# Όρνιθες

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27315/index.md

_(Τον μαστιγώνει)_

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Αχ!.. αλλοί!.. τι συφορά;.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Όχι, βρε· έχω φτερά κι' από σήμερα θ' αρχίσης σαν τη σβούρα να γυρίσης.

_(Τον δέρει)_

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Συφορά κ' αλλοίμονό μου!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Δεν πετάς από δω πέρα και να πας εκεί που ο λίβας θα σε ψήνη νύχτα μέρα; Φύγε, κακό χρόνο νάχης! γιατί μ' όσα εδώ θα πάθης πονηροστρεψοδικίες περισσότερες θα μάθης!

_(τον αποδιώκει διά ραβδισμών, επανερχόμενος δε αποτείνεται προς τον παρευρισκόμενον υπηρέτην : )_

Ας τραβούμε τώρα δρόμο· πάρ' και τα φτερά στον ώμο.

_(Ο υπηρέτης λαμβάνει τα καλάθια με τα φτερά και απέρχεται μετά του Πεισθεταίρου).-

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΧΟΡΟΣ Μ' όσες φορές ανοίξαμε φτερά και επετάξαμε στην κάθε χώρα, πολλά καινούργια είδαμε ως τώρα ιεράματα, θαυμαστά και φοβερά. Φυτρώνει στην Καρδία (128) πάρα κάτου ξετοπισμένο κάποιο δένδρο άλλο. Κλεώνυμον το λενε τώνομά του, κ' είν' άχρηστο, δειλό, κ' όμως μεγάλο. Όταν η άνοιξι πως ήλθε δείχνη συκοφαντίες πάντοτε βλαστάνει, κι' όταν το κρύο του χειμώνα πιάνη πετάει ασπίδες και τα φύλλα ρίχνει. Ακόμη παρά πέρα είδα τόπους απ' τη μεριά που το σκοτάδι βγαίνει· από λυχνάρια είν' ερημωμένοι κ' οι ήρωες συζούν με τους ανθρώπους· τρώνε μαζύ στο ίδιο το τραπέζι όλες της ώρες, έξω από το βράδυ, γιατί η νύχτα η σκοτεινή δεν παίζει, και ήρωες δεν βρίσκεις στο σκοτάδι. Κι' αν ίσως σε θνητόν κανένα λάχη ο ήρωας Ορέστης (129) να τον πιάση, θα φάη ξυλοφόρτωμα στη ράχη και κάθε ρουχαλάκι του θα χάση.

_(Εισέρχεται εν σπουδή ο Προμηθεύς, με την κεφαλήν κεκαλυμμένην και κρατών σκιάδιον)_

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΧΟΡΟΣ — ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ και μετά μικρόν ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ [ή Ευελπίδης]

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ _(έμφοβος)_ Αν με ιδή ο Ζευς, θα πάθω συφορά πολύ μεγάλη. Ο Πεισθέταιρος πού είνε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(εισερχόμενος μετά του Ευελπίδου)_

Ω, ω! τ' είνε τούτος πάλι, και γιατί έχει τα μούτρα έτσι δα κουκουλωμένα;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Από πίσω μου να τρέχη βλέπετε θεό κανένα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Όχι, όχι· συ ποιος είσαι;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Τι ώρα είνε; [ποιός να ξέρη;]

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι ώρα είνε; τώρα μόλις πέρασε το μεσημέρι. Μα ποιος είσαι συ, για πε μου.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Εινε τάχα περασμένο δειλινό, ή και πειο βράδυ;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Ω τι πράμα σιχαμένο!

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Και ο Ζευς τι κάνει τώρα; φέρνει σύγνεφα βαριά ή μην είνε ξαστεριά;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δέρων αυτόν).- Νά λοιπόν και συ να κλάψης.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Σαν αρχίζεις τέτοιο πράμα, ξεσκεπάζομ' εν τω άμα.

_(Αποκαλύπτεται)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Φίλτατέ μου Προμηθέα!

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Σώπα, σώπα! μη φωνάζης!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι συμβαίνει;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Τώνομά μου απ' το στόμα σου μη βγάζης αν με ιδή ο Ζευς δω κάτω, θα με κάμης να χαθώ· κ' όσα πράματα συμβαίνουν για να σου διηγηθώ, παρ' ευθύς αυτό το σκιάδι κ' έλα κάμε μου τη χάρι σκέπασε μ' ευθύς, το μάτι των θεών να μη με πάρη.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μωρέ πως αυτό το σκέφθης! [κ' αφού είσαι Προμηθέας] σαν καλα το π ρ ο μ η θ ε ύ θ η ς! (130) Έλα, τρύπωσ' από κάτω, η ψυχή σου να θαρρέψη.

_(Ο Προμηθεύς κρύπτεται υπό το σκιάδιον, το οποίον κρατεί ο Πεισθέταιρος·)_

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Άκουσε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ακούω, λέγε.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Πάει, τον έχεις καταστρέψη συ τον Δία.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Από πότε;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Απ' την ώρα που εδώ πέρα κατοικείτε τον αγέρα· στους θεούς δεν θυσιάζουν και η κνίσα απ' τα μεριά των σφαχτών δεν ανεβαίνει στη δική μας τη μεριά, κι' όπως στων Θεσμοφορίων (131) τη γιορτή, χωρίς θυσίες, την περνάμε με νηστείες. Και οι βάρβαροι θεοί σκούζουν όλοι πεινασμένοι σαν να είν' Ιλλυριοί, (132) και θα κάνουν εκστρατεία, από πάνω από τον Δία, τα εμπορικά [του] αν ίσως δεν ανοίξη τα κλεισμένα, που τουλάχιστον να μπάζουν σπλάχνα μέσα τους κομμένα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα για στάσου, από πάνω στο δικό σας το κεφάλι, είνε κ' άλλοι θεοί πάλι βαρβάροι;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Και μπορεί τάχα να μην είνε τέτοια είδη, που οι πρόγονοι κει επάνω βρίσκονται του Εξηκεστίδη; (133)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και για πες μου, πως τους λένε;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Α, ποιό είνε τώνομά τους; Τριβαλλούς εκεί τους λένε [τους βαρβάρους αθανάτους].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τ ρ ι β α λ λ ο ύ ς; καταλαβαίνω· "θα σου τ ρ ί ψ ω την κασσίδα» (134) είνε από κει βγαλμένο.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ακριβώς. Ακουσε τώρα που στο λέω καθαρά: για να συμφιλιωθήτε αν έλθουν καμμιά φορά από του Διός το μέρος κι' απ' των Τριβαλλών επίσης, πούν' ακόμα παρά πάνω, συ να μη τους συμφωνήσης, αν ο Ζευς την εξουσία [που κατέχει τη μεγάλη ] στα πουλιά δεν δώση πάλι, κι' αν δεν δώση για γυναίκα την Βασίλεια (135) 'ς εσένα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Η Βασίλεια τι' είνε;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Είνε ώμορφη παρθένα που κρατεί τ' αστροπελέκια του Διός μονάχα εκείνη, κ' όλα τάλλα: σωφροσύνη, καλή θέλησι, την τάξι, του ναυστάθμου τα ταμεία, τα τριώβολα που έχει, και την κάθε κοροϊδεία!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Βρε τι λες! και όλα τούτα τα φυλάει μόνο εκείνη;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Σου το είπα· κ' αν την πάρης, 'ς όλ' αφέντης θάχης γίνη!. Να, γι' αυτό ήλθα δω κάτω να στους μάθω αυτούς τους τρόπους, γιατί, βλέπεις, πάντα ήμουν ευεργέτης στους ανθρώπους ((136).

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)_ Βέβαια· 'ς εσέ χρωστούμε των θεών το πυρ, γι' αυτό τρώμε τώρα και ψητό.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Τους σιχαίνομαι, το ξέρεις.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και για τούτο μισητός είσαι πάντοτε 'ς εκείνους.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Είμαι Τίμωνας (137) σωστός. Πρέπει όμως να γυρίσω [δίχως τον καιρό να χάνω]· φέρ' το σκιάδι μου, αν τύχη και με πάρη από πάνω του Διός το μάτι έτσι, να θαρρή πως κανηφόρον ακολούθησα καμμίαν [στης Παλλάδος την πομπή]. (138)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσφέρων μικρόν σκίμποδα)_ Πάρ' και το σκαμνάκι τούτο [στο κεφάλι σου να μπη] να σε ιδή και σ κ α μ ν η φ ό ρ ο ν! (139)

_(Τοποθετεί τον σκίμποδα επί της κεφαλής του Προμηθέως, ο οποίος απέρχεται μετά του Πεισθεταίρου — και του Ευελπίδου. — )_

ΣΚΗΝΗ Γ’.

ΧΟΡΟΣ Κοντά στους Ισκιοπόδαρους (140) μια λίμν' είν' απλωμένη, που ο Σωκράτης άλουστος με της ψυχές πηγαίνει. Επήγ' εκεί κ' ο Πείσανδρος (141) με την επιθυμία να ιδή ψυχή καμμία, που τη δική του ζωντανή την έχασε [σε μάχη] [κι' όλοι τον είδαν νάχη] ένα χαμηλοπρόβατο σφαχτό, που το θυσίασε και έφυγε σαν Οδυσσεύς και πεια δεν επλησίασε· και του καμηλοαίματος τη μυρουδιά ρουφώντας από τον άδη η νυχτερίδ' ανέβη ο Χαιρεφώντας. (142)

_(Εισέρχεται ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και ο Τριβαλλός)._

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ — -ΠΟΣΕΙΔΩΝ — ΗΡΑΚΛΗΣ — -ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ και μετ' ολίγον ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Της Νεφελοκοκκυγίας η ωνομασμένη πόλι, που ερχόμαστε για πρέσβεις, νά τη! είνε τούτη όλη όπου βλέπουμ' εδώ πέρα.

_(Προς τον Τριβαλλόν, ο οποίος οσφραίνεται γύρωθεν)_

Ε! τι κάνεις συ; για στάσου από το ζερβί το μέρος κούμπωσες το φόρεμά σου; δεξιά δεν το γυρίζεις; τ' είσαι, βρε δυστυχισμένε; μήπως τάχα Λαισποδία (143) [στραβοπόδαρο] σε λένε; Η δημοκρατία, κύττα! κύττα που μας καταντά! πρέσβυ να χειροτονήσουν οι θεοί κι' αυτόν κοντά!

_(Ο Τριβαλλός, μηδέν εννοών, στρέφεται εδώ και εκεί ο Ποσειδών τον κρατεί αποτόμως)._

Μην κουνιέσαι, λέω, σκάσε! [γιατί μέσ' στον ουρανό] βάρβαρον θεό δεν είδα από σένα πιό τρανό. — Τι θα κάνουμ' Ηρακλή μου;

ΗΡΑΚΛΗΣ Άκουσε το: εάν τύχη και βρεθή μπροστά μου εκείνος που μας έφραξε με τείχη σου το λέω : θα τον πνίξω [κ' όπως θέλουν ας τον λένε].

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Στάσου, βρε ευλογημένε! μας εκλέξανε για πρέσβεις και μας έστειλαν εδώ για ειρήνη.

ΗΡΑΚΛΗΣ Θα τον πνίξω δυο φορές, σαν τον ιδώ.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ

_(εισέρχεται, προσποιούμενος ότι δεν προσέχει εις τους παρόντας και λέγει εμφατικώς προς τον ακολουθούντα αυτόν Ευελπίδην :)_

— Πάρε συ για το φαΐ μας τα μυρουδικά στο χέρι• — πάρε συ τον τυροτρίφτη· άλλος το τυρί να φέρη, κι' ας τρέξη άλλος πάλι τη φωτιά να πάη να βάλη.

_(Οι θεοί παρατηρούν αλλήλους με έκφρασιν λαιμαργίας και πείνης)._

ΠΟΣΕΙΔΩΝ_(προχωρών και υποκλίνων)_ Τρεις θεοί εδώ μιλούμε και τον άνδρα χαιρετούμε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ θα ξύσω τα μυρουδικά.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Τι κρέατα 'ν' αυτά;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Αυτά; Πουλιά επαναστατικά που τα καταδικάσανε τα όρνεια τα δημοτικά γιατί επαναστατήσανε.

ΗΡΑΚΛΗΣ Γιατί με τα μυρουδικά τα περιχείς;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσποιούμενος έκπληξιν)_ Ω Ηρακλή! καλώς τον! Τι συμβαίνει;

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Πρέσβεις 'ς εσένα ήλθαμεν απ' τους θεούς σταλμένοι να παύση αυτός ο πόλεμος.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(στρέφων τα νώτα και αποτεινόμενος προς τον υπηρέτην)_

Λάδι, μωρέ, δεν έχει το λαδικό;

ΗΡΑΚΛΗΣ Πολύ σωστά· πρέπει παχύ να τρέχη το λίπος από τα πουλιά.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ [Ακούστε με κ' εμένα]: κέρδος από τον πόλεμο δεν έχουμε κανένα· μ' αν γίνετε με τους θεούς και με τον Δία φίλοι, στους βάλτους σας πολύ νερό βροχήσιο θα σας στείλη, και θα περνά γαλήνια η κάθε σας ημέρα· γι' αυτό και πληρεξούσιοι εφθάσαμ' εδώ πέρα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Εμείς δεν πρωταρχίσαμε τον πόλεμο μαζύ σας· μ' αν ην' η θέλησί σας τώρα σπονδή θα γίνη, αν να τα πάμε θέλετε με τη δικαιοσύνη. Νά, τούτο είν' το δίκηο μας : Ο Ζευς πρέπει ν' αφήση κάθε αρχή, και στα πουλιά να την ξαναγυρίση· έτσι κ' η συμφιλίωσι θα πάη με το καλό, και στο τραπέζι τούτο εδώ τους πρέσβεις προσκαλώ.

ΗΡΑΚΛΗΣ [Για το τραπέζι εμίλησε;] αυτό αρκεί 'ς εμένα : Ψηφίζω.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Τ' είπες, δύστυχε; τάχεις λοιπόν χαμένα, κ' η λιχουδιά σε δέρνει; ποιός γυιός απ' τον πατέρα του την εξουσία παίρνει;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι λες! αλήθεια; κι' από που θάχετε τέτοια χάρι σαν έχουν κάτω τα πουλιά την εξουσία πάρη; Νά, δεν κυττάτε τώρα όπου κρυμμένοι άνθρωποι στης γης την κάθε χώρα, σκύφτουνε και σας κάνουνε σωστή επιορκία; Και όμως, αν με τα πουλιά κάνετε συμμαχία, στον Δία και στον κόρακα όρκο κανείς αν κάνη κ' επιορκή, ο κόρακας το μάτι θα του βγάνη.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Ώ, μα τον Ποσειδώνα! ναι, τα λες πολύ καλά.

ΗΡΑΚΛΗΣ Έτσι μου φαίνεται κ' εμέ.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ _(προς τον Τριβαλλόν)_ Τι λες και συ, [κρεμανταλά];

ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ «Ναβαισατρού» (144)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Νά, βλέπετε; Κι' αυτός το παραδέχεται. Μα τώρα, [για προσέχετε] ν' ακούσετε κ' έν' άλλο, που θα πιτύχετ' απο μας, καλό πολύ μεγάλο : Αν άνθρωπο, υποσχεθή 'ς ένα θεό θυσία, και ύστερα την αρνηθή από φιλαργυρία και λέγοντας πως ο θεός την κάκια δεν βαστάει, εμείς θα το πληρώνουμε αυτό που θα χρωστάη.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Και με ποιόν τρόπον; για να ιδώ.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Όταν ο άνθρωπος αυτός τα χρήματά του θα μετρά, ή και θα κάθεται γδυτός μέσ' στο λουτρό, απάνω του θα πέφτη ένα ξεφτέρι και δυο αρνιών αντίτιμο θ' αρπάζη να σας φέρη.

ΗΡΑΚΛΗΣ Εγώ λοιπόν απ' όλους σας ψηφίζω πρώτα-πρώτα να ξαναπάρουν τα πουλιά την εξουσία.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Ρώτα να ιδής τι λέει κ' ο Τριβαλλός.

ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Τριβαλλόν)_ Τι λες εσύ; βρε βλάκα; ξαναγκαρύζεις μια φοράν ακόμη, αι;

ΤΡΙΒΑΛΛΟΣ «Σαυνάκα βακταρικρούσα»

ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Ποσειδώνα)_ Δέχεται και κάτι παραπάνω.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ 'Σαν είσθε σύμφωνοι εσείς, κ' εγώ το ίδιο κάνω.

ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Πεισθέταιρον)_ Κ' εγώ μαζύ σου συμφωνώ εσύ να πάρης την αρχή από τον ουρανό.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα το θεό, θυμήθηκα κι' αυτό: όταν στο Δία θα παραδώσω μια φορά την Ήρα για συμβία, [θάνε συμφωνημένα] να δώση τη Βασίλεια την κόρη του 'ς εμένα.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ _(ειρωνικώς)_ Χεμ! τότε η ευγένεια σου φιλίωσι δε θέλει — -

_(Προς τους λοιπούς)_

και πάμε στη δουλίτσα μας.

_(Στρέφεται να φύγη)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κ' εμένα δεν με μέλει,

_(Προς τα παρασκήνια)_

— Μάγερα! φτιάσε πειο γλυκειά τη σάλτσα σου ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ Ευλογημένε Ποσειδών, πώχεις κ' άνθρώπου στόμα, για μια γυναίκα σήμερα εμείς θα πολεμήσουμε; πού πας;

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Και τι θα κάνουμε λοιπόν;

ΗΡΑΚΛΗΣ Να συμφωνήσουμε.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Φτωχέ! σε κοροϊδεύουνε· δεν τώχεις καταλάβη; μ' αυτά που θέλεις γίνεται στον εαυτό σου βλάβη• γιατί, όταν πεθάνη ο Ζευς και του αρπάξουν τούτοι το σκήπτρο, συ θάσαι φτωχός· το χρήμα και τα πλούτη -θάναι δικά σου, μια φορά που ο Ζευς θενά πεθάνη.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Αλλοίμονο και τρις αλλοί! σοφίσματα που βγάνει!

_(Προς τον Ηρακλέα, λαμβάνων αυτόν ιδιαιτέρως)_

Για έλα τώρα πειο κοντά, που έχω κάτι να σου ειπώ.

_(Κατ' ιδίαν προς αυτόν)_

Ο θειός σου σε φούσκωσε ραδιουργίες, πω, πω, πω! συ είσαι νόθο του παιδί, και λέει ρητά ο νόμος πως ούτε 'ς ένα τόσο δα δεν θάσαι κληρονόμος. (145)

ΗΡΑΚΛΗΣ Νόθος εγώ! τι λες;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ -Εσύ· από γυναίκα ξένη σ' εγέννησε. Κ' η Αθηνά δεν είνε γεννημένη από τον Δία; τίποτα για κείνη δεν θ' αφήσουνε τα γνήσια ταδέλφια της, που θα κληρονομήσουνε.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μα πώς; κιάν ο πατέρας μου, πεθαίνοντας, θελήση 'ς εμέ, το νόθο του το γυιό, τα χρήματα ν' αφήση;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Το εμποδίζει όμως το πράμ' αυτό ο νόμος. Πρώτος κ' αυτός ο Ποσειδών, που σ' ερεθίζει τώρα, θα σου ζητή τα χρήματα από την ίδιαν ώρα, και θα σου λέη γνήσιος πως είνε αδελφός. Ο Σόλων 'ς ένα νόμο του το λέει κ' αυτό σαφώς : «Ο νόθος δεν έχει καμμιά μερίδα στην κληρονομιά μπροστά στα γνήσια παιδιά· κ' αν γνήσιος δεν είν κανείς, τα παίρνουνε τα χρήματα οι πειο στενοί οι συγγενείς».

ΗΡΑΚΛΗΣ Ώστ' από του πατέρα μου τα χρήματα, για μένα δεν θ' απομείνη δηλαδή μερίδιο κανένα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ναι, μα τον Δία, τίποτε. Μα πες μου έτσι σ' άφησε ως τώρα ο πατέρας σου; δεν σ' επολιτογράφησε;

ΗΡΑΚΛΗΣ Ακόμα· και μου φάνηκε παράξενον ως τώρα...

_(βλέπει, αγρίως προς τον ουρανόν).-

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι χάσκεις, βλέποντας με οργή την πατρική σου χώρα; [Άκου και τούτο ακόμα :] να μείνης αν παραδεχθής με το δικό μας κόμμα, εγώ σε κάνω βασιληά, και θα τηλώνης την κοιλιά με των πουλιών τα γάλα.

ΗΡΑΚΛΗΣ Εγώ τα βρίσκω όλ' αυτά τα δίκηα σου μεγάλα, κι' αυτήν την κόρη που ζητείς, εγώ στην παραδίνω.

_(προς τον Ποσειδώνα)_

Και συ τι λες;

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Δεν δέχομαι· την ψήφο μου δεν δίνω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ E, τώρα η απόφασις απέμεινε στον Τριβαλλό.

_(Προς τον Τριβαλλόν)_

Και συ, τι λες, [ παρακαλώ;]

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Ω μ ό ρ φ α ι ν α - κ ο ρ ί τ σ α ι ν α - μ ε γ ά λ α - β α σ ι λ η ά - τ ο - δ ί ν ω - σ τ ο - π ο υ λ ι ά. (146)

ΗΡΑΚΛΗΣ Την παραδίνει λέει κ' αυτός.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Δεν είπε αυτό που λες· αν τέτοιο πράμα ήθελε, θάκανε πηδησιές πολλές και τσίρι-τσίρι θάλεγε σαν χελιδόνι.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ [Στάσου! στα λόγια τα δικά σου] και τούτος είνε σύμφωνος· κ' αυτός την κόρη εκείνη στα χελιδόνια δίνει.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Τι να σου ειπώ, που τάχετε μαζύ συμφωνημένα, κ' εγίνατ' όλοι ένα· και τώρα αφού σύμφωνοι θελήσατε να μείνετε, εγώ δεν λέω τίποτε.

ΗΡΑΚΛΗΣ _(προς τον Πεισθέταιρον)_ Ότι μας είπες γίνεται. Έλα λοιπόν, πάμε μαζύ στον ουρανό τρεχάλα την κόρη τη Βασίλεια να πάρης κι' όλα τάλλα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δεικνύων τα σφαγμένα πτηνά).-

Ώστε και τούτα τα πουλιά έγκαιρα τάχα σφάξη για το τραπέζι, που απαιτεί του γάμου μου η τάξι.

ΗΡΑΚΛΗΣ E, τώρα σεις πηγαίνετε· εγώ θα μείνω πίσω ετούτα εδώ τα κρέατα να κάτσω να τα ψήσω.

ΠΟΣΕΙΔΩΝ Να ψήσης συ τα κρέατα, κ' εμείς να πάμε μόνοι! Πολύ μεγάλη λιχουδιά το πράμα φανερώνει.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μα έτσι, όπως κρίνω... τι να σου ειπώ; καλήτερα μου φαίνεται να μείνω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ας έλθη ένας κοντά μου για να μου φέρη γρήγορα το φόρεμα του γάμου.

_(Εξέρχεται ακολουθούμενος υπό του Ευελπίδου Ποσειδώνος, Ηρακλέους και Τριβαλλού)._

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΧΟΡΟΣ Στας Φανάς (147) κοντά, που βγαίνει της Κλεψύδρας (148) το νερό, το γλωσσοθρεμμένο γένος βρίσκεται το πονηρό, όπου σπέρνουν και θερίζουν και τρυγάνε με της γλώσσες οι συκοφαντίες τόσες. Φίλιππ' είνε και Γοργίαι, (149) γέννημα βαρβάρου γένους, κ' έτσι από τους Φιλίππους τούτους τους γλωσσοθρεμμένους εις της Αττικής τη χώρα, [όταν κάνουνε θυσίες], κόβουνε της γλώσσες τώρα κ' απ' τα σπλάγχνα της χωρίζουν [που κ' εκείνα τα βρωμίζουν!]

_(Εισέρχεται ο Αγγελος Γ')_

ΣΚΗΝΗ ς'.

ΧΟΡΟΣ — ΑΓΓΕΛΟΣ Γ'

ΑΓΓΕΛΟΣ Γ' Ω γένος απερίγραπτο και τρισμακαρισμένο, καλότυχα πουλιά! στα ευτυχισμένα μέρη σας τώρα τον νηοφερμένο δεχθήτε βασιληά. Τέτοιος προβάλλει, που κανείς τη λάμψι του ως τώρα δεν θάχε ιδωμένη σε άστρο μυριοφώτιστο, στων ουρανών τη χώρα τη χρυσοφωτισμένη. Στο χέρι κεραυνό κρατεί, σαγίτα φτερωμένη κ' έχει γυναίκα συντροφιά, που η λάμψις η μακρόλαμπη του ήλιου δεν της βγαίνει στην αμολόγητη ωμορφιά. Άφραστες χύνοντ' ευωδιές από τα βάθη τουρανού — ώ τι ωραίο πράμα! κ' η αύρες παιγνιδίζουνε με της πλεξίδες του καπνού που αφίνει το θυμίαμα. Νά τος, που έφθασεν εδώ' ας ανοιχθή ακόμα γι' αυτόν το καλορροίζικο και θείο της Μούσας στόμα.

ΧΟΡΟΣ Ανάβαινε και κάνε τόπο, άλλαξε θέσι, άλλαξε τρόπο, και πέτα. γύρω, πουν' ενωμένοι ευτυχισμένος μ'ευτυχισμένη! Ω, ω! τι νηάτα! ώ, ω! τι κάλλη! σου κάνουμ' όλοι δόξα μεγάλη, με τέτοιο γάμο 'ς αυτήν την πόλι! Μεγάλη τύχη τον περιμένει τον άνδρ' αυτόν από τα γένη των φτερωτών Ψάλετε γάμου τραγούδια χίλια στον άνδρα τούτον και στη Βασίλεια.

_(Ημίχορος)_

Τέτοια τραγούδια εκοίμισαν σε περασμένο χρόνο την Ήρα την Ολύμπια μέσ' στου Διός την αγκαλιά, θεών μεγάλου βασιληά με τον ψηλό το θρόνο. Υμέναιε! Υμέναιε! — Κι' ο Έρωτας παρέκει στους δυο τους παραστέκει, (150) ο χρυσοφτέρωτος θεός, που των αλόγων τα λουριά τα ελαστικά τραβούσε κ' ως μάρτυρας περνούσε. — Υμέναιε! υμέναιε! — στους γάμους Ήρας και Διός!

_(Βρονταί και αστραπαί. Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος περιβεβλημένος πορφύραν- — άνωθεν του πτερώματος — οδηγών την Βασίλειαν διά της δεξιάς και εις την αριστεράν κρατών κεραυνούς. Ακολουθεί και ο Ευελπίδης)._

ΣΚΗΝΗ Γ’.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ - (ΒΑΣΙΛΕΙΑ) και οι ανωτέρω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Οι ύμνοι μ' ευχαρίστησαν και τα τραγούδια τα πολλά κ' αυτά τα λόγια τα καλά. Έλα, μιαν ωδή καλή για το βρόντημά μου πες, που η γη το αντιλαλεί, ψάλε και της φλογισμένες του Διός της αστραπές, κ' ύμνους ο καθείς ας πλέκη στο λαμπρό το αστροπελέκι.

ΧΟΡΟΣ 'Ω φως της αστραπής τρανό και χρυσωμένο! ώ του Διός σπαθί, άφθαρτο, πυρωμένο! ώ συ, που αντιλαλείς και μέσ' στης γης το χώμα και φέρνεις τη βροχή, και συ βροντή ακόμα, oπού με σένα εδώ ταράζει τούτος τώρα της γης την κάθε χώρα.

_(Προς τον Πεισθέταιρον)_

Κράτησε τώρα όλα αυτά να βασιλεύης μόνος σου, και την Βασίλεια του Διός για σύντροφο στο θρόνο σου.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τους γάμους μου γιορτάστε τώρα, σύντροφα γένη φτεροφόρα, στου Διός μέσα το παλάτι κ' εκεί στου γάμου το κρεββάτι.

_(Προς την Βασίλειαν)_

Άπλωσ', ευτυχισμένη, με χαρά το χέρι σου [το τρυφερό], πιάσε με απ' τα δυο μου τα φτερά κ' έλα να στήσουμε χορό, κ' ελαφρά θα κατορθώνω στα ψηλά να σε σηκώνω.

_(Η Βασίλεια τον λαμβάνει, εκ της πτέρυγος και χορεύει μετ' αυτού, ενώ ταυτοχρόνως συνοδεύουσι βρονταί και αστραπαί καθώς και τα ποικίλα άσματα των πτηνών, όπως εις το τέλος της α' πράξεως)._

ΧΟΡΟΣ Τραλαλά! εμπρός! Παιών! τραλαλά! τη Νίκη ψάλε! απ' τα γένη των θεών πειο λαμπρέ και πειο μεγάλε!

ΑΥΛΑΙΑ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιό σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Η κωμωδία αυτή αποτελεί σάτιρα της πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς και σκώμμα εναντίον των θεωριών για καινούργια πολιτεύματα. Ο μύθος πλέκεται γύρω από δύο αθηναίους πολίτες που πάνε στα πουλιά για να ιδρύσουν εκεί μια νέα πολιτεία.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

1) Ο Εξηκεστίδης ήτο ξένος και είχε πολύ ταξιδεύσει, αναφέρεται δε παρ' άλλοις και ως κιθαρωδός και πυθιονίκης.

2) «Ο πινακοπώλης Φιλοκράτης» : αντί του «Ορνεοπώλης», διότι τα πτηνά επώλουν επί πινακίων.

3) Ο Τηρεύς, υιός του Άρεως και της νύμφης Βυστωνίδος, βασιλεύς της Θράκης, ήλθεν εις βοήθειαν του βασιλέως της Αττικής Πανδίονος, πολεμούντος κατά του Λαβδάκου. Νυμφευθείς εν Αθήναις την Πρόκνην, θυγατέρα του Πανδίονος, εγέννησεν εξ αυτής τον Ίτυν. Μετά τινα όμως χρόνον, αγαπήσας την αδελφήν της συζύγου του Φιλομήλαν, ητίμασεν αυτήν, αποκόψασα κατόπιν την γλώσσάν της διά να μη προδώση το έγκλημά του. Εκείνη όμως κατορθώσασα ν'ανακοινώση τούτο εις την αδελφήν της, διά κοινής συμφωνίας έσφαξαν τον Ίτυν προς εκδίκησιν και τον παρέδωκαν εις τον Τηρέα ως φαγητόν. Δια τα εγκλήματα ταύτα ετιμωρήθησαν αι μεν γυναίκες μεταμορφωθείσαι εις Αηδόνα και Χελιδόνα, ο δε Τηρεύς εις Έποπα (Τσαλαπετεινόν) καταδιώκοντα αυτάς. Τον Έποπα τούτον (Τηρέα) έρχονται αναζητούντες οι ανωτέρω δύο Αθηναίοι.

4) Θαρρελλίδης : Αθηναίος διακωμωδούμενος ως μικρόσωμος.

5) Εννοεί τον Ακέστορα, τραγικόν ποιητήν, όστις εκαλείτο και Σάκκας, ως ξένος· οι Σάκκαι ήσαν έθνος της Θράκης, ή κατ' άλλους νομαδικαί φυλαί, διαιτώμεναι μεταξύ των ορέων Ιμάου και Παροπαμίσου εν Ασία.

6) Τα αναγκαιούντα διά την θυσίαν επί τη ιδρύσει νέας πόλεως.

7) Αναφέρει την Λιβύαν, ή ως βρίθουσαν ορνέων, ή διότι οι Λίβυες εθεωρούντο βάρβαροι και δειλοί· η δευτέρα υπόθεσις είνε και η ορθότερα, δικαιολογουμένη και υπό της πλαστής λέξεως «Υποδεδιώς» (φοβιτσάρης).

8) Εικάζεται ότι διά της λέξεως «φασιανικός» υπονοεί τους συκοφάντας.

9) Ενταύθα ο Αρ. παίζει με την λέξιν τ ρ ο χ ί λ ο ς, την οποίαν λαμβάνει εκ της αφηγήσεως του πτηνού, τ ρ έ χ ο ν τ ο ς διά την υπηρεσίαν του αυθέντου του, ήτοι: «ΤΡ. τρέχω.... τρέχω.... ΕΥΕΛ. Τ ρ ο χ ί λ ο ς, ·όνις ουτοσί".

10) Εννοεί τον «Τηρέα» τραγωδίαν του Σοφοκλέους, εις την οποίαν ο ποιητής επαρουσίασεν αυτόν και την Πρόκνην ως απωρνιθωμένους.

11) Οι ηλιασταί ήσαν δικασταί του μεγάλου εν Αθήναις δικαστηρίου της Ηλιαίας, το οποίον έλαβε το όνομα τούτο, διότι οι δικασταί συνεδρίαζον υπό τον Ήλιον.

12) Κραναός : αρχαίος βασιλεύς των Αθηνών, εξ ου και το παλαιόν όνομα της πόλεως.

13) Ο Σκελλίας είχεν υιόν καλούμενον Αριστοκράτην, ο δε Ευελπίδης παίζει με την λέξιν ενταύθα, προς μεγαλειτέραν έμφασιν του κατά των αριστοκρατών μίσους του.

14) Πεποιημένη λέξις, σατυρίζουσα τους καλλωπιστάς

15) Εννοεί την Ευδαίμονα Αραβίαν.

16) Ναυς, μεταφέρουσα τους προσαγομένους εις δίκην. Κατά την εποχήν εκείνην η Σαλαμινία είχεν αποσταλή εις Σικελίαν διά να επαναφέρη τον Αλκιβιάδην, κατηγορούμενον επί ιεροσυλία. Η ναυς αύτη ήτο προωρισμένη γενικώς διά την υπηρεσίαν της Δημοκρατίας, ενώ η Πάραλος διετίθετο κυρίως διά τας θρησκευτικάς ανάγκας.

17) Πόλις της Πελοποννήσου πλησίον της Τριφυλίας· λέγεται, δε ότι ωνομάσθη ούτως, ως ορεινή και καλυπτομένη από πέτρας ποικιλοχρώμους και διαλεύκους, διδούσας εις αυτήν την όψιν λεπριώντος σώματος. Το κυρίως όνομα της πόλεως είνε το Λέπρε(ι)ον ουδέτερον και ουχί αρσενικόν.

18) Τραγικός ποιητής λεπρός.

19) Παίζει με την λέξιν· ο Οπούντιος ήτο Αθηναίος οκνηρός, μονόφθαλμος και συκοφάντης, ως εξ ανάγκης επεξηγείται και εν τω κειμένω μου διά προσθέτων στίχων, προς ευκολωτέραν κατανόησιν του λογοπαιγνίου κατά την από σκηνής διδασκαλίαν του έργου.

20) Υπονοεί την κυκλοφορίαν των εκ Χίου κιβδήλων νομισμάτων, την διαφθοράν των ηθών και τας ψευδείς κατηγορίας των συκοφαντών.

21) Κίναιδος δειλός, γαστρίμαργος και πονηρός.

22) Σατυρίζει την τάσιν των Αθηναίων προς τον αποικισμόν.

23) Εννοεί τον λιμόν των Μηλισίων κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού πολέμου, πολιορκηθέντων υπό του Αθηναίου Νικίου.

24) Αποτείνεται προς την Αηδόνα (Πρόκνην) συμφώνως με την προηγουμένην μου [υποσημείωσιν αρ. 10]

25) Οι Μήδοι εταξίδευον επί καμηλών.

26) Ο Φιλοκλής ήτο τραγικός ποιητής, γράψας και αυτός τραγωδίαν «Τηρέα> προ του Σοφοκλέους· τούτο εννοεί λέγων, ότι και ο έτερος Έποψ είχε πατέρα τον Φιλοκλή

27) Εις την οικογένειαν ταύτην τα ονόματα Καλλίας και Ιππόνικος ενηλλάσοντο από πατέρων εις τέκνα· ο Καλλίας ήτο ο λεγόμενος δαδούχος, άσωτος και σπάταλος της πατρικής περιουσίας, μητρυιός του Περικλέους και πατήρ της Ιππαρέτης, συζύγου του Αλκιβιάδου.

28) «Κατωφαγάς» πεποιημένη λέξις εκ του καταφαγάς, κατάτρωγαν τα πάντα, την οποίαν απέδωκα διά της συγχρόνου φαταούλας.

29) Πολυφάγος, και ρίψασπις κωμωδούμενος εις τας Νεφέλας (στ. 353) και εις την Ειρήνην (στ. 1254) ως και κατωτέρω.

30) Οι Κάρες κατώκουν επί λόφων, πρώτοι δε έκαμον χρήσιν λοφίων, εξ ων και «λόφοι καρικοί».

