# Συριανά Διηγήματα

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27301/index.md

Ο Σταμάτιος Ροδοκανάκης (30) ήτο έτι μάλλον καινοτόμος και νεωτεριστής. Η σώφρων Χιακή κοινωνία ήτο τόσον συντηρητική, ώστε είχε καταντήση αντιδραστική. Πάσα επέκτασις ή μεταρρύθμισις της παιδείας εκρίνετο επικίνδυνος. Η δε προσήλωσις εις τα ήθη και έθιμα επέφερε την διαιώνισιν έξεων και ενδυμασιών, αίτινες συντελούσης και της ασυστόλου χρήσεως ψιμμυθίου (31) εφαίνοντο κωμικαί και γελοίαι. Ο Σταμάτιος Ροδοκανάκης επεχείρησε να πείση τους συμπατριώτας του, ότι ήτο ανάγκη να δώσωσι πρατικόν χαρακτήρα και ζωήν εις τα σχολεία, να ενδύωσι τας γυναίκας και θυγατέρας απλούστερα και φυσικώτερα, χορηγούντες αυταίς συνάμα μεγαλειτέραν ελευθερίαν. Τα καινά τούτα δαιμόνια δεν ήχησαν καλώς εις τα ώτα των συντηρητικωτέρων· ούτοι, ορμώμενοι και υπό τοπικής κομματικής εμπαθείας, ήρχισαν παριστώντες τον Σταμάτιον, ως γαλλίζοντα, άθεον, επαναστάτην κλπ. Ούτος απήντα και δι' άλλων επιχειρημάτων αλλά και διά σατυρών, εν αις μετά πολλής αφειδίας διαπομπεύει την αμάθειαν, τας προλήψεις, και αυτά τα σωματικά μειονεκτήματα και τας κοινωνικάς ατυχίας των αντιπάλων του. Η ανάμιξις αύτη προσωπικών εις γενικότερα ζητήματα, ην συγχωρεί μόνον ο διά του γέλωτος αφοπλισθείς αναγνώστης, δεν έλειψεν ως γνωστόν ούτε από τους αγώνας του ανιψιού του, επιχειρούντος κατά καιρούς ν' αναμορφώση την ποίησιν, την γλώσσαν, την Εθνικήν Βιβλιοθήκην και τα πολιτικά ήθη.

* * * Ο ευτυχής και αμέριμνος βίος, ον περί το 1820 διήγον οι Χίοι, αποτελεί δραματικήν αντίθεσιν προς τας επικειμένας συμφοράς. Έλαβον αφορμήν εσχάτως να διεκτραγωδήσω την οικτράν τύχην των προς μητρός συγγενών του Εμμανουήλ (32). Ο πάππος του, επικαλούμενος Φραγκομανώλης, διότι μόνος εν Χίω έφερεν ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν, απήχθη εκ των πρώτων εις το φρούριον ως όμηρος· μετ' ολίγον δε τα τέκνα του ωδηγήθησαν υπό Τούρκων στρατιωτών προ του δένδρου, από του οποίου εκρέματο απηγχονισμένος ο δυστυχής εθνομάρτυς. Μυθιστορηματικαί, δε κυριολεκτικώς είναι αι μετέπειτα περιπέτειαι της οικογενείας του, ιδίως δε της μητρός του Μανώλη Κορνηλίας, ήτις πωληθείσα ως δούλη, έζησε πλέον των τριών ετών εις το εσωτερικόν της μικράς Ασίας, οθωμανίς de facto, εάν όχι de jure (33). Εκεί ανευρέθη κατά τύχην υπό παλαιού οικογενειακού υπηρέτου επαγγελλομένου νυν τον μεταπράτην, εξαγορασθείσα δε αντί μεγάλων θυσιών, διεπεραιώθη εις Λιβόρνον, όπου είχον συγκεντρωθή και τα λοιπά περισωθέντα μέλη της δυστήνου οικογενείας. Τόσον όμως μακρά υπήρξεν η παρά τοις Τούρκοις διαμονή αυτής, ώστε, όταν έφθασεν εις Τοσκάνην η δωδεκαέτις κόρη δεν εγνώριζεν ειμή ελαχίστας λέξεις Ελληνικάς προς μέγα σκάνδαλον συγγενούς της τινός, όστις δεν έπαυε να λέγη· «διά μία τέτοια Τουρκοπούλα να δώσωμεν 6.000 τάλληρα!!!» (34)

Ουχ ήττον τραγικά των Ροδοκανάκηδων έπαθον οι Ροΐδαι. Χωρίς να μακρηγορήσω επί των υλικών ζημιών και των εξανδραποδισμών αρκεί να ενθυμήσω ότι μεταξύ των βιαίως την ζωήν τερματισάντων Χίων ευρίσκοντο οκτώ μέλη της οικογενείας (35), και δη ο Ζαννής Δ. Ροΐδης μετά των υιών του Ευστρατίου και Παντολέοντος (36), ο Θεόδωρος Δ. Ροΐδης και η μήτηρ τούτων και προμάμμη του συγγραφέως των «Ειδώλων» Αικατερίνη Ροΐδου, το γένος Μαυροκορδάτου, γυνή υπέργηρως, γνωστή διά την άκραν της αγαθότητα και φιλανθρωπίαν και ήτις εσφάγη μετά της θυγατρός της Σεβαστής Πρασακάκη και των δύο υιών ταύτης.

Η τραγική απλότης μεθ' ης διηγείται το τελευταίον τούτο επεισόδιον ο ανεπιτήδευτος κάλαμος του Ε. Ροΐδη, αναπαριστά κάλλιον ή μακρά αφήγησις το απαίσιον δράμα του 1822, καθ' ο η αγριότης των Τούρκων εύρε συνεπίκουρον την δολιότητα των Δυτικών.

«Οι Τούρκοι έδραμον εις την εξοχήν. Ο Ιωάννης Πρασακάκης ύψωσε την Γαλλικήν σημαίαν επί του πύργου του, υπό την αιγίδα της οποίας προσέφυγον πολλαί οικογένειαι· προσέφυγε και η μήτηρ του πατρός μου. Κατ' αρχάς εσεβάσθηοαν οι άγριοι Τούρκοι την Γαλλικήν σημαίαν, οι Δυτικοί όμως κινούμενοι από φανατισμόν ειδοποίησαν τους Τούρκους ότι είναι ψεύτικο προξενείον και περί την δύσιν του ηλίου ώρμησαν οι Τούρκοι, οι οποίοι έως να θραύσωσι τας θύρας, έλαβον καιρόν οι εντός να διασκορπισθώσι διά των χωραφίων και, βοηθούμενοι από το σκότος της νυκτός, εζήτησαν άσυλον εις τα χωρία, πλην ακολούθως συνελήφθησαν και οι μεν υιοί αυτών ανθιστάμενοι ωπλισμένοι εσφάγησαν προ των οφθαλμών της μητρός των, οι δε λοιποί απήχθησαν αιχμάλωτοι. Τας νέας ίππευσαν επί ημιόνων, τας δε γραίας υπεχρέωσαν να παρακολουθούν πεζή. Η ωραία Αικατερίνη, θυγάτηρ της Σεβαστής, θεωρούσα την τε μητέρα και κοσμήτορα αυτής να βαδίζωσι μετά κόπου, καθικέτευσε τον άγριον Τούρκον να καταβή να περιπατή, διά να ιππεύση εις την θέσιν της η μήτηρ της και η προμήτωρ της. Ο Τούρκος εξήγαγε το γιαταγάνιον και κατέσφαξεν αυτάς, διά να παύσωσι δε αι οιμωγαί της τε θυγατρός και των παρευρισκομένων ηπείλησε και αυτάς και ούτως επέβαλε διά του τρόμου σιωπήν. Ιδού λοιπόν τι τραγικόν τέλος έλαβεν η πολυτρόπως ευεργετήσασα την κοινωνίαν και τακτικά διανέμουσα ελέη εις τους πτωχούς. Εσφάγη μετά της θυγατρός της εν μέση οδώ και τα σώματά των έγιναν βορά των κυνών και ορνέων».

Φαντάζεται τις οποία θα υπήρξεν η απελπισία και η απόγνωσις, ήτις θα κατέλαβεν εν μέσω τοσούτων ανηκούστων ηθικών και υλικών συμφορών τους μέχρι χθες ευτυχείς και αμερίμνως ζώντας.

Αλλ' η θαυμαστή καρτερία, ην καθ' όλον τον αγώνα επέδειξεν ο Ελληνισμός, συνδυαζομένη προς την οικογενειακήν αλληλεγγύην, ετέραν αναμφισβήτητον αρετήν της φυλής μας, έσωσε και τας δύο οικογενείας από της τελείας καταστροφής.

Είδομεν ήδη πως χάριν του Ζακυνθίου κόμητος Αντωνίου οι Χίοι Ροΐδαι ωπλίσθησαν δι' Ιονίου διαβατηρίου και ηδυνήθησαν διαρκούσης έτι της θυέλλης να ζήσωσιν εμπορευόμενοι και εν αυτή τη Οθωμανική αυτοκρατορία. Εξ άλλου οι αδελφοί του Φραγκομανώλη Φραγκούλης και Σταμάτιος ουδεμιάς εφείσθησαν θυσίας προς διάσωσιν εν Λιβόρνω της χήρας και των ορφανών του, φροντίσαντες βραδύτερον να εύρωσιν εργασίαν διά τους τρεις υιούς και γαμβρούς διά τας δυο Θυγατέρας.

Διά Χιώτισσαν αρχοντοπούλαν, ως ήδη έλαβον αφορμήν να παρατηρήσω, ο κύκλος της εκλογής γαμβού δεν ήτο πολύ ευρύς· περιωρίζετο εις εικοσάδα οικογενειών, αίτινες απετέλουν την Χιακήν αριστοκρατίαν. Συνήθως εξελέγετο οικογένεια μεθ' ης ήδη υπήρχον δεσμοί κηδεστείας, συμπλεκόμενοι ως επί το πολύ και με σχέσεις εμπορικάς. Εις τας αρχάς ταύτας συμμορφωθείς ο θείος της Κορνηλίας Σταμάτιος την εμνήστευσε με τον αδελφόν της συζύγου του Δημήτριον Ροΐδην (37) επειδή δε ο γαμβρός δεν ηδύνατο να έλθη εις Λιβόρνον τού «έστειλαν την νύμφην» εις Σύρον (38), όπου ετελέσθησαν οι γάμοι και όπου μετά δέκα μήνας επέπρωτο να ίδη το φως ο συγγραφεύς των ανά χείρας «Έργων», εις τας λεπτομερείας του βίου του οποίου είναι ήδη καιρός να φθάσωμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’. Ο βίος τον Εμμανουήλ Ροΐδου

Ο βίος του Εμμανουήλ Ροΐδου διαιρείται εις δύο ίσας περιόδους, την μίαν αδιακόπων μετακινήσεων, την άλλην διαρκούς εν Αθήναις διαμονής. Και την μεν μονοτονίαν της δευτέρας διακόπτει μόνον σειρά μακρά ατυχημάτων, άτινα, εάν εχρωμάτισαν με περισσήν μελαγχολίαν, δεν ανέκοψαν όμως ευτυχώς την πυκνοτέραν καταστάσαν φιλολογικήν παραγωγήν, εν η συνωψίζετο πλέον ο όλος του βίος. Τουναντίον η πρώτη περίοδος υπήρξεν ευτυχής όσον και ποικίλη. Εις αυτήν εστρέφετο αδιακόπως το πνεύμα του υπό της φύσεως και της δυστυχίας απομονωθέντος συγγραφέως. Έκαστον δε σταθμόν αυτής εγαλβάνιζεν η λαμπρά αυτού διάνοια, ενσωματούσα αυτόν εις μυθιστόρημα, διήγημα, άρθρον ή σκέψιν. Άξιον μάλιστα παρατηρήσεως είναι ότι όλη η δημιουργική και μέρος της κριτικής εργασίας του Ροΐδου σχετίζεται δεινώς προς επεισόδια των παιδικών και νεανικών αυτού χρόνων. Ουδέν άξιον απομνημονεύσεως παρέλειψεν. Άνευ υπερβολής δε δύναταί τις να είπη ότι ο αναγνώσας την διά του παρόντος τόμου εγκαινιαζομένην συλλογήν των έργων του Ροΐδου, γνωρίζει τον βίον του καλλίτερον ή ο μελετήσας την ανά χείρας βιογραφίαν.

Ι Τα έτη της παιδικής και νεανικής ηλικίας. — Η μετάφρασις του «Οδοιπορικού»

Ως ήδη είρηται, ο Εμμανουήλ Ροΐδης εγεννήθη τω 1885 εν Σύρω. Εξ Ερμουπόλεως ανεχώρησεν εξαετής, σχων όμως ήδη την αφορμήν να δώση τεκμήρια του σατυρικού του πνεύματος και απολαύων δικαίως την φήμην enfant terible (39).

Τω 1841 ο Δημήτριος Ροΐδης μετενάστευσεν εις Γένουαν, όπου και διωρίσθη γενικός πρόξενος της Ελλάδος. Η εν τη πρωτευούση της Λιγουρίας οκταετής διαμονή του νεαρού Μανώλη έσχε μεγάλην επίδρασιν επί του βίου αυτού, όχι μόνον ένεκα της επιδράσεως ην ήσκησεν επ' αυτού μάλλον προηγμένον περιβάλλον, αλλά και διότι εις αυτόν οφείλεται και η συγγραφή της «Παπίσσης Ιωάννας». Περιττόν να επαναλάβωμεν, διότι αυτός ο συγγραφεύς αφηγήθη εκτενώς το πράγμα εν τω προλόγω του πρώτου και γνωστοτέρου του έργου, πως κατά τον βομβαρδισμών της επαναστατησάσης Γένοβας ηγέρθη εν τω υπογείω, όπερ εχρησίμευεν ως καταφύγιον ελληνικού προξενείου, βιαιοτάτη θρησκευτικοπολιτική συζήτησις και πώς η μεσαιωνική περί παπίσσης παράδοσις ήχησε διά πρώτην φοράν εις τα κατάπληκτα νεανικά του ώτα.

Έν έτος βραδύτερον τω 1849 εστέλλετο εις Σύρον όπως λάβη ελληνικήν ανατροφήν, ουδέποτε όμως ελησμόνησε την Γένοβαν και τους Γενοβέζους, και εκείνην μεν μνημονεύει πλειστάκις λαβών αυτήν ως τόπον ενός των ωραιότερων του διηγημάτων, της «Κυνομυομαχίας», τούτων δ' έδωκε απαράμιλλον χαρακτηρισμόν εν τω περί της «Συνωμοσίας του Φιέσκο» (κατά μετάφρασιν του πρίγκηπος Σαξ Μεΐνιγγεν) άρθρον του της Ώρας» (18 Ιουνίου 1888).

Οποίος δε ήτο την μορφήν εν τοις χρόνοις εκείνοις ο Ε. Ροΐδης κρίνει τις εκ της κοσμούσης τον παρόντα τόμον ξυλογραφίας. Η ιχνογραφία (à deux crayons), ης αύτη είναι πιστή αναπαράστασις (40), είναι έργον Ρωμαίου καλλιτέχνου, όστις παρεπιδημών εις Γένοβαν και συναντήσας έν τινι συναναστροφή τον νεαρόν Έλληνα, τόσον εθαύμασε την ευφυά και εκφραστικήν του φυσιογνωμίαν, ώστε εζήτησε παρά των γονέων του την άδειαν να την απεικονίση.

Εις Σύρον εστάλη κατά προτίμησιν υπό των γονέων του ο Μανώλης, διότι εκεί έζη τότε η αδελφή της μητρός του Κυρίου Αντωνίου Μικρουλάκη και διότι εν Ερμουπόλει ελειτούργει Λύκειον δικαίως φημιζόμενον ως έν των αρίστων ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, το Λύκειον Ευαγγελίδου. Ο Χρήστος Ευαγγελίδης, Μακεδών, απορφανισθείς κατά την επανάστασιν, είχεν εκπαιδευθή υπό φιλελλήνων Αμερικανών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις, απεκόμισε δ' εκείθεν, κατά την μαρτυρίαν του αειμνήστου Δ. Βικέλα (41), ελλείψει πολλών γνώσεων έξεις παιδαγωγικάς, των οποίων η εισαγωγή ήτο ίσως αναγκαιοτέρα της θεωρητικής σοφίας παρ' ημίν. Πράγματι προσεπάθει να συνειθίση τους μαθητάς του εις την διαχείρισιν χρημάτων (42), και ώθει αυτούς εις πρωτοτύπους φιλολογικάς εργασίας. Διιδών την προς το γράφειν έφεσιν των νέων Βικέλα και Ροΐδου, τους έπεισεν άνευ πολλού κόπου, ν' αναλάβωσι την έκδοσιν εβδομαδιαίας εφημερίδος, ήτις εκυκλοφόρει ως χειρόγραφον υπό τον τίτλον «Η Μέλισσα», και ης μετέπειτα οι δύο συντάκται μάτην ανεζήτησαν έστω και έν μόνον αντίτυπον.

Επίσης διωργάνου ο Ευαγγελίδης και θεατρικάς παραστάσεις. Εν μια εξ αυτών παρεστάθη η υπό του δεκαεξαετούς Βικέλα μετάφρασις της «Ρακινέας Εσθήρ». Εις ταύτης την διδασκαλίαν έλαβε μέρος και ο Ροΐδης, δεν ηδυνήθη όμως να υποδυθή ή μόνον δευτερεύον πρόσωπον, διότι η βαρυηκοΐα ήρχισεν από τότε να τον βασανίζη.

Προς θεραπείαν της βαρυηκοΐας ταύτης όσον και προς πληρεστέρας σπουδάς απήλθε τω 1855 ο Ροΐδης εις Βερολίνον, απεκόμιζεν όμως εκ της Σύρας και της Συριανής κοινωνίας τόσον ζωηράν ανάμνησιν, ώστε μετά παρέλευσιν 40 ετών ηδυνήθη να τας απεικονίση μετ' απιστεύτου ακριβείας εις τα «Συριανά εκείνα Διηγήματα», άτινα θεωρούνται υπό πολλών ως το δημιουργικόν αριστούργημά του και εις τα οποία

«υπάρχει αφεύκτως κάτι από το πνεύμα και το ύφος του συγγραφέως του Ζαδίγ» (43).

Η εν Βερολίνω διαμονή του παρετάθη πλέον του έτους. Ηκολούθει ο Ροΐδης μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Δυστυχώς τα πειράματα, εις ά τον υπέβαλε δόκιμος ιατρός προς θεραπείαν των ώτων του, αντί να ωφελήσουν επεδείνωσαν τόσον την κατάστασίν του ώστε, καίτοι καθήμενος, ειδική αδεία, ουχί επί των θρανίων αλλ' επί καθίσματος ακριβώς υπό την έδραν τιθεμένου, δεν κατώρθου πλέον ν' ακολουθή απροσκόπτως τας παραδόσεις. Όθεν απελπισθείς συνεμορφώθη προς τας οικογενειακάς συμβουλάς, απεφάσισε δηλαδή να γίνη έμπορος και μετέβη εις Ρουμανίαν.

Την εποχήν εκείνην (τω 1857) η Ρουμανία, ή, κυρίως ειπείν, αι Παραδουνάβιοι Ηγεμονίαι, ήσαν από εμπορικής απόψεως χώρα ελληνική. Ο Ροΐδης επανεύρεν εν μεν τω Ιασίω τον πατέρα του, όστις διηύθυνε το περίφημον τότε επί πλούτω και τιμιότητι κατάστημα Αργέντη — Σεκιάρη, εις δε την Βραΐλαν τον Δημήτριον Ροδοκανάκην, υιόν του Σταματίου εκείνου, παρ' ού ίσως ο Μανώλης εκληρονόμησε την προς τας μεταρρυθμίσεις και την σάτυραν τάσιν.

Τα ήθη δεν ήσαν τότε εν ταις ηγεμονίαις λίαν αυστηρά και νέος ωραίος και κομψός ως αυτός εύρισκεν ευκόλως ευκαιρίας διασκεδάσεων· πλην εις την λεπτήν και καλλιτεχνικήν του φύσιν αι εύκολοι απολαύσεις δεν άφηνον ειμή προσωρινάς εντυπώσεις, διά τούτο δ' ουδέποτε ποιείται που ιδιαιτέραν μνείαν περί της εν Ρουμανία διαμονής. Άλλως το εμπόριον ολίγον τον είλκυεν, ο δε θείος του Δημήτριος, παρ' ω εμαθήτευε, παρετήρει μετ' απορίας ότι, εν ω έγραφεν αδιακόπως, ουδέποτε η εις αυτόν ανατεθειμένη μικρά αλληλογραφία ήτο εν τάξει. Προς λύσιν του προβλήματος ήνοιξε το γραφείον του και αντί εμπορικών σημειώσεων εύρε χειρόγραφον μετάφρασίν του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου.

Ευτυχώς διά τα ελληνικά γράμματα, ο Δημήτριος Ροδοκανάκης, ο μετέπειτα αντιπρόσωπος της Βραΐλας εν τη Εθνοσυνελεύσει, ήτο ανήρ μορφωμένος και φιλοπρόοδος. Διεξελθών δ' ολίγας σελίδας του χειρογράφου, εκάλεσε τον ανεψιόν του και αντί επιτιμήσεως τού έδωκε την συμβουλήν να τυπώση το έργον του.

Η συμβουλή εγένετο τοσούτω μάλλον προθύμως δεκτή, καθ' όσον υπέθετε και μετάβασιν εις Αθήνας, όπου λόγω της υγείας της μητρός του είχον ήδη μεταβή οι γονείς του. Μετ' ολίγους δε μήνας το τυπογραφείον της «Αυγής» εξετύπου εις τέσσαρας τόμους το όλον Itineraire, εις ό είχον προστεθή αποσπάσματα του «Πνεύματος του Χριστιανισμού» και των «Μαρτύρων», ως και μετάφρασις του γνωστού διηγήματος του Σατωβριάν «Ο τελευταίος Αβενσεράγης».

Ο συγγραφεύς εν τω προλόγω του ομολογεί, ότι «νέος ων και παρέργους μόνον ώρας αφιερών τη φιλολογία επί πολύ εδίστασα περί την δημοσίευσην του έργου», σπεύδει όμως να προσθέση, «αλλά παραβαλών αυτό προς πολλά κατά καιρούς αναφανέντα τοιαύτα, έπεισα εμαυτόν ότι ηδυνάμην καγώ να φέρω εις φως το προϊόν των κόπων μου, ο δε αναμάρτητος τον πρώτον λίθον βαλέτω».

Ο πρόλογός του «Οδοιπορικού» είναι αι πρώται γραμμαί, άς εδημοσίευσεν ο Ροΐδης. Ήδη εξ αυτών αναφαίνεται η λεπτή και δηκτική του ειρωνεία. Επίσης τα σπάνιά του κριτικά δώρα εμφανίζονται εις όσα λέγει περί των λόγων δι' ους και ως φίλος των γραμμάτων και ως Έλλην ησθάνθη την ανάγκην να μεταφρασθώσι τ' αριστουργήματά του Σατωβριάν. Τέλος δε δεν λείπει από των πρώτων εκείνων σελίδων ούτε ο κατά της καθαρευούσης πόλεμος. Και ναι μεν δηλοί ότι «παιδιόθεν εν τη ξένη ανατραφείς και την γλώσσαν του λαού μη συνηθίσας, ταύτην έμελλε να προτιμήση», αλλά συνάμα παραπονείται ότι «η καθαρεύουσα είναι επί του παρόντος σύμμικτον μόνον κράμα και είδος ποικίλον χυδαϊσμών, ξενισμών και αρχαϊσμών ακαίρων», εν ώ εξ άλλου «η καθομιλουμένη δεν αρκεί εις έκφρασιν πάντων του πνεύματος των διανοημάτων». Συμπέρασμα: ηναγκάσθη να γράψη «εις γλώσσαν άμορφον έτι και ανεπαρκή».

Έν των ωραιοτέρων επεισοδίων «Του τελευταίου Αβενσεράγου» είναι ως γνωστόν η μεταξύ του Λωτρέκ και του Αβέν - Χαμέτ ποιητική μονομαχία. Ο Ροΐδης δεν ησθάνετο όμως εαυτόν ποιητήν και διά τούτο προσέτρεξεν εις την συνεργασίαν «του βραβευθέντος ποιητού του Αρματωλού κ. Σταυρίδη».

Τριακοντατέσσαρα έτη βραδύτερον, ότε έκρινεν επίκαιρον (44) την μετάφρασιν των «Σκηνών του Βοημικού βίου» (Άστυ 27 Ιαν. — 2 Απριλίου 1894), επεκαλέσθη την αρωγήν του κ. Ι. Πολέμη προς έμμετρον μετάφρασίν του μικρού κομψοτεχνήματος Hier en voyant l'hirodelle, δι ου ο Murger επεσφράγισε το αειθαλές αυτού αριστούργημα.

Εις τι λοιπόν περιορίζεται το έμμετρον, δεν τολμώ να είπω το ποιητικόν, έργον του Ροΐδου; Εφ' όσον γνωρίζω (45), εις μίαν και μόνην πρόποσιν, ην ανέγνωσεν εις συμπόσιον, ου συμμετέσχον οι κυριώτατοι των τότε λογίων, τη 25 Μαρτίου 1885 και ήτις είχεν ως εξής:

Αγαπώ τον καλόν οίνον όταν άκρατος αφρίζη Και την κύλικα με λάμψεις ξανθοχρύσους χρωματίζη. Αγαπώ με την ακτίνα των νυχτερινών λαμπάδων Το πρωί να περιμένω ευωχούμενος και άδων. Ηδονήν εγώ ζητήσας του σκοπού προσκαίρου βίου Τεθαμμένην αυτήν εύρον εις το βάθος ποτηρίου.

Οι στίχοι ούτοι, πρέπει να τ' ομολογήσωμεν, φαίνονται έργον μάλλον μετρίου μαθητού των Σούτσων ή του συγγραφέως της «Συγχρόνου Ποιήσεως», έπρεπεν όμως εν τούτοις να εύρωσι κάπου θέσιν εις τα παρόντα «Έργα».

Αρκετά παράδοξον είναι ότι διαρκούντος του αυτού γεύματος ο οπαδός της καθαρευούσης Ισιδωρίδης Σκυλίτζης ανεμνήσθη ανεκδότου προπόσεως του Ρήγα του Φερραίου, απαγγελθείσης παρά του ιερομάρτυρος εν συμποσίω ομογενών είς τινα παρά την Βιέννην εξοχήν:

Γεμάτο όλοι έχοντες φιλίας το ποτήρι Παίδες Ελλήνων χάρηκαν σ' αυτό το μοναστήρι Συντρώγοντες και πίνοντες με μόνην την ελπίδα Σαν λεοντάρια να χυθούν στην φίλην των πατρίδα.

Εάν ο Ροΐδης δεν είχεν αυτός ο ίδιος γράψη την πρώτην κοινοτοπικήν πρόποσιν, δεν θα παρέλειπεν αναμφιβόλως να την παραβάλη με την εμπνευσμένην πρόποσιν του Ρήγα, ως νέαν μαρτυρίαν υπέρ των ποιητικών του και γλωσσικών δοξασιών.

Και ταύτα μεν τω 1885. Επανέλθωμεν εις το 1860. Η μεγάλη επιτυχία του «Οδοιπορικού» ενίσχυσε παρά τω νεαρώ μεταφραστή τον πόθον ν' αφοσιωθή εις τα γράμματα και να ζήση εν Αθήναις, εφ' όσον δ' επλησίαζεν η ώρα της εις Ρουμανίαν επανόδου, ήρχισε να τον καταλαμβάνη τοιαύτη μελαγχολία, ώστε οι γονείς, λυπηθέντες αυτόν, του επέτρεψαν ν'ακολουθήση την οδόν, ην του εδείκνυεν η φύσις.

ΙΙ Η εν Αθήναις οριστική εγκατάστασις. — «Η Πάπισσα Ιωάννα».

Εν τω μεταξύ η κλονισμένη υγεία της μητρός του, ήτις είχε προκαλέση την εξ Ιασίου αναχώρησιν της οικογενείας, επέβαλε και μετάβασιν εις Αίγυπτον. Το κλίμα των όχθων του Νείλου επέδρασε θαυματουργώς επί της υγείας της μητρός τού Εμμανουήλ, ήτις τελείως ιάθη της κατατρυχούσης αυτήν επαρκή προσοχήν εις την αιφνιδίαν αλλαγήν της θερμοκρασίας, ήτις — γνώρισμα της ερήμου — συνοδεύει την δύσιν του ηλίου, εκρυολόγησε, και μετά βραχείαν ασθένειαν, απέθανεν. Ούτως ετερματίσθη βιαίως η κατά τα άλλα τόσον ευχάριστος εν τη χώρα των Φαραώ διαμονή. Διηγήματα (46) όμως και σκαλαθύρματα μεταγενέστερα μας διεφύλαξαν πιστήν εικόνα της τότε Αιγύπτου, τόσον διαφόρου υπό πάσαν έποψιν της σημερινής.

Η επάνοδος της απορφανισθείσης οικογενείας εις Αθήνας συνέπεσε με τας παραμονάς της Μεταπολιτεύσεως. Άνεμος επαναστατικός εξήπτε τας κεφαλάς της νεολαίας, πιστευούσης ειλικρινώς ότι ο άρχων του τόπου, πατριώτης, αγαθός, ευσυνείδητος, συνάμα όμως στενός και σχολαστικός Βίττελσβαχ, ήτο η ενσάρκωσις της Μακιαβελλικωτέρας των τυραννιών.

Ο Ροΐδης δεν ήτο αρκετά θερμοκέφαλος όπως παρασυρθή τελείως, ούτε όμως είχεν ωριμάση αρκούντως όπως μη επηρεασθή ποσώς υπό αισθημάτων, άτινα συνεμερίζετο η σχεδόν παμψηφία των συνομηλίκων του. Άλλως τε και ζήσας εις μάλλον φιλελευθέρως κυβερνώμενα έθνη, δεν ήτο δυνατόν να μη ερεθίζεται υπό της υπερβολικής Συγκεντρώσεως, της διαιρέσεως των πολιτών υπό της Αυλής εις αφωσιωμένους και μη, και των αδιακόπων καταστρατηγήσεων του Συντάγματος. Οι βουλευταί τότε εχωρίζοντο μάλλον ή εξελέγοντο· επροτιμώντο δ' οι πειθηνιώτεροι των ευγλωττοτέρων. Στόχος του Ροΐδου, αρχίσαντος να δημοσιογραφή εν τη «Αυγή», κατέστησαν οι εγκάθετοι των βουλευτικών εδωλίων (δεν λέγω θεωρείων), προ παντός δ' ο γνωστός διά την Αρποκράτειον σιωπήν του βουλευτής Σύρου Πρασακάκης. «όστις ήνοιγε στόμα μεγαλείτερον του φούρνου του Στρατή (του μεγαλειτέρου κλιβάνου της Σύρας) χωρίς να κατορθώνη ποτέ ν' αρθρώση λέξιν».

Αλλά και κατά την περίοδον ταύτην, καθ' ην ουδείς ηδύνατο να μένη αδιάφορος εις τα δημόσια, έτι δε περισσότερον μετά την εθνοσωτήριον Μεταπολίτευσιν, η πολιτική δημοσιογραφία κατείχεν εν ταις σκέψεσι του νέου Χίου δευτερεύουσαν σκέψιν· η προσοχή του εστρέφετο επί μάλλον και μάλλον προς θέμα, όπερ από δωδεκαετίας τον απησχόλει, την «Πάπισσαν Ιωάνναν».

Το πολύκροτον τούτο έργον είδε το φως περί τας αρχάς του 1866. Η έρευνα όμως του ιστορικού προβλήματος της «Παπίσσης» απησχόλει, ως ήδη ερρέθη, τον Ροΐδην, από του 1848. Κατά την πολύμηνον διαμονήν του εν Γερμανία (1855 — 1856) ήρχισε την συστηματικωτέραν τούτου μελέτην, συνεπλήρωσε δε ταύτην διά ταξειδίων εις Ιταλίαν και μακρών μελετών εν τη Αθηναϊκή Εθνική Βιβλιοθήκη. Αι υπ' αυτού αδιάκοποι αιτήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, «άτινα ούτε εγνώριζον ούτε ευκόλως ανεύρισκαν οι τότε βιβλιοφύλακες», ηνάγκασαν μάλιστα τον εφορεύοντα Παναγιώτην Σούτσον να λύη τα εκάστοτε εγειρόμενα ζητήματα δίδων εις τον Ροΐδην «μίαν κλίμακα και την άδειαν ν' αναζητή ο ίδιος τα συναξάρια» (47).

Η επιτυχία υπήρξεν ανταξία των κόπων ους κατέβαλεν ο συγγραφεύς. Όπως ορθώς γράφει ο εκδότης της δευτέρας γαλλικής μεταφράσεως (48), «Από Αθηνών εις Κωνσταντίνουπολιν και από Κερκύρας εις Τραπεζούντα (49), όλη η Ελλάς εθαύμασε το έξοχον ύφος του συγγραφέως, την χάριν, την λεπτότητα, την πονηρίαν του (malice), Δεν ευρίσκοντο δε λόγοι αρκούντως επαινετικοί όπως εξαρθή η τέχνη μεθ' ης ο Ε. Ροΐδης ανέμιξε το χρήσιμον προς το ευχάριστον και το τερπνόν προς το σοβαρόν».

Ο προκληθείς ενθουσιασμός δεν ήτο υπερβολικός, αφ' ου ουχί μόνον, ως ομοθύμως αναγνωρίζεται νυν, η «Πάπισσα» υπήρξε το πρώτον καλλιλογικόν μας Φόρημα, εκείνο εις ο εδιδάχθη το κοινόν τι εστί το bello stile (50), αλλά και το πρώτον ελληνικόν μυθιστόρημα, όπερ χωρίς να είναι απλούν αφέψημα ιστορικών συγγραμμάτων και διατριβών, εβασίζετο όσον αφορά το ιστορικόν μέρος επί γεγονότων μετά πλείστης επιμελείας εξακριβωθέντων (51), τέλος δε και το πρώτον, όπου η μελέτη και αι γνώσεις συνεδυάζοντο με τόσον πνεύμα. Και είναι μεν αληθές ότι ο συγγραφές prenant, όπως λέγει ο Μολιέρος, son bien ou il le trouvait, πολλάκις εμιμήθη και έστιν ότε αντέγραψε τον Μπάιρων, τον Μυσσέ και τον Χάινε· πλην και οι ασπονδότεροι των πολυαρίθμων εχθρών του ηναγκάσθησαν να ομολογήσωσιν ότι τα ερανίσματα είναι εν συνόλω ελάχιστα εν συγκρίσει προς την αφθόνως και ακόπως ρέουσαν πηγήν πρωτοτύπων όσον και απροόπτων παρατηρήσεων και συσχετισμών ως και του αφειδώς εγκατεσπαρμένου καθαρώς Ροΐδείου άλατος.

Ταύτα πάντα είναι προσόντα τόσον μεγάλα και σπάνια, ώστε δεν πρέπει ν' απορήσωμεν ότι η επιτυχία της «Παπίσσης» παρ' ημίν μεν μένει διηνεκής κατέστη δε ταχέως διεθνής.

Και πράγματι παρ' ημίν μεν εκτός των δύο εκδόσεων ας εξέδωκεν ενταύθα αυτός ο συγγραφεύς, η «Πάπισσα» έλαβε και τρεις άλλας Αθηναϊκάς εκδόσεις.

Πόσας έλαβεν εκτός των Αθηνών αδύνατον εστάθη να εξακριβώσω. Ο κ. Βλαχογιάννης μας ανεκοίνωσεν έκδοσιν γενομένην εν Βουκουρεστίω (1876) πρώην μαθητής μου μού στέλλει εκ Κύπρου έκδοσιν γενομένην εν Λευκωσία (1908), η δ' άρτι εκδοθείσα θαυμασία βιβλιογραφία του κ. Πολίτου μνημονεύει (52) άλλην ανατύπωσιν εν ταις στήλαις του «Βοσπόρου» του Καΐρου (Ιούλιος — Αύγουστος 1909). Τιςοίδε πόσαι άλλαι τοιαύται εκδόσεις και αναδημοσιεύσεις εγένοντο!

Ο εν τη ξένη θρίαμβος της «Παπίσσης» δεν υπήρξε μικρότερος. Μετεφράσθη ρωσσιστί, δανιστί (53), ιταλιστί (54) και αγγλιστί (55). Γερμανιστί μετεφράσθη δις, το πρώτον προ ετών πολλών υπό του George Buvar (56), το δεύτερον τω 1904 υπό Paul Friedrick (57). Πολυαριθμότεραι ακόμη είναι οι γαλλικαί μεταφράσεις. Η πρώτη, έργον του γάλλου Bezolles και του μετέπειτα τοσάκις υπουργεύσαντος πολιτευτού Αττικής Ν. Λεβίδου, δημοσιευθείσα το πρώτον εν τη «Independance Hellenique», εξεδόθη και εν ιδίω τόμω τω 1869. Η δευτέρα, υπό ανωνύμου πλην πεπειραμένου γάλλου μεταφραστού, εξετυπώθη παρά τω εκδότη Maurice Dreyfous και εντός τριετίας (1878 — 1881) έσχεν επτά εκδόσεις. Η τρίτη τέλος και προσφατωτάτη (1908) εξεδόθη, και τούτο μόνον αποτελεί ουχί μικράν επιτυχίαν, εν τη Bibliothéque-Charpentier οφείλεται δε εις την συνεργασίαν του ημετέρου ιατρού Ιω. Σάλτα και του προώρως αποθανόντος συγγραφέως του «Ubu Roi» Αλβέρτου Jarry (58).

