# Βάτραχοι

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27668/index.md

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εξακολουθών ως ανωτέρω) ...πούχεις τα βασίλεια σου στου Αιγαίου τακρωτήρια και στης θάλασσας τα βάθη τα γαλάζια! {84}

ΑΙΑΚΟΣ Αν είν' έτσι δεν μπορεί κάνεις να μάθη, μα τη Δήμητρ' απ' τους δυο σας ποιος είνε σωστή θεότης. Μπήτε μέσα [στο παλάτι] και [ο Πλούτων] ο δεσπότης κ' [η κυρά] η Περσεφόνη, που είνε θεοί κ' εκείνοι, θα το καταλάβουν μόνοι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καλά λες• κ' ήθελα τούτο μοναχός σου να το νοιώσης. πριν να με ξυλοφορτώσης.

(Ο Διόνυσος και ο Ξανθίας εισέρχονται εις το Ανάκτορον του Πλούτωνος, ακολουθούντος του Αιακού).

* * * * * {78} Υπαινίσσεται την απαγωγήν του Κερβέρου από τον Άδην υπό του Ηρακλέους.

{79} Ονόματα συνήθη δούλων.

{80} Διά των φύλλων του πράσου, ως ελαφροτέρων, έδερον τους παίδας συνήθως και τους ελευθέρους πολίτας.

{81} Εικάζεται ότι αι καταθέσεις των δούλων, διά λόγους δυσπιστίας προς την φιλαλήθειάν των, ελαμβάνοντο διά βασάνων.

{82} Διόμειοι αγώνες, τελούμενοι εις τον Διόμειον, δήμον της Αττικής (Αιγηίδος φυλής), λαβόντα το όνομα από του Διόμου, ερωμένου του Ηρακλέους. Εκεί ευρίσκετο και ναός του Ηρακλέους, Ηράκλειον καλούμενος• πιθανόν να ήτο το αυτό με το σημερινόν, χωρίον Ηράκλειον.

{83} Ποιητής ιαμβικών στίχων και σατυρικός• έζησεν εν Κλαζομεναίς κατά τους χρόνους του Κύρου, καλούμενος Ιππώναξ ο Κλαζομένιος• κυρίως ήτο Εφέσιος την καταγωγήν.

{84} Χωρίον από τον «Λαοκόοντα» του Σοφοκλέους: Ω Πόσειδον, ός Αιγαίου μέδεις πρώνας, ή γλαύκας μέδεις ευανέμου λίμνας, εφ' υψηλαίς σπιλάδεσι στομάτων..

Εις το κείμενον (στ. 664-5) ευρίσκεται μόνον η φράσις «Ω Πόσειδον... ός Αιγαίου πρώνας ή γλαυκάς μέδεις αλός εν βένθεσιν».

ΣΚΗΝΗ Η'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Μούσα των ιερών χορών! μ' εμάς να ρθής να ευφρανθής με τα γλυκά τραγούδια μας, να ιδής εδώ [που τρέχει] το πλήθος του λαού, οπού σοφίαν έχει κάθε λογής, και πειο ευγενική κι' από τον Κλεοφώντα {85} — που με βουητό στα φλύαρα τα χείλη του, σε βάρβαρο φυτό, αχολογά η χελιδόνα η θρακική, και κελαδεί με κλάματα περίσσια και μ' αηδονήσια {86} φωνή, ως που να καταδικασθή, κ' ισοψηφία αν φανή. {87} Δίκηο είνε' ο ιερός χορός [να βγαίνη] τα φρόνιμα και τα καλά στην πόλι να μαθαίνη. Έχουμε σκέψι πρώτη, πως πρέπει κ' οι πολίτες μας να έχουν την ισότη, κ' οι φόβοι [για τον πόλεμο] να πάψουνε οι μεγάλοι• και αν από το Φρύνιχο, {88} που έμβασε την πάλη στην τραγωδία, εξεγελάσθηκε κανείς, ας έλθη ν' απολογηθή γι αυτήν την αμαρτία, και να συχωρεθή. Γιατί, νομίζω, άτιμον στην πόλι πως δεν πρέπει κανένας μας να βλέπη. Κ' είνε γελοίο πραγματικά οι δούλοι, που ναυμάχησαν {89} κι' αυτοί [σαν στρατιώτες] για μια φορά, να γίνουνε των Πλαταιών δημότες και από δούλοι αφεντικά! Δεν θέλω βέβαια να ειπώ η πράξις πως δεν είνε' καλή. γι' αυτό και σεις το κάνατε κ' εγώ το επαινώ πολύ• μα πρέπει να συχωρεθούν για μια τους αμαρτία κι' όσοι πολίτες γνήσιοι μέρος στη ναυμαχία κι αυτοί και οι πατέρες τους ελάβανε μαζύ σας. {90} Σεις είσθε φυσικά σοφοί• αφήστε την οργή σας, ω άνδρες, και απόφασιν ας πάρουμε [στην πόλι], όσοι εναυμαχήσανε να γίνουν ίσοι όλοι κ' επίτιμοι πολίτες• κι αν στέκουμε περήφανοι και με ψηλά της μύτες, όταν η πόλις βρίσκεται στου κύματος την αγκαλιά, εις τους μετέπειτα καιρούς δεν θα φανή σοφή δουλειά. Και αν να κρίνω ήθελα [μέσα 'ς αυτόν τον τόπο] και τη ζωή του καθενός πολίτη και τον τρόπο που πρέπει να τιμωρηθή, μα ούτ' ο πίθηκος αυτός ο Κλειγένης {91} ο κουτός, θάμενε για πολύν καιρό, πούχει μυαλό πειο πονηρό από τον κάθε λουτρατζή, όπου το σταχτονέρι να το νοθεύη ξέρει [και να τανακατώνη κρυφά] με Κιμωλία γή και ψευτονίτρου σκόνη• και με το να το ξέρη τι φτιάνει, αρματώνεται μ ένα ραβδί στο χέρι, μη τον ευρή χωρίς ραβδί κανένας, και τον γδύση απάνω στο μεθύσι. Πολλές φορές το είδαμ' όλοι αυτό που είχε πάθ' η πόλι με τους πολίτες τους καλούς, όπως κανείς παθαίνει με το παληό το νόμισμα, όταν καινούργιο βγαίνη: άχρηστο: μένουν οι παληοί όπου δεν είνε κίβδηλοι, και είν' απ' όλους πειο καλοί— σαν τα παληά νομίσματα τα περιφρονημένα, μόλο που κόπηκαν σωστά κ' είνε δοκιμασμένα στους ξένους και στους Έλληνας, μα προτιμάτε τα χαλκά, που κόπηκαν τώρα κοντά, κι' ας ήνε όλα κίβδηλα και από μέταλλα κακά. Έτσι, το ίδιο καταντά με τους πολίτες: σαν κανείς τους κρίνη άνδρας ευγενείς, φρόνιμους, δίκηους και καλούς, και στην παλαιστική αναθρεμμένους, στους χορούς και εις τη μουσική, τους διώχνουμε σαν τιποτένιους• και τους κοκκινομάλληδες, {92} και τους χαλκωματένιους, που είνε ξένοι και κακοί κι' από κακή καταγωγή, μόλις έλθουν 'ς αυτή τη γη τους τα προσφέρουμ' όλα, που πριν δεν θάσαν άξιοι να πάρουν ούτε φόλα {93} Μα τώρα, ω ανόητοι! ν' αλλάξετε τους τρόπους και πάλι να τους πάρετε τους τίμιους ανθρώπους. Αν θα το κάματε αυτό, είνε καλό κ' επαινετό. μ' αν γίνουνε και λάθη,— για την κρεμάλα πειο καλό είν' το γερό το ξύλο• και κάλλιον [από φίλο] κανένας να την πάθη, κι' από σοφόν και γνωστικόν, [παρά να πάθη απ' τον κακόν]!

(Εξέρχονται εκ του Ανακτόρου ο Αιακός και ο Ξανθίας).

* * * * * {85} Κλεοφών: δημαγωγός και στρατηγός των Αθηναίων, κωμωδούμενος ως βάρβαρος, καθό Θραξ εκ μητρός, και απότομος τους τρόπους και φλύαρος, διό και παραβάλλεται προς την χελιδόνα. Είνε γνωστός υπό το επώνυμον Κλεοφών ο λυροποιός, έγραψε δε ο Πλάτων ομώνυμον διάλογον, εις τον οποίον εισάγεται η μήτηρ του βαρβαρίζουσα.

{86} Σατυρίζει τον ανωτέρω ως ψάλλοντα φλυάρως μεν, αλλά και κλαυθμηρώς.— όπως η αηδών η θρηνούσα τον υιόν της Ίτυν (ιδέ μετάφρασίν μου «Ορνίθων», εκδ. Φέξη 1910, σελ. 23)—καθό συναισθανόμενον τας υπ' αυτού διαπραχθείσας αδικίας.

{87} Η φράσις αύτη, λεγομένη καθ' υπερβολήν, προδίδει την κατά του Κλεοφώντος αγανάκτησιν εν Αθήναις, καθόσον εν ισοψηφία ο κατηγορούμενος απελύετο. Εν τούτοις ο Κλεοφών κατεδικάσθη και εισήχθη εις ειρκτήν, εντός της οποίας εφονεύθη κατά τινα στάσιν.

{88} Ο ποιητής Φρύνιχος εις την τραγωδίαν του «Ανταίος» εισήγαγε κατά κόρον την πάλην και την κίνησιν μεταξύ των χορών, και τούτον σατυρίζει ο Αρ. (ιδέ και {2}). Κατ' άλλους εννοεί τον ομώνυμον στρατηγόν, υπό τον οποίον ηττήθησαν οι Αθηναίοι. Επροτίμησα διά την μετάφρασιν την πρώτην απόδοσιν.

{89} Ιδέ σημ. {6}. Οι ούτως απελευθερωθέντες δούλοι ενεγράφησαν δημόται Πλαταιών.

{90} Εννοεί τους τέσσαρας στρατηγούς εκ των σωθέντων κατά την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν, καταδικασθέντας ως μη θάψαντας τους νεκρούς και φυγοδικούντας.

{91} Ο Κλειγένης ήτο πλούσιος εκ των μετοίκων, ασχολούμενος εις την πολιτικήν και κωμωδούμενος ως συκοφάντης και καταμηνυτής. Διά τούτο και τον παραβάλλει προς τους βαλανείς τους μεταχειριζομένους διάφορα μίγματα εις το λουτρόν.

{92} Π υ ρ ρ ί α ς: όνομα δούλου από του πυρράς την κόμην, όπως και Ξ αν θ ί α ς από του ξανθός.

{93} «Οίσιν η πόλις προ του ουδέ φαρμακοίσιν εική ραδίως εχρήτατ' άν»• φ α ρ μ α κ ο ί σ ι ν: εννοεί τα λεγόμενα κ α θ ά ρ μ α τ α, ήτοι τους ασθενικούς και νοσηρούς εν γένει, τους οποίους εφόνευον, οσάκις ηπειλείτο η πόλις υπό λιμού• διά την απόδοσιν ταύτην εθεώρησα καταλληλοτέραν την φ ό - λ α, την οποίαν ημείς μεταχειριζόμεθα διά τους κύνας, και συνεκδοχικώς διά πάντα στερούμενον αξίας.

ΣΚΗΝΗ Θ'.

ΑΙΑΚΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ—ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

ΑΙΑΚΟΣ Μα τον Δία τον σωτήρα! ο δικός σου ο δεσπότης είνε παλληκάρι πρώτης!

ΞΑΝΘΙΑΣ πώς τον θέλεις παλληκάρι να μη φαίνεται [μεγάλο] που δεν ξέρει τίποτ' άλλο παρά μόνο το πιοτό και το γαμήσι;

ΑΙΑΚΟΣ Απορώ πώς δεν σου δωκε γερό ξύλο, που εξεσκεπάσθης πως δεν εισ' αφεντικό, όπως ήθελες να δείξης, παρά μόνον δουλικό.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ναι, μα θα κλαιγε κι' εκείνος.

ΑΙΑΚΟΣ Μπράβο σου! στο δούλο πρέπει [τον αφέντη του να βρίζη, αν εκείνος δεν τον βλέπη], όπως συ το κάνεις τώρα• μα κ' εγώ κάθε φορά έτσι κάνω με χαρά.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μπα! σου φαίνεται καλό ; πες μου, σε παρακαλώ.

ΑΙΑΚΟΣ Όταν στα κρυφά τον βρίζω, επιτηρητής θαρρώ [στα μυστήρια] πως είμαι, [πούνε πράμα ιερό].{94}

ΞΑΝΘΙΑΣ Και τι λες [κάθε φορά] σαν της τρως εις τα γερά, και τραβιέσαι προς την θύρα του σπιτιού με μουγκρητό;

ΑΙΑΚΟΣ Α τρελλαίνομαι γι' αυτό!

ΞΑΝΘΙΑΣ Και τι νοιώθεις, με το ξύλο σαν σου κάνουνε κακό;

ΑΙΑΚΟΣ Μα τον Δία! δεν είν' άλλο από τούτο πειο γλυκό!

ΞΑΝΘΙΑΣ Ζευ θεέ! που προστατεύεις κάθε όμοιο πράμα! {95}—[Στάσου]: κι' όταν πας να κρυφακούσης το τι λεν ταφεντικά σου;

ΑΙΑΚΟΣ Τούτο πεια μου φέρνει τρέλλα, μα κι' ακόμα πειο πολύ!

ΞΑΝΘΙΑΣ Κι' όταν βγαίνης στην αυλή και τους βρίζης στους γειτόνους ;

ΑΙΑΚΟΣ Τέτοιαν ηδονή μου δίνει, όταν κάνω τέτοιο πράμα, που νομίζω πως μου χύνει!

ΞΑΝΘΙΑΣ Ω Απόλλων μου και Φοίβε!— Δος μου [σε παρακαλώ] το δεξί σου το χεράκι, φίλα με να σε φιλώ, κ' έλα πες μου, μα τον Δία, —που κι' αυτός είνε μπασμένος σαν εμάς εις την δουλεία— σαν τι γίνετ' εκεί μέσα, που αντηχούσαν τόσοι λόγοι και βοή και βρισολόγι ;

(Ακούεται έσωθεν θόρυβος φιλονεικίας).

ΑΙΑΚΟΣ Του Αισχύλου κ' Ευριπίδη...

ΞΑΝΘΙΑΣ Αι!

ΑΙΑΚΟΣ Μεγάλη φασαρία, κ' έκαμαν οι πεθαμένοι στάσι.

ΞΑΝΘΙΑΣ Και για ποιαν αιτία ;

ΑΙΑΚΟΣ Είνε νόμου διατάξεις εδώ κάτω, σχετικές με της τέχνες της μεγάλες και της πειο ευγενικές: από τους τεχνίτες όλους ο πειο πρώτος [γι' αμοιβή του, δωρεάν] στο Πρυτανείο {96} θα λαβαίνη την τροφή του κι' αυτός [μόνο] θάχη θρόνο εις τα πλαγινά στημένο απ' του Πλούτωνος το θρόνο.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μάλιστα, καταλαβαίνω.

ΑΙΑΚΟΣ Ως που να ξανάρθη άλλος με την τέχνη πειο μεγάλη, οπού τότ' αυτός το θρόνο θα τον παραδώση πάλι.

ΞΑΝΘΙΑΣ Κι' ο Αισχύλος τι φοβάται;

ΑΙΑΚΟΣ Μόνος του κρατούσ' αυτός τον τραγωδικό το θρόνο, πούνε πλέον δυνατός.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ε, και τώρα ποιος τον πήρε από κείνον;

ΑΙΑΚΟΣ Απ’ την ώρα που κατέβη ο Ευριπίδης [εις αυτήν εδώ τη χώρα], επιδείχθηκε [στους δρόμους] σε κακούργους{97} λωποδύτες και σε βαλλαντιοτόμους κι' όσους να τρυπούν της μάνδρες ξέρουνε καλά τον τρόπο, —-όπου είνε από δαύτους πληθυσμός 'ς αυτόν τον τόπο,— κι' όλοι αυτοί, με το ν' ακούσουν κάθε του αντιλογία, της στροφές, τους λυγισμούς του, τέτοια πάθαινε μανία, που για πειο σοφόν απ' όλους τον επήραν τούτον μόνο, κ' έτσι, από φαντασμάρα, άρπαξε κι' αυτός το θρόνο που καθόνταν' ο Αισχύλος.

ΞΑΝΘΙΑΣ Δεν του πέταξαν οι άλλοι και λιθάρια [στο κεφάλι];

ΑΙΑΚΟΣ Μα τον Δία, δίκηο έχεις, μα [εβγήκε] να ζητήση με τρανή βοήν ο δήμος για τους δυο να γίνη κρίσι, και ν' αποδειχθή ποιος θάνε ο σοφώτερος στον τρόπον.

ΞΑΝΘΙΑΣ [Βρε ποιος δήμος κάνει κρίσι]; Τούτος δω των παληανθρώπων;

(Δεικνύει το κοινόν)

ΑΙΑΚΟΣ Πες και κάτι παραπάνω.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα καλά και ο Αισχύλος πώς κανένα δεν ευρήκε νάνε σύμμαχος [και φίλος];

ΑΙΑΚΟΣ Ε, μα ξέρεις, κ' εδώ κάτω, όπως και στον τόπον τούτον,

(δεικνύει το κοινόν.)

λίγοι έχουν την τιμήν τους.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ε, και τι θα κάμη ο Πλούτων;

ΑΙΑΚΟΣ Νά, αγώνα θα τους φτιάση, είδος κρίσι, και την τέχνη καθενός να εξετάση.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα για πες μου: τι συνέβη που ο Σοφοκλής δεν πήρε τα πρωτεία;

ΑΙΑΚΟΣ Σαν κατέβη [εις αυτά εδώ τα μέρη πήγε], του πιασε το χέρι τον εφίλησε [σαν φίλο] κ' υποχώρησεν, ο θρόνος ν' απομείνη στον Αισχύλο. Τώρα δευτερώτερός του εις το πλάγι θα καθήση, όπως είπ' ο Κλειδημίδης{98}• ο Αισχύλος αν νικήση, θαν' τα πράματα όπως πρώτα• μ' αν στην τέχνη νικηθή, τότε μένει ο Ευριπίόης και μ' αυτόν θα μετρηθή.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ε, και τι θ' ακολουθήση;

ΑΙΑΚΟΣ Νά, εδώ και λίγη ώρα το τρανό κακό θ' αρχίση, και θα ζυγισθ' η αξία καθενός στη ζυγαριά.

ΞΑΝΘΙΑΣ Θα ζυγίσουν τραγωδίες [για να βρουν την πειο βαρειά];

ΑΙΑΚΟΣ Ναι, και θα μετακομίσουν και κανόνες, και τα λόγια με την πήχη θα μετρήσουν, και περβάζια θα τους βάλουν...

ΞΑΝΘΙΑΣ Πλίθες απ' τη γη θα βγάλουν;!

ΑΙΑΚΟΣ Και [θα βάλουνε ακόμη] 'ς αυτές σφήνες, διαμέτρους. Είν' του Ευριπίδη γνώμη ότι στίχο με το στίχο η εξέτασις να γίνη εις της τραγωδίες πρέπει.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα θαρρώ πως θα το κρίνη τέτοιο πράμα ο Αισχύλος σαν πολύ βαρύ [και μαύρο].

ΑΙΑΚΟΣ Βέβαια• θα σκύψη κάτω και θα βλέπη σαν τον ταύρο.{99}

ΞΑΝΘΙΑΣ Ε, κι' αυτά ποιος θα τα κρίνη ;

ΑΙΑΚΟΣ Βλέπω δύσκολον τον τρόπον, γιατί βρίσκουνε κ' οι δυο τους έλλειψι σοφών ανθρώπων• αφού μάλιστ' ο Αισχύλος για κριτάς του [καθώς πρέπει] ούτε και τους Αθηναίους παραδέχεται.

ΞΑΝΘΙΑΣ Θα βλέπη [με το κόμμα του Ευριπίδη] λωποδύτες αρκετούς.

ΑΙΑΚΟΣ Κι' αν ειπής και για τους άλλους, μήπως δέχεται κι' αυτούς πως μπορούνε νάχουν γνώμη και για ποιητάς ακόμη; Έτσι τον αφεντικό σου για κριτή θα φέρουν γύρα που χει [λένε] για την τέχνη του θεάτρου [κάποια] πείρα. {100} Έλα τώρα πάμε μέσα• γιατί, σαν ταφεντικά μας κάτι γρήγορα γυρεύουν, το ξεσπάνε στα πλευρά μας!

(Εισέρχονται αμφότεροι εις το Ανάκτορον).

* * * * * {94} Ως εξηγείται και διά των εν ταις ακύλαις παρεντεθειμένων, η επιτήρησις των Μυστηρίων εθεωρείτο μεγάλη τιμή και ιερά υπηρεσία.

{95} Ούτως απεδόθη η λέξις «ομόγνιε»: θαυμάζει την ομοιότητα των πραγμάτων, δηλαδή τα όμοια ελαττώματα των υπηρετών, αντί να είπη «ω της ομοιότητος!»

{96} Μεταφέρει το εν Αθήναις έθιμον και εις τον Άδην. Το Πρυτανείον ήτο, ως γνωστόν, δημόσιον κτίριον, ένθα συνεδρίαζον οι Πρυτάνεις, διετήρουν τα αγήματα, εφιλοξενούντο οι επίσημοι ξένοι και έτρωγον οι πολίται εις δημοσίαν σίτισιν, εις νεωτέρους δε χρόνους μόνον οι ανεγνωρισμένοι σοφοί.

{97} Πατραλοίας.

{98} Κατ' άλλους υιός του Σοφοκλέους, κατά δε τον Απολλώνιον υποκριτής των σοφοκλείων τραγωδιών, κωμωδούμενος ως ξένος.

{99} Εννοεί την μεγαλοπρέπειαν του ποιητικού ύφους του Αισχύλου.

{100} Ο Διόνυσος ήτο θεός και προστάτης της τέχνης, ανεφέρθη ως και αλλαχού.

ΣΚΗΝΗ Ι'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Στην ψυχή του δίχως άλλο ο βροντόφωνος Αισχύλος θάχη το θυμό μεγάλο, όταν τον αντίπαλό του τον σκουξιάρη θ' αντικρύζη, που τα δόντια θ'ακονίζη. Απ' τη μανία τη μεγάλη και τρομερή θα γίνη πάλη με λόγια, που θα μοιάζουνε με κράνη αστραφτερά που νάχουν κι' αλογοουρά, [λόγια]—αγκίδες καλαμιού—παρακινδυνευμένα, μα κ' έργα τορνευμένα• Κι' ο [Ευριπίδης] από δω προφύλαξι θα πάρη [απ' τον Αισχύλο τον αντίπαλο του], που μοιάζει κάθε λόγος του με καβαλλάρη, κ' έχει την τέχνη μέσα στο μυαλό του. Και ο [Αισχύλος από κει] τη χαίτη του τινάζοντας απ' τα δικά του τα μαλλιά, τα πυκνωμένα, θα ειπή με βροντερή φωνή και σκουντουφλιάζοντας λόγια σφιχτοδεμένα, και ξεκολλώντας [τώνα με το άλλο], όπως σανίδες καραβιού από σεισμό μεγάλο! {101} Μα και του άλλου η γλώσσα η γυαλιστερή και η καλοδεμένη, θα βγη ξετυλιγμένη• οι χαλινοί της οι φθονεροί θα κινηθούνε, και [δεν θ' αργήση] να κομματιάση, να λεπτολογήση, τα λόγια, που [για να τα ειπή κανένας μόνο, θα νοιώση να του φέρνουνε μέσ'] στα πλεμόνια πόνο!

ΑΥΛΑΙΑ

* * * * * {101} Αδύνατος δι' εμέ τουλάχιστον η ακριβεστέρα απόδοσις εις στίχους ομοιοκαταλήκτους του χορικού τούτου, έχοντος επί λέξει εν τω κειμένω ως εξής: «...τότε δη μανίας υπό δεινής όμματα στροβήσεται. έσται δ' ιππολόφων τε λόγων κορυθαίολα νείκη, σκινδαλάμων τε παραξόνια, σμιλεύματα τ' έργων, φωτός αμυνομένου φρενοτέκτονος ανδρός ρήμαθ' ιπποβάμονα. φρίξας δ' αυτοκόμου λοφιάς λασιαύχενα χαίταν, δεινόν επισκύνιον ξυνάγων βρυχώμενος ήσει ρήματα γομφοπαγή, πινακηδόν αποσπών γηγενεί φυσήματι.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

[Αίθουσα του εν τω Άδη ανακτόρου του Πλούτωνος, εν είδει προαυλίου. — Ο Πλούτων κάθηται επί θρόνου εις το μέσον του βάθους της σκηνής, παραπλεύρως δε αυτού επί μικροτέρου θρόνου ο Αισχύλος.—Ο Διόνυσος κάθηται εις έτερον θρόνον, τοποθετημένον προς το αριστερόν παρασκήνιον, ο δε Ξανθίας ίσταται όπισθέν του.— Ο Χορός των Μυστών έναντι του Διονύσου προς το δεξιόν παρασκήνιον και προ αυτού ο Ευριπίδης όρθιος, με την δεξιάν χείρα προκλητικώς τοποθετημένην επί του θρόνου του Αισχύλου].

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΑΙΣΧΥΛΟΣ — ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ — ΠΛΟΥΤΩΝ — (ΞΑΝΘΙΑΣ) ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Διόνυσον)

Μη χάνης τα λογάκια σου• το θρόνο δεν αφίνω• είμαι στην τέχνη πειο καλός απ' [τον Αισχύλο] εκείνο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αισχύλε, τι εσώπασες ; Ακούς το τι σου ψάλλει;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Στάσου, τη σοβαρότητα να πάρη τη μεγάλη, όπως στης τραγωδίες του φορές παρά πολλές μας το σκαρώνει.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, και συ! πολύ χονδρά τα λες! ευλογημένε άνθρωπε.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τον ξέρω από προτήτερα κι' απ' όλους πειο καλήτερα: που φτιάνει άγριους ήρωας [στα έργα του], κι' ακόμα: έχει τη γλώσσ' αυθάδικη, μα έχει και το στόμα ακράτητο κι' απύλωτο και δίχως χαλινούς• που [ο δικός του νους] δεν είπε τίποτε σωστά, και βγαίνουνε τα λόγια του ξυλοδεματιαστά. {102}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ω γυιέ της Λαχανοθεάς! {103} να λες αλήθεια τάχα ; συ, που μαζεύεις όπου βρης φαφλαταριές {104} μονάχα [κ' έχεις για μόνη σου δουλειά] φτωχόν τον κάθε βασιληά {105} να φτιάνης,—συ λοιπόν μιλείς 'ς εμένα με τη γλώσσ' αυτή, ω κουρελομπαλωματή ;{106} Ησύχασε, κι' ώρες πολλές δεν θα χαρής γι' αυτό που λες!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κόφ το, Αισχύλε! [στάσου!] δεν πρέπει και ν' αναφτούνε πολύ τα αίματά σου.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Δεν παύω τούτη τη φορά, πριν αποδείξω καθαρά ποιος είν' η αφεντιά του, που φτιάνει [όλο ήρωας] κουτσούς [στα δράματά του]. {107}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Χορόν) Μαύρο αρνί φέρτε, παιδιά! {108} όπου κι' αν ήνε τώρα θα μας πλακώσ' η μπόρα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (προς τον Ευριπίδην) Συ, μονολόγους κρητικούς στα έργα σου συνάζεις, {109} και γάμους όλο ανόσιους μέσα στην τέχνη βάζεις {110}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αισχύλε πολυτίμητε! κρατήσου απ' το βρισίδι. — Και συ, αν είσαι φρόνιμος, ω πονηρέ Ευριπίδη, φυλάξου απ' το χαλάζι αυτό, μήπως και σου τινάξη κανένα λόγο απ' το θυμό βαρύ στον κρόταφό σου, σαν το ραπανοκέφαλο, {111} και όξω σου πετάξη τον Τήλεφό σου! — Αλλά και συ δίχως θυμούς, Αισχύλε, ρώτησε τον κ' ήσυχα ξέτασέ τον γιατί κανείς δεν πρέπει τους ποιητάς να βλέπη ως είδος τι φουρνάρισσες ν'αλλάζουνε βρισίδια• μα σαν πουρνάρι, που άναψε, τριζοβολάς τα ίδια.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Εγώ είμαι τώρα έτοιμος και τόπο δεν θα δώσω, ή πρώτα τον δαγκώσω, ή πρώτα δαγκωθώ εγώ• ας κάμη όπως ξέρει,— στους στίχους και στα λυρικά και 'ς [όσ' ακόμα μέρη έχουνε] νεύρο τραγικό• [κι' αν θέλη ας ορίση να' βάλουμε σε κρίσι] Αίολο και Μελέαγρο και τον Πυλέα ακόμη. {112}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και συ ποιάν έχεις γνώμη ; για πες, Αισχύλε, τι ζητείς ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Θα ήθελα η κρίσι να μη γενή στον τόπο αυτόν, γιατί δεν είνε ίση η θέσις καθενός.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γιατί;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Γιατί μαζύ μ' εμένα τα έργα δεν πεθάνανε. που έχω εγώ γραμμένα, [και μένουν με τους ζωντανούς μαζύ], μα η δική του η ποίησις, επέθανε και ήλθ' εδώ μαζύ του, και θάχη να μας ψάλλη• μα σαν σου φαίνεται καλό, κ' έτσι θα γίν'η πάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον χορόν) Εμπρός! ας έλθη κάποιος να μου φέρη λίγο λιβάνι και φωτιά στο χέρι• θέλω να ευχηθώ προτού ν' αρχίση των επιχειρήματων τους η κρίσι, να κρίνω τούτον τον αγώνα με κάθε μουσικόν κανόνα. Και τώρα σεις ν' αρχίσετε, στης Μούσες έναν ύμνο σας να σιγοτραγουδήσετε.

(Είς εκ του Χορού προχωρεί και φέρει εις τον Διόνυσον πύραυνον και λιβανωτόν).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Ω Μούσες, [κόρες] του Διός, αγνές εννηά παρθένες, που των ανδρών της φρόνιμες και λεπτολόγες φρένες, με της μεγάλες σκέψεις τους,{113} απάνωθε κυττάτε, όταν καυγάδες πιάνουνε, και τρικλοποδιά {114} βάνουνε, κι' αντιλογούν,—-ελάτε, για να επιτηρήσετε δυο στόματα, που έχουνε τη δύναμι την ίδια, και λόγια να χαρίσετε και λογοπριονίδια {115}!

(Προς τους Ευριπίδην και Αισχύλον)

— Ελάτε τώρα εμπρός, ο αγώνας της σοφίας ν' αρχίση ο λαμπρός,

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(προς τον Ευριπίδην και Αισχύλον)

Πρέπει και σεις να ευχηθήτε τους στίχους σας προτού να ειπήτε.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ Δήμητρα! που την ψυχή μου έθρεψες [με τόσα δώρα], {116} και για τα μυστήρια σου να με κρίνης άξιον τώρα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην) Να και συ λιβάνι, ρίχ' το.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

(λαμβάνων και ρίπτων εις το πυρ τον λιβανωτόν)

Ναι, καλά• μα είνε άλλοι οι θεοί, όπου θα κάνω προσευχήν εγώ [μεγάλη],

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τι; θεούς δικούς σου ; έχεις και 'ς αυτούς καινούργιο κόμμα ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Βέβαια.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, προσευχήσου και στους ιδικούς σου ακόμα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Αιθέρια μου βοσκίσματα, {117} γλώσσας στριφογυρίσματα, σκέψι με πονηρό σκοπό, ρουθούνια που βοηθάτε στη φωνή, {118} — δόστε, δόστε να βγουν αληθινοί οι λόγοι που θα ειπώ.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Κ' εμείς επιθυμούμε λόγους καλούς, αρμονικούς, από δυο άνδρες λογικούς ν' ακούσουμε, και το σοφό το δρόμο τους να ιδούμε. Η γλώσσ' αγρίεψε βαρειά, και η καρδιά του καθενός έχει αρκετή παλληκαριά. κι' ο νους τους δεν είν' ήσυχος κι' ακίνητος δεν μένει. Πρέπει να περιμένη καθένας μας ν' ακούση, από τον ένα

(δεικνύει τον Ευριπίδην)

