Για τον [δόλιον] δεν λέει τον Ερμή, μα για τον άλλο, (που για] βοηθό μεγάλο {164} [τον λατρεύουν] και για τούτο χθόνιον τον εκαλούσε• μ' άλλους λόγους εννοούσε πως, μαζί με τον πατέρα, ήταν κι' ο Ερμής κει πέρα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τα μπέρδεψες περσσότερο, [στους στίχους και στα κείμενα] παρ' ό,τι εγώ περίμενα: να λέη τον πατέρα του, που ήταν πεθαμένος, και χθόνιον, σαν τον Ερμή!..

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Θα ήταν επομένως και τυμβωρύχος! ο Ερμής δεν κάθετ' όλο κάτω {165}...

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Διόνυσε! πίνεις κρασί που δεν είνε μοσχάτο! {166}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον) Πες κι' άλλο στίχο απ' τους δικούς σου.

(Προς τον Ευριπίδην)

Κ' έχε στα λάθη εσύ το νου σου.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων) «Σωτήρ γενού μοι σύμμαχός τ' αιτουμένω• «ήκω γαρ ες γην τήνδε και κατέρχομαι».

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Είπ' ο Αισχύλος ο σοφός τα ίδια για διπλή φορά.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Διπλή φορά ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Ναι• πρόσεξε και θα στο δείξω [καθαρά]: «'Ηκω εις γην—κατέρχομαι» λες και τα δυο συνάμα. Το ήκω και κατέρχομαι» είνε το ίδιο πράμα• είνε [απάνου-κάτου] το ίδιο πράμα, σαν να ειπή κανείς στο γείτονα του: «τη σκάφη του ζυμώματος έστειλα και σου πήρα, {167} κι' αν δεν σ' αρέση πάλι αυτό, παίρνω τη ζυμωτήρα»!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Δεν είν' τα ίδια όλ' αυτά, μα είν' οι στίχοι άριστοι, άνθρωπε φαφλατά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πώς ; απόδειξε 'ς εμένα όσα είπες ένα-ένα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ελθείν εις γην, πάει να 'πη πως νόμιμα και ταχτικά επήγε στην πατρίδα του, χωρίς να πάθη και κακά• Το ήκει και κατέρχεται, ως έννοια, περσσότερο για τους φυγάδες έρχεται.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα τον Απόλλωνα, καλές της εξηγήσεις έδωκε.—Συ, Ευριπίδη, σαν τι λες ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Εγώ δεν παραδέχομαι πως ο Oρέστης [πάλι] κατήλθε στην πατρίδα του, αλλά [με βια μεγάλη και] μυστικά έφθασ' εκεί, χωρίς να πάρη κι' άδειαν απ' την αρχή την τοπική!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην:) Μα τον Ερμή, είνε κι' αυτό πολύ καλά ειπωμένο, και μοναχά που ό,τι λες δεν το καταλαβαίνω!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Αισχύλον:) Έλα τώρα, πες μας πάλι κι' άλλο στίχο απ' τους δικούς σου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έμβα γρήγορα, Αισχύλε.

(προς τον Ευριπίδην:)

Και στα λάθη συ το νου σου.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων:) «Τύμβου δ' επ' όχθω τώδε κηρύσσω πατρί κλύειν, ακούσαι......». {168}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Κλύειν κι' ακούσαι [δηλαδή] το ίδιο δεν σημαίνει; Να κι' άλλο λάθος!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μοχθηρέ, αυτ' είνε πεθαμένοι• και τρεις φορές [το ρήμα] να τους το ειπής, δεν θ' ακουσθή ποτέ μέσα στο μνήμα. Μα πες μας και του λόγου σου πως είχες τους προλόγους σου.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ θα σου το ειπώ, κι' αν δυο φορές τα ίδια θ' απαντήσης, ή δίχως νόημα σωρό κουβέντες, — να με φτύσης!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έλα και λέγε μας λοιπόν άλλη δουλειά δεν έχω, στους στίχους των προλόγων σου μονάχα να προσέχω.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων:) «Ήν Οιδίπους το πρώτον ευδαίμων ανήρ...». {169}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (ορμητικώς διακόπτων:)

Ω, μα τον Δία, τίποτε! Αυτός την δυστυχία την είχε μέσ' στη φύσι του• και πρώτο, προφητεία υπήρχε του Απόλλωνος, ότι αυτός μια μέρα τον ίδιο του πατέρα θα σκότωνε, κ' ειπώθη αυτό πριν νάνε γεννημένος• {170} πώς ήταν από την αρχή λοιπόν ευτυχισμένος ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (απαγγέλλων:) «Είτ' εγένετ' αύθις αθλιώτατος βροτών».

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ω, μα τον Δία, τίποτε! ποτέ δεν ήλθεν εποχή να μη τον πούνε δυστυχή. Και πώς ; μόλις γεννήθηκε αμέσως τον αρπάξανε, και μέσα 'ς ένα όστρακο, χειμώνα, τον πετάξανε, μην τύχη, μεγαλώνοντας, σκοτώση τον πατέρα. Κατόπιν για τον Πόλυβο εσύρθηκε μια μέρα με τα πρησμένα πόδια του• τραβώντας παρά πέρα πήρε γυναίκα μια γρηά, την ίδια του μητέρα, και τέλος εκατάντησε τα μάτια του να βγάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κι' όμως η ευτυχία του θα ήτανε μεγάλη, [καϋμένε Ευριπίδη], αν είχε κάνη στρατηγός με τον Ερασινίδη.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Διόνυσον:) Ανόητα μας λες πολλά• μα τους προλόγους μου εγώ τους έφτιανα πολύ καλά.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μα τον Δία, δεν θ' αρχίσω όσα λόγια θα μου ψάλης στίχο-στίχο να σου ξύσω, μα με των θεών την χάρι τους προλόγους σου θα κάψω με το ίδιο σου λυχνάρι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τους προλόγους τους δικούς μου είπες στάχτη πως θα κάνης με λυχνάρι;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μ' ένα μόνο• γιατί έτσι που τους φτιάνεις ημπορεί κανείς, αν θέλη, μέσ' στους στίχους σου να χώση και σακκούλι και λυχνάρι και προβιά που νάνε τόση! Τώρα θα σου ταποδείξω.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Νά τος! συ θ' ταποδείξης ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Έτσι λέω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην:) Μίλει τώρα [τους προλόγους σου να δείξης].

