# Ίων

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27389/index.md

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κ' είνε το πειο τρανό κακό αυτό που συ θα πάθης: θα φέρης μέσ' στο σπίτι σου γι' αφέντη έναν άνδρα χωρίς μητέρα, γέννημα κάποιας γυναίκας δούλας και απολιτογράφητον· λιγώτερο θα ήταν βέβαια το τούτο κακό, αν έφερνε στο σπίτι από γυναίκα ευγενικιά παιδί, και σ' είχε πείση ότι μ' εκείνη τόκανε, αφού εσύ ήσουν στείρα· κι' αν ίσως πάλιν ήτανε τούτο πικρό για σένα, άλλη γυναίκα ας εύρισκε στο γένος του Αιόλου. Πρέπει λοιπόν εκδίκησι να εύρης γυναικεία για όλα τούτα, ή σπαθί στο χέρι σου να πάρης, η δόλια, ή με φάρμακα τον άνδρα να σκοτώσης και το παιδί, προτού να βρης το θάνατο από κείνους. Εάν δειλιάσης συ γι' αυτό, θα χάσης τη ζωή σου· γιατί όταν έλθουν δυο εχθροί μέσα στο ίδιο σπίτι, θα καταντήση δυστυχής ο ένας ή ο άλλος. Επιθυμώ λοιπόν κ' εγώ ν' αγωνισθώ μαζύ σου, και να σκοτώσουμε μαζύ το γυιό του, εκεί μέσα, στο σπίτι εκείνο μπαίνοντας που κάνει το τραπέζι. Έτσι κ' εγώ πεθαίνοντας, την υποχρέωσί μου θα βγάλω στους αφέντες μου, που χρόνια μ' έχουν θρέψη, ή ζωντανός να μοιρασθώ μαζύ τους τη χαρά τους. Γιατί ένα μόνο, τόνομα, φέρνει ντροπή στους δούλους· μα σαν ο δούλος είν' καλός, από τους ελευθέρους δεν είνε πειο χειρότερος.

ΧΟΡΟΣ Κυρά μου αγαπημένη, θέλω τη συφορά κ' εγώ να μοιρασθώ μαζύ σου, κ' ή να πεθάνω, ή κ' εγώ να ζήσω ευτυχισμένη.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ψυχή μου! πώς να σιωπήσω και πώς ν' αφήσω τη ντροπή, τους έρωτες να φανερώσω τους σκοτεινούς;. . . τι μ' εμποδίζει;. . . Την αρετή για ποιόν κρατούμε όταν ο άνδρας μας προδίνη; Σπίτι δεν έχω, παιδιά δεν έχω και η ελπίδες μου πάνε χαμένες που δεν εμπόρεσα να της κρατήσω, και για τα τέκνα εσιωπούσα και για το γάμο το θλιβερό. Μα όχι! στου Διός θα ορκισθώ το θρόνο τον πολύαστρο, κι ακόμα στην Αθηνά, των βράχων μου θεάν, μα και στο ακρογιάλι το ιερό του Τρίτωνος της λίμνης, πως θα κάνω το σφάλμα μου γνωστό, να ελαφρώσω τα στήθηα μου από το βάρος τους αυτό. Από τα μάτια μου σταλάζει δάκρυ και η ψυχή μου πόνον έχει πάρη απ' τους ανθρώπους και απ' τους αθανάτους, που αχάριστους θα τους αποδείξω, προδότες της συζυγικής αγάπης. Ώ, που με της εφτάφωνης κιθάρας το άψυχο το κέρας τραγουδάς τους ύμνους τους αρμονικούς στης μούσες, γυιέ της Λητούς! σε σένα θα μιλήσω: ήλθες 'ς εμέ με τα χρυσά μαλλιά σου αστράφτοντας, όταν εγώ τα στήθια εστόλιζα με κίτρινα λουλούδια, όμοια με τα χρυσά φορέματά μου. Μ' άρπαξες απ' τα χέρια τα λευκά μου, και μ' έσυρες στο βάθος της σπηληάς, ενώ εγώ τη μάννα μου ζητούσα, και συ, θεός, επλάγιασες μαζύ μου ερωτικά και με χωρίς ντροπή. Η δύστυχη! σου γέννησα παιδί, που τ' άφησ' απ' της μάννας μου το φόβο εκεί, όπου εσμίχθηκα με σε. Αλλοίμονο μου! το φτωχό παιδί, που ήτανε δικό μου και δικό σου, τα όρνυα μού τ' αρπάξανε κ' εχάθη, και συ κιθάρες παίζεις, τραγουδείς! Ώ ναι! εις της Λητούς το γυιό μιλώ, εσένα, ——όπου κάθεσαι στης γης τη μέση και στους θρόνους τους χρυσούς, κι' αφίνης τα μαντέματα να——φθάση έως την ακοή σου η φωνή μου. Αχ! εραστή κακέ! που δίνης τώρα στον άνδρα τον δικό μου ένα παιδί, χάρι που δεν αξίζει, και το φέρνεις στο σπίτι μου· κι ο γυιός μου, πούνε γυιός σου, χωρίς κανείς να ξέρη, εφαγώθη από τα όρνυα μέσ' στα σπάργανά του, που η μάννα του τον τύλιξεν——εγώ! Η Δήλος σε μισεί· μα και της δάφνης οι κλώνοι με το φοίνικα μαζύ το φουντωτό, εκεί που με τον Δία σ' εγέννησε η σεμνή Λητώ!

ΧΟΡΟΣ Αλλοίμονο! ποια άβυσσος μεγάλη τώρ' ανοίγεται, με συφορές, όπου γι αυτές καθένας θα δακρύση.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Το πρόσωπό σου βλέποντας η θλίψι με γεμίζει, ώ κόρη μου, και γίνομαι έξ' απ' τον εαυτό μου. Το ένα κακό δεν πέρασε που έλυωσε την ψυχή μου, και τώρα με τα λόγια σου άλλο κακό με δέρνει σαν κύμα, που σε συφοράς εμπήκες νέους δρόμους απ' τα σημερινά κακά. Τι λες; ποιάν αμαρτία κατηγορείς του Απόλλωνος; ποιό γυιό έχεις γεννήση; σε ποιά μεριά της πόλεως το αγαπητό παιδί σου έγινε θύμα των θεριών; για ξαναπές το πάλι.

ΚΡΕΟΥΣΑ Σε ντρέπομαι, ω γέροντα, μα όμως θα μιλήσω.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ξέρω των φίλων τα κακά να μοιρασθώ μαζύ τους.

ΚΡΕΟΥΣΑ Άκουσε· ξέρεις συ καλά στου Κέκροπος το βράχο το άντρο εκεί το πρόσβορρο, όπου Μακρές το λέμε;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ξέρω, στο άντρον του Πανός πούνε βωμοί κοντά του.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αχ! εδοκίμασα εκεί λαχτάρα εγώ μεγάλη.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Λαχτάρα, ποιάν; στα λόγια σου τα δάκρυα μου τρέχουν.

ΚΡΕΟΥΣΑ Δύστυχο γάμο άθελα έκαμα με το Φοίβο.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κόρη μου! τάχα ναν' αυτό που είχα καταλάβη;

ΚΡΕΟΥΣΑ Δεν ξέρω· την αλήθει' αν λες, θα σου τ' ομολογήσω.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Και την αρρώστια την κρυφή πότε είχες υποφέρη;

ΚΡΕΟΥΣΑ! Τούτο θα ειπώ, τη συφορά να σου τη φανερώσω.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Και πώς τον κράτησες κρυφό του Απόλλωνος το γάμο;

ΚΡΕΟΥΣΑ Εγέννησα· περίμενε και θα τ' ακούσης, γέρο.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πού, ποιός σε ξεγέννησε; εγέννησες μονάχη;

ΚΡΕΟΥΣΑ Μονάχη, μέσα στη σπηληά που είχα γνωρίση εκείνον.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Που είνε το παιδί,—να ειπής και συ παιδί πώς έχεις;

ΚΡΕΟΥΣΑ Πέθανε, γέρο· στα θεριά μονάχο το είχ' αφήση.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πέθανε; κι'ο Απόλλων πώς, δεν ήλθε βοηθός του;

ΚΡΕΟΥΣΑ Δεν βοήθησε, και τώρ' αυτό στον Άδη μεγαλώνει.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Και ποιός το άφησεν εκεί; βέβαια συ δεν θάσαι.

ΚΡΕΟΥΣΑ Εγώ, που με τα πέπλα μου το τύλιξα στο σκότος.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κι' ότι άφησες εκεί παιδί δεν το 'μαθε κανένας;

ΚΡΕΟΥΣΑ Η μυστικότης το 'ξερε κ' η συφορά μονάχα.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Και πώς το γυιό σου ετόλμησες μέσ'στη σπηληά ν'αφήσης;

ΚΡΕΟΥΣΑ Πώς; κλάψες έκαμα πολλές εκεί και μοιρολόγια.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Αχ! τολμηρά ήσουν και συ, μα πειο πολύ ο Απόλλων.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αν το 'βλεπες το δύστυχο τα χέρια να μ' απλώνη!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Το γάλα σου εγύρευε ή αγκαλιά μητέρας;

ΚΡΕΟΥΣΑ Την αγκαλιά μου, κι' άδικα το είχα βασανίση.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Τι τάχα συ περίμενες που 'ριξες το παιδί σου;

ΚΡΕΟΥΣΑ Επίστευα πως ο θεός θα σώση τη γενειά του.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (καλύπτων το πρόσωπον και κλαίων). Αχ! του σπιτιού σου τη χαρά ποιά συφορά τη δέρνει!

ΚΡΕΟΥΣΑ Τι κρύβεις το κεφάλι σου και κλαις, ω γέροντά μου;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πού βλέπω τον πατέρα σου και σε δυστυχισμένους.

ΚΡΕΟΥΣΑ Έτσ' είν' ο κόσμος· τίποτε στη θέσι του δεν μένει.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Έ, τώρα η λύπες, κόρη μου, ας μη μας παρασέρνουν.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αχ! τι να κάμω; σύγχυσι μας φέρν' η δυστυχία.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Νά, εκδικήσου το θεό που σ' έχει αδικημένη.

ΚΡΕΟΥΣΑ Πώς θα νικήσω εγώ, θνητή, τον δυνατώτερό μου;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Τα ιερά χρηστήρια να κάψης του Λοξία.

ΚΡΕΟΥΣΑ Φοβάμαι· γιατί βάσανα ετράβηξα ως τώρα.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Έ, καμ' εκείνο που μπορείς· και σκότωσε τον άνδρα.

ΚΡΕΟΥΣΑ Τον σέβομαι, απ' τον καιρό που ήταν καλός για μένα.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Σκότωσ' το γυιό, που για κακό δικό σου εγεννήθη.

ΚΡΕΟΥΣΑ Πώς; είνε τάχα δυνατό; αχ, τούτο πώς το θέλω!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Όπλισε τους ανθρώπους σου όπου σ' ακολουθούνε.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ώ, ναι! πηγαίνω. . . Αλλά που το πράμ' αυτό θα γίνη;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Μέσα στης ιερές σκηνές, που φίλους τραπεζώνει.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ο φόνος θάνε φανερός, κ' είν' άτολμοι οι δούλοι.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Αλλοίμονο! εδείλιασες! έ, κάμε το μονάχη!

ΚΡΕΟΥΣΑ Έχω ένα τρόπον ασφαλή, μα και κρυφό ακόμα.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Σ' όποιο κι αν θέλης απ' τα δυο, εγώ θα σε βοηθήσω.

ΚΡΕΟΥΣΑ Άκουσε: ξέρεις τάχα εσύ τη μάχη των Γιγάντων;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ξέρω, που πολεμήσανε με τους θεούς στη Φλέγρα.

ΚΡΕΟΥΣΑ Εκεί εγέννησεν η γη το τέρας, τη Γοργόνα. . .

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Να πολεμήση τους θεούς, βοηθώντας τα παιδιά της;

ΚΡΕΟΥΣΑ Κ' η κόρη του Διός Παλλάς τη σκότωσε κατόπι.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Τάχα ο λόγος είν' αυτός που από καιρόν ακούω;

ΚΡΕΟΥΣΑ Το δέρμα της η Αθηνά στο στήθος της το φέρνει.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Α, της Παλλάδος τη στολή όπου την λέν' Αιγίδα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Αυτό επήρε τόνομα μέσ' στων θεών τη μάχη.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ποιό σχήμα έχει άγριο της Αθηνάς η Αιγίδα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Έχει το θώρακα με οχιές περιτριγυρισμένον.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πώς τούτο, κόρη, θα γενή για τους εχθρούς σου βλάβη;

ΚΡΕΟΥΣΑ Ξέρεις τον Ερεχθόνιο, ή δεν τον ξέρεις, γέρο;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Αυτόν που έβγαλεν η γη για πρώτο πρόγονό σας;

ΚΡΕΟΥΣΑ 'Σ εκείνον έδωκε η Παλλάς την ώρα που εγεννήθη. . ..

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον χορόν) Τι πράμα; κάτι ήθελες να ειπής εσύ ακόμα.

ΚΡΕΟΥΣΑ Τούδωκε δυο σταλαγματιές απ της Γοργόνας το αίμα.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ποιά δύναμιν είχεν αυτές για τη ζωή του ανθρώπου;

ΚΡΕΟΥΣΑ Η μια να φέρνη θάνατο, κ' η άλλη να γιατρεύη.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ(προχωρών). Πώς της σταγόνες έβαλεν εις του παιδιού το σώμα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Χρυσόδετες της έδωκε· κι' αυτός εις τον πατέρα μου.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κ' εκείνος όταν πέθανε της άφησε 'ς εσένα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Ναι· και στο χέρι μου εδώ της φέρνω [σε βραχιόλι].

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Το διπλό δώρο της θεάς ποιά δύναμι έχει τώρα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Η μια σταγόνα, που 'πεσε απ' τη βαθειά τη φλέβα..

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ε, τι την κάνουνε αυτήν; ποιά δύναμι έχει τάχα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Εκείνη τρέφει τη ζωή και της αρρώστιες διώχνει.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Της δεύτερης σταλαγματιάς η δύναμι ποιά είνε;

ΚΡΕΟΥΣΑ Σκοτώνει· από της οχιάς εβγήκε το φαρμάκι.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Της έχεις και της δυο μαζύ, ή χωριστά της φέρνεις;

ΚΡΕΟΥΣΑ Ναι, χωριστά· γιατί καλό με το κακό δεν πάει.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Αγαπημένη κόρη μου! αυτό που θέλεις τόχεις.

ΚΡΕΟΥΣΑ Μ' αυτό θα πάθη το παιδί, και συ θα το σκοτώσης.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πως; τι θα κάμω; πες το συ κ' εγώ θα το τολμήσω.

ΚΡΕΟΥΣΑ Εις την Αθήνα, σαν θα 'ρθη στο σπίτι το δικό μου.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Δεν τώπες ούτε συ καλά, κ' ύστερα λες για μένα.

ΚΡΕΟΥΣΑ Πώς; τάχα εμάντευσες εσύ τ' ήλθε στο νου μου μέσα;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Συ θα περάσης για φονιάς, χωρίς να το σκοτώσης.

ΚΡΕΟΥΣΑ Σωστά· λέν' πως η μητρυιές τους προγονούς μισούνε.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πρέπει εδώ να σκοτωθή για ν' αρνηθής το φόνο.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αχ! από τώρα αισθάνομαι την ηδονή του φόνου!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Και δεν θα νοιώση ο άνδρας σου το μυστικό πως ξέρεις.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ε, ξέρεις τι θα κάμης, συ; απ' το δικό μου χέρι να πάρης το παληό χρυσό της Αθηνάς στολίδι, και τράβα εκεί που ο άνδρας μου κάνει κρυφές θυσίες· και σαν τελειώση το φαΐ, και θέλουν για να κάμουν εις τους θεούς σπονδές, εσύ, κρυμμένο έχοντας τούτο στο φόρεμά σου, ρίξε το στου νέου το ποτήρι, μα στο ποτήρι μόνο αυτού, και όχι και στων άλλων,— 'ς αυτόν μονάχα, που θα' ρθη το σπίτι μου να πάρη· κι' απ' το λαιμό του σαν διαβή, ποτέ δεν θα πατήση στην ένδοξην Αθήνα μας, και θα πεθάνη εδώ!

(Παραδίδει το βραχιόλιον με την χρυσήν κύστιν εις τον Πρεσβύτην και εξέρχεται.)

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

(Προς την εξερχομένην Κρέουσαν).

Συ στους προξένους πήγαινε [που σας φιλοξενούνε], κι' όσο για μας θα κάνουμε το χρέος μας δω πέρα,

(Ωσεί προς εαυτόν).

Γέρικο πόδι! τράβα εμπρός! ξανάνοιωσε στην πράξι, και μ' όλο που τα χρόνια σου δεν σε βοηθούνε πεια! Προχώρησε! και τον εχθρό πούχουν τ' αφεντικά σου, βόηθα, να τον σκοτώσουνε και να σωθή το σπίτι!

(Διευθύνεται μετά κόπου προς δεξιά κρύπτων το βραχιόλιον εις τον κόλπον του)

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ

ΧΟΡΟΣ Κόρη της Δήμητρας! που σε λατρεύουνε σε κάθε οδό, και βασιλεύεις κάτω στης νύχτας και στης μέρας τα φαντάσματα, — ώ Περσεφόνη! οδήγησε γεμάτο το κακοθάνατο ποτήρι τώρα, που στέλν' η πολυσέβαστη κυρά, με της σταλαματιές, που απ' τον κομμένο λαιμό χύθηκαν έξω μια φορά της γήινης Γοργόνας, εις εκείνον που μπαίνει μέσ' στο σπίτι μας,— κανείς στην πόλι να μη βασιλέψη ξένος, παρά οι Ερεχθείδαι οι ευγενείς. Κι' ο θάνατος να ‘ρθή αν δεν προφθάση, απ' της κυράς μας τη μεγάλη βιάσι, κι' αν ίσως ο καιρός γι' αυτό δεν φθάνει το τόλμημα, που είχαμε τόση λεπίδα, θηλειά σχοινιού τριγύρω στο λαιμό του, ή και σπαθιού ακονιστή ελπίδα, τους πόνους της θα διώξη μ' άλλον πόνο, κ' έτσι θ' άλλάξη ο βίος της και μόνο. Όσω βαστά η ζωή της, και τα μάτια της έχουνε λάμψι φωτεινή, δεν θα δεχθή αφέντη ξένο να θωρή στο σπίτι της αυτή, πούχει από αφέντες γεννηθή!

(Αντιστροφή)

Μεγάλη αισθάνομαι ντροπή για το θεό το Βάκχο, τον πολυτραγουδημένον, όταν στης καλοχόρευτες πηγές κοντά θα τον ιδή την νύχτ' αγρυπνημένον με τη λαμπάδα της γιορτής στα χέρια {5) — όταν η αστροφώτιστες η χώρες χορεύουν του αιθέρα, κι' η σελήνη, και η πενήντα του Νηρέως κόρες στης θάλασσες στήνουν χορό κ' εκείνες και στων αιώνιων ποταμών της δίνες, για τη μητέρα Δήμητρα την τιμημένη και για την Κόρη τη χρυσοστεφανωμένη. Να γίνη βασιληάς εκεί ελπίζει, ο κλέφτης! ξένους κόπους να κορδίζη!

(Αντιστροφή. — Παράβασις).

Κυττάχτε σεις που τραγουδείτε στον κάθε άνομο έρωτά μας όλο κακόηχα τραγούδια για τα κρεββάτια τα δικά μας, πως των ανδρών εγώ τους άδικους τους έρωτες με σεβασμό υπομένω· και τώρα πεια ας πέση απάνω τους κάθε τραγούδι καταφρονεμένο, κ' η μούσες όλην την κακογλωσσιά τους ας ρίξουν στα κρεββάτια τα δικά τους. Αυτός, που από Διός παιδιά κατάγεται, φανέρωσε μεγάλη αχαριστία, γιατί και στην κυρά παιδί δεν έδωκε· να ιδή κι' αυτή την ιδίαν ευτυχία· κι' αισθάνθη ξένον έρωτα και πόθο, ένα παιδί να μας γεννήση νόθο!

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Σκηνογραφία η αυτή.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ. — ΘΕΡΑΠΩΝ. — ΚΡΕΟΥΣΑ.

ΘΕΡΑΠΩΝ Τη δοξασμένη μας κυρά, την κόρη του Ερεχθέως, γυναίκες, που θα την ευρώ; Ολόκληρη την πόλι εγύρισα ζητώντας την, και όμως δεν τη βρήκα.

ΧΟΡΟΣ Δούλε και συ, καθώς εμείς, τι τάχατε συμβαίνει; πώς τρέχεις τόσο γρήγορα και λόγο ποιόν μας φέρνεις;

ΘΕΡΑΠΩΝ Μας κυνηγούν οι άρχοντες της χώρας τη γυρεύουν να την πετροβολήσουνε.

ΧΟΡΟΣ Αλλοίμονο! Τι είπες; μήπως μας εκατάλαβαν που είχαμε συμφωνήση για του παιδιού το σκοτωμό κρυφά;

ΘΕΡΑΠΩΝ Το έχεις νοιώση και τώρα θα τιμωρηθής και συ από της πρώτες.

ΧΟΡΟΣ Το σχέδιό μας το κρυφό πώς τάχα εφανερώθη;

ΘΕΡΑΠΩΝ Γιατί ο θεός δεν θέλησε να μολυνθή το δίκηο, και τόκανε πειο δυνατό από την αδικία.

ΧΟΡΟΣ Πώς; σ' εξορκίζω, λέγε μου! το πράμα πώς συνέβη; κι' αν ίσως μάθω από σε πως πρέπει να πεθάνω, ώ, θα πεθάνω ευχάριστα ωσάν το φως να βλέπω.

ΘΕΡΑΠΩΝ Απ' το μαντείο του θεού ο άνδρας της Κρεούσης είχε γυρίση, φέρνοντας το νέο το παιδί του, κ' ετοίμαζε για τους θεούς θυσίες και τραπέζι· ο Ξούθος τράβηξεν εκεί, στο μέρος όπου λάμπει του Διονύσου η φωτιά, να βάψη με θυσίες τον βράχο τον διπλόν εκεί για το παιδί που βρήκε, και είπε: γυιέ μου· τώρα εσύ μείνε στα μέρη ετούτα, και δείξε στους εργάτας μας πως της σκηνές θα στήσουν· κι' αν τύχη και αργήσω εγώ, να κάμης συ θυσία εις τους γεννήτορας θεούς, και κέρασε τους φίλους που θα βρεθούν εκεί· αυτός επήρε τα μοσχάρια κ' έφυγε· τότε το παιδί έστησε τη σκηνή του ασκέπαστη ένα γύρω της, κι' απάνω σε κολόνες, κι' από του ηλίου τη φωτιά να ήνε φυλαγμένη, που ούτε του μεσημεριού η αχτίνες να την πιάνουν, ούτε το ηλιοβασίλεμα· με μάκρος ενός πλέθρου την έφτιασε τετράγωνη· δέκα χιλιάδες πόδες, όπως το λένε οι σοφοί, είχε από κάτω πλάτος, γιατ' ήθελε στο δείπνο αυτό ολόκληρον να φέρη τον κόσμο πούνε στους Δελφούς· παίρνοντας δε ακόμα όσα υφάσματα ιερά στους θησαυρούς βρισκόνταν, που ήταν θάμα να τα ιδής, τ'άπλωσεν όλα κάτω· και πρώτα πέπλους έρριξε στη στέγην από πάνω που είχε του Διός ο γυιός, ο Ηρακλής, φερμένους, των Αμαζόνων λάφυρα, εις το θεό να αφήση. Και ήσαν τέτοια πράματα απάνω υφασμένα: ο ουρανός μαζεύοντας ταστέρια ένα γύρω· τραβούσε ο ήλιος τάλογα στην τελευταία φλόγα, το φως σέρνοντας πίσω του το λαμπερό του Εσπέρου· η νύχτα η μελανόπεπλη το άρμα ωδηγούσε μόνο με δύο άλογα, και τάστρα ακολουθούσαν η Πούλια ευρισκότανε στη μέση του αιθέρα και ο Ωρίονας κοντά με το σπαθί· πειο απάνω έστρεφε η Άρκτος την ουρά προς τον χρυσό τον πόλο· γεμάτος άστραφτε άνωθε ο κύκλος της σελήνης, όπου τους μήνες διαιρεί, καθώς και η Υάδες, που είνε για τους ναυτικούς το πειό καλό σημάδι· και η Αυγή η φωτεινή όπου ταστέρια διώχνει. Υφάσματα βαρβαρικά εκρέμασε στους τοίχους, με τα ευκολοκίνητα τα πλοία, πούχαν έλθη ενάντια στους Έλληνας, κι' άνδρες ιπποκενταύρους, μα και κυνήγια ελαφιών και λιονταριών κι' αλόγων. Εις της σκηνής την είσοδο ήταν ζωγραφισμένος ο Κέκροψ με της κόρες του, με φείδια τυλιγμένος, εικόνα που αφιέρωσε απ' την Αθήνα κάποιος· κρατήρες έστησε χρυσούς στου τραπεζιού τη μέση, κ' εβγήκεν ένας κήρυκας στα νύχια του πατώντας, κ' εκάλει όποιος αγαπά να κάτση στο τραπέζι. Κι' όταν εγέμισε η σκηνή, στεφανοφορεμένοι, με την τροφή την άφθονη καθένας εχαιρόταν. Μόλις ευχαριστήθηκαν, απ' το φαΐ χορτάτοι, να ένας γέρος που έρχεται και στέκεται στη μέση, που όλοι γύρω οι σύνδειπνοι εβάλανε τα γέλια από την προθυμία του· νερό για να νιφτούνε τους έρριχνε στα χέρια τους, και σμύρνα ευωδιασμένη καίοντας, ξαναπήγαινε και με χρυσά ποτήρια εκέρναγε, μονάχος του λαβαίνοντας τον κόπο. Σαν ήρθε η ώρα των αυλών και του πιοτού, ο γέρος είπε να πάρουν τα μικρά, τα πειό τρανά να φέρουν απ' τα ποτήρια του κρασιού, πειο γρήγορα να φθάσουν στου μεθυσιού την ηδονή· έφεραν τότε πλήθος από φιάλες αργυρές κι' από χρυσές· κ' εκείνος παίρνοντας την πειο όμορφη, τάχα πως χάρι κάνει στο νέο τον αφέντη του, γεμάτη του τη δίνει, βάζοντας μέσα στο κρασί και δυνατό φαρμάκι, που, καθώς λένε, του 'δωκε να ρίξη η κυρά του, που το παιδί ν' αφανισθή από το φως της μέρας. Κανείς αυτό δεν τόξερε· μα τη στιγμή εκείνη που το παιδί ηθέλησε να πιή μαζύ με άλλους, είπε μια λέξι απαίσια από τους δούλους κάποιος· με το να έχη το παιδί ανατραφή ως τώρα μέσα σε μάντεις δυνατούς, τώβρε κακό σημάδι, κι' άλλο ποτήρι επρόσταξε ευθύς να του γεμίσουν, ενώ το άλλο το κρασί το έχυσε στο χώμα, το ίδιο πράμα λέγοντας να κάμουνε κ' οι άλλοι. Βαθειά εκράτησε σιγή· και όλα τα ποτήρια πάλι ξαναγεμίσανε από κρασί της Βίβλου· στην ίδια εκείνη τη στιγμή κατέβηκε στο χώμα μια συντροφιά περιστεριών, που άφοβα φωλιάζουν εις του Λοξία το ναό· μόλις τα περιστέρια εδοκιμάσαν το κρασί, καθίζοντας στα χείλια του ποτηριού, το ρούφηξεν ο φτερωτός λαιμός τους: αλλά δεν πάθαν τίποτε απ' το κρασί που ήπιαν· μα εκείνο, που εκάθισε στου νέου το ποτήρι και ρούφηξεν απ' το πιοτό, το φτερωτό κορμί του ταράχθηκε, σπαρτάρισε, και άρχισε να βγάζη τρελλές και θλιβερές κραυγές· οι σύνδειπνοι απορούνε γι' αυτούς τους πόνους του πουλιού, μα εκείνο σπαρταράει, τα πόδια τα κοκκινωπά ανοίγει και πεθαίνει. Τότε τα ρούχα του έσχισεν απάνω απ' το τραπέζι, το μαντικό παιδί ευθύς, και με φωνή μεγάλη ρωτάει: ποιος εγύρευε να με σκοτώση εμένα; απάντησέ μου, γέροντα! η σκέψη ήταν 'δική σου και το ποτήρι έλαβα απ' το δικό σου χέρι. Παίρνει ευθύς το γέρικο το χέρι του και ψάχνει, και βρίσκει πεια στα φανερά τον γέρο για φονηά του. Τότε, σαν πιάσθηκεν αυτός, ευρέθη στην ανάγκην το σχέδιο το τολμηρό ευθύς να μαρτυρήση με το πιοτό της Κρέουσας· αμέσως τους συνδείπνους έξω καλεί το μαντικό του Απόλλωνος παιδί, και πάει μπροστά στους άρχοντας τους πυθικούς, και λέει: Γη ιερά! το θάνατο η κόρη του Ερεχθέως με φάρμακα μας έδωκε! Τότε λοιπόν εκείνοι, οι βασιληάδες των Δελφών, με μιας αποφασίσαν 'ς ένα γκρεμό να φέρουνε και να την ρίξουν κάτω, να τη σκοτώσουν την κυρά, που έβαλε κ' εκείνη να θανατώσουν στο ναό ιερωμένον άνδρα· τώρα η πόλις την ζητεί, που τέτοιον άθλιο δρόμο με τρόπο τόσον άθλιο ηθέλησε να πάρη. Ήρθε στου Φοίβου το ναό παιδί κι' αυτή να κάνη και τώρα χάνει και παιδιά και το κορμί της χάνει.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (μόνος)

ΧΟΡΟΣ Ώ, δεν υπάρχει, δεν υπάρχει τρόπος τον θάνατό μου πεια να τον γλυτώσω· γιατί του Βάκχου το κρασί εκείνο, όπου ηθέλησα 'ς αυτόν να δώσω, εφανερώθη που είχε τη σταγόνα τη Φονική, που εχύθη απ' τη Γοργόνα. Αχ! είναι ολοφάνερο, πως τώρα του Άδη εμείς θα γίνουμε τροφή· η συφορά για μας, και στην κυρά μας μέσα στους βράχους η καταστροφή. Πού τώρα να πετάξω και να φύγω, σε ποιά μεριά βαθειά και σκοτεινή, το πετροβόλημα για να γλυτώσω μαζύ με του θανάτου την ποινή; Πού θάβρω τώρα ενός πλοίου πρύμη ή γρήγορο τετράλογο αμάξι; Αλλοίμονο! δεν θα σωθώ, αν ίσως δεν θέλει ο θεός να με φυλάξη.

(Προς το αριστερόν παρασκήνιον, εκ του οποίου αναμένεται η Κρέουσα:)

—Τι σε προσμένει για να πάθης τώρα και συ, δυστυχισμένη μου κυρά! Μα είναι δίκηο να τιμωρηθούμε που ηθέλαμε την ξένη συφορά!

(Εισέρχεται η Κρέουσα εσπευσμένως και εν προφανεί ταραχή).

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΚΡΕΟΥΣΑ — XΟΡΟΣ

ΚΡΕΟΥΣΑ Μας κυνηγάνε, κόρες μου, και να μας σφάξουν θέλουν, γιατί με κατεδίκασεν η ψήφος της Πυθίας και τώρα θα με πιάσουνε.

ΧΟΡΟΣ Ξέρω τη συμφορά σου, και ξέρω ακόμα, δύστυχη, ποια τύχη σε προσμένει.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αχ, που να φύγω; Πρόφθασα με τόση δυσκολία να βγω από το σπίτι μου, μην τύχη και πεθάνω, και έφθασα εδώ κρυφά, φεύγοντας τους εχθρούς μου.

ΧΟΡΟΣ Πειο άλλο καταφύγιο απ' το βωμό υπάρχει;

ΚΡΕΟΥΣΑ Και τάχ' αυτό τι μ' ωφελεί;

ΧΟΡΟΣ Μα δεν αφείνει ο νόμος ικέτας να σκοτώνουνε.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ο νόμος με σκοτώνει.

ΧΟΡΟΣ Αν σ' είχανε στα χέρια τους.

ΚΡΕΟΥΣΑ Οι τρομεροί εχθροί μου νάτοι έρχονται από 'δω με τα σπαθιά στα χέρια.

(Η Κρέουσα καταφεύγει εις τον εν τω βάθει του ναού βωμόν)

ΧΟΡΟΣ Κάθησε στο βωμό εκεί· εδώ αν σε σκοτώσουν απάνω στους φονιάδες σου το αίμα σου θα πέση. Πρέπει να ξέρη ο άνθρωπος την τύχη να υποφέρη.

(Εισέρχεται ο Ίων ακολουθούμενος υπό ενόπλων πολιτών).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΙΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΙΩΝ Ώ Κηφισέ πατέρα, με το κεφάλι ταύρου, πώς γέννησες ετούτη τη φοβερή οχιά, το φείδι με τα μάτια που τέτοιες φλόγες βγάζουν, και όλα τα τολμάει αυτή, όπου δεν έχει απ'της Γοργόνας το αίμα λιγώτερο φαρμάκι που γήρευε με κείνο για να σκοτώση, εμέ! Είχα καλή την τύχη, πριν στην Αθήνα φθάσω χαμένος να μην πάω από τη μητρυιά!

(Προς την Κρέουσαν:)

Αφού στους φίλους μέσα γνώρισα την ψυχή σου, και πόσο μίσος είχες για μένα αισθανθή, αν έμπαινα μια μέρα και στο δικό σου σπίτι, θα μ'έστελνες στον Άδη με δίχτυα δολερά. Κυττάχτε την πανούργα, που έβαλε σε πράξι τη μία με την άλλη της πονηρές της τέχνες: επήγε από φόβο στο θεϊκό βωμό, για όσα έχει πράξη να μην τιμωρηθή· μα ούτ' ο ναός του Φοίβου σωτήρας θα σου γίνη, ούτε κι' ο βωμός του θα σώση πεια εσέ! Περσότερο λυπάμαι τη μάννα μου από σένα, γιατί και χωρισμένος που είμαι από κείνη, δεν παύω τόνομά της συχνά να το καλώ. Πιάστε την! πλεξίδες απ' τα μακρυά μαλλιά της να μείνουν κολλημένες στου Παρνασσού τους βράχους, εκεί, που το κορμί της θα πέση από ψηλά.

(Οι ακόλουθοι διατίθενται ν' ορμήσουν προς τον βωμόν).

ΚΡΕΟΥΣΑ Όχι! Μη με σκοτώσης. . . ω! όχι! σ' εξορκίζω στόνομα το δικό μου και στου θεού αυτό!

ΙΩΝ Και τάχα ο Απόλλων με σε τι σχέσιν έχει;

ΚΡΕΟΥΣΑ 'Σ εκείνον παραδίδω το σώμα μου ιερό.

ΙΩΝ Κι' όμως τον άνθρωπό του ήθελες να σκοτώσης.

ΚΡΕΟΥΣΑ Μα του πατέρα σου είσαι και όχι εκείνου πεια.

ΙΩΝ Παιδί δικό του ήμουν, γιατ' ήταν σαν πατέρας.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ήσουν, μα πεια δεν είσαι, και τώρα είμαι 'γω.

ΙΩΝ Συ ευσεβής δεν είσαι, εγώ ήμουν ευσεβής.

ΚΡΕΟΥΣΑ Σε σκότωνα, γιατ' ήσουν στο σπίτι μου εχθρός.

ΙΩΝ Εγώ δεν ήρθα με όπλα στον τόπο τον δικό σου.

ΚΡΕΟΥΣΑ Φωτιά ήρθες να βάλης στο σπίτι του Ερεχθέως.

ΙΩΝ Με τι δαυλιά, ή τάχα με ποια φωτιά και φλόγα;

ΚΡΕΟΥΣΑ θα μου 'παιρνες με βία το σπίτι, τα καλά μου.

ΙΩΝ Το μέλλον εφοβόσουν κ' ήθελες να πεθάνω;

ΚΡΕΟΥΣΑ Για να χαθής συ πρώτος, πριν να χαθώ εγώ.

ΙΩΝ Φθονείς που είσαι στείρα κι' ο Ξούθος βρήκ' εμένα.

ΚΡΕΟΥΣΑ Και πώς εσύ θαρπάξης τα σπίτια των ατέκνων;

ΙΩΝ Μου δίνει ο πατέρας τη γη που έχει αποκτήση.

ΚΡΕΟΥΣΑ Πώς έχει ο γυιός του Αιόλου τη χώρα της Παλλάδας;

ΙΩΝ Την έσωσε με όπλα και όχι με τα λόγια.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ο σύμμαχος δεν είνε και κάτοικος της χώρας.

ΙΩΝ Κ' εγώ δεν έχω μέρος στο βιος το πατρικό μου;

ΚΡΕΟΥΣΑ Το δόρυ κ' η ασπίδα, αυτά είνε το βιος σου.

ΙΩΝ Απ' το βωμό τραβήξου κι' απ' του θεού τους τόπους

ΚΡΕΟΥΣΑ Στη μάννα σου να δώσης της τέτοιες συμβουλές.

ΙΩΝ Και για το έγκλημά σου δεν θα τιμωρηθής;

ΚΡΕΟΥΣΑ Αν θέλης να με σφάξης 'ς αυτά τα ιερά.

ΙΩΝ Ποιά ηδονή θα πάρης, αν ίσως και πεθάνης, στα ιερά στεφάνια 'δω πέρα του θεού;

ΚΡΕΟΥΣΑ Θα δώσω δυστυχία 'ς αυτούς που μου τη δίνουν.

