# Ιστορία των Εθνικών Δανείων Μέρος Α' - Τα δάνεια της ανεξαρτησίας (1824-1825) - Το Δημόσιον Χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/1824-1825-34095/index.md

α') Ζημία 6% επί του ονοματικού κεφαλαίου των ομολογιών εκδοθεισών προς 94% . . 3,835,473. δρ. β') Είχεν ορισθή ότι προεξόφλησις 3,37% του κεφαλαίου θα εγίνετο εις τους δανειστάς τους πληρώνοντας τοις μετρητοίς· εκ τούτου προήλθε νέα ζημία .......... 1,186,288. » γ') Μεσιτεία 2% και άλλα έξοδα...... 1,964,252. » _____________ 6,986,013. δρ.

Ιδού λοιπόν αμέσως 6,986,013 δρ., άς πρέπει ν' αφαιρέσωμεν εκ του ονοματικού κεφαλαίου των 63,924,559 δρ. (179).

Εκ δε του απομένοντος καθαρού κεφαλαίου 56,948,546 δρ. μόνοι οι τόκοι και τα χρεολύσια απερρόφησαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1843 το μέγα ποσόν 33,080,795 δρ. Υπελείφθησαν λοιπόν μόνον 23,867,751 δραχμ., αίτινες εξήλθον πράγματι των χειρών των δανειστών, αλλ' ουδ' αύται φευ! αφιερώθηκαν εις τας ανάγκας του τόπου. Διότι αφ' ενός μεν εδέησε να πληρωθώσιν:

α') Εις την Τουρκίαν δι' εξαγοράν της Φθιώτιδος............... 12,531,174 δρ. (180) β') Εις διαφόρους πιστωτάς προγενεστέ - ρους της συστάσεως του βασιλείου . . 2,238,559 » (181) _____________ 14,769,733

Αφ' ετέρου δε τα λείψανα του δανείου, ήτοι 9,098,017 δρ. και 45 λεπτά διετέθησαν, όπως καλυφθώσι δαπάναι, αίτινες δυσκόλως δύνανται να θεωρηθώσιν ως ωφελήσασαι τον τόπον· τοιαύται δε είναι αι της Αντιβασιλείας και του στρατού.

Και αι μεν δαπάναι της Αντιβασιλείας (Μισθοί και έξοδα οδοιπορίας, αποκαταστάσεως, επίπλων κ.τ.λ.), συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της καθόδου των Αντιβασιλέων, ανήλθον εις 1,397,654 δρ. και δεν χρήζουσι πολλών σχολίων (182), αλλ' αι περιτταί στρατιωτικαί δαπάναι απαιτούσι πλείονας εξηγήσεις.

Στρατούς από του 1832 μέχρι του 1843 η Ελλάς έσχε δύο ειδών, τον καθαρώς βαυαρικόν στρατόν, τον οποίον ανέλαβεν ο Λουδοβίκος να στείλη εις Ελλάδα (183), και τον μετέπειτα οργανωθέντα και κληθέντα Ελληνικόν. Ο πρώτος εκ 3,500 ανδρών συγκείμενος ήκιστα χρήσιμος εδείχθη (184), και εκτός των δαπανών της συντηρήσεως εστοίχισε και ουκ ολίγα διά κάθοδον εις Ελλάδα και επιστροφήν εις Βαυαρίαν, απορροφήσας εν συνόλω 4,748,000 δρ. (185). Μετά δε την αναχώρησίν του υπήρξε προς στιγμήν ελπίς σημαντικής βελτιώσεως της καταστάσεως, αποφασισθείσης της συγκροτήσεως στρατού εξ Ελλήνων απαρτιζομένου, ου την διοργάνωσιν έμελλον ν' αναλάβωσι Βαυαροί.

Δυστυχώς οι Βαυαροί, αντί να προσληφθώσι διά την διοργάνωσιν του στρατού, εκλήθησαν διά τον καταρτισμόν αυτού, και εν χώρα όπου δεν έλειπον βεβαίως οι στρατεύσιμοι άνδρες, επί στρατού 8,205 ανδρών, οίος ήτο ο ελληνικός κατά το θέρος του 1835, άπαντες σχεδόν οι 5,142 τακτικοί ήσαν Βαυαροί (186).

Όπως λέγει ο κ. Κυριακίδης (187), οι διδάσκαλοι υπήρχον, οι μαθηταί είχον εκδιωχθή.

Αλλά δεν αρκεί τούτο, ο κατ' ουσίαν και πάλιν βαυαρικός στρατός υπέρ το δέον πολυάριθμος ήτο και υπέρ το δέον δαπανηρός. Οι Βαυαροί εθελονταί ελάμβανον 25 λεπτά την ημέραν (188), και οι Βαυαροί αξιωματικοί, οίτινες, κατά τον Finlay τουλάχιστον (189), ούτε πείραν ούτε ικανότητα είχον, προεβιβάζοντο αιφνιδίως εις τα ανώτατα αξιώματα.

Την κατά την περίοδον ταύτην γενομένην σπατάλην εν τω υπουργείω των στρατιωτικών ο Leconte αποδεικνύει διά του εξής απλουστάτου υπολογισμού:

Κατά τους προϋπολογισμούς του 1845 και 1846, 4,400,000 δρ. ήρκουν διά την συντήρησιν του αναγκαίου στρατού. Ουδείς δε λόγος υπήρχεν όπως ο μέσος όρος των στρατιωτικών εξόδων κατά τα δύο ταύτα έτη ή κατώτερος του της ενδεκαετούς περιόδου 1833 - 1843. Εν τούτοις βλέπομεν ότι τα στρατιωτικά έξοδα από του 1833 - 1843 ανήλθον εις 67,344,044 δρ. ήτοι εις 6,122,185 δρ. ετησίως· ήρκει λοιπόν να είχον απ' αρχής περιορισθή εις 4,400,000 κατ' έτος, όπως το όλον άθροισμα περιορισθή εις 48,400,000 δρ. και κατ' ακολουθίαν η Ελλάς οικονομήση 19,000,000 δρ. (190).

Επιβάλλεται άρα το συμπέρασμα ότι το αρτισύστατον ελληνικόν κράτος, καταβαλόν 6,986,013 δρ. εις μεσιτείας και παραπλήσια, 14,769,733 δρ. εις αποζημιώσεις, 33,080,795 εις τόκους και χρεωλύσια, 1,397,654 δρ. εις έξοδα αντιβασιλείας, και 19 εκατ. περίπου εις περιττάς στρατιωτικάς δαπάνας, ουχί μόνον δεν επορίσθη ουδεμίαν πραγματικήν ωφέλειαν εκ δανείου προωρισμένου να τω επιτρέψη ν' αναλάβη οικονομικώς (191), αλλ' εκπληρώσαν τας υποχρεώσεις του μέχρι του 1843 υπεβλήθη εις θυσίας ουχί μικράς (192).

Εις τας θυσίας ταύτας προσετέθησαν, και οφείλομεν να ομολογήσωμεν τούτο, αρωγαί της Βαυαρίας (193) και των τριών προστατίδων Δυνάμεων (194). Πλην όμως ούτε αι προρρηθείσαι θυσίαι ούτε αι σχετικώς μικραί αύται αρωγαί ηδύναντο να μεταβάλωσι την αληθή θέσιν των πραγμάτων. Όπως ορθότατα γράφει ο About (195), «κατά τα έτη 1841, 1842 και 1843 η Ελλάς, με μικρά βοηθήματα εξωτερικά, ηδυνήθη να επαρκέση εις την υπηρεσίαν του δανείου, _πληρώσασα εξ ιδίων 6,300,000 δρ. Μετά την προσπάθειαν ταύτην, ην είναι δίκαιον να λάβη τις υπ' όψιν, ευρέθη πτωχοτέρα πως ή κατά την ημέραν, καθ' ην ηναγκάσθη να καταφύγη εις δάνειον, εχρεώστει δε προς τούτοις και 66,842,126 δρ. 46 λεπτά_».

Καίτοι κατεβλήθησαν πράγματι πολλαί προσπάθειαι, προκαλέσασαι και σπασμωδικάς μεταβολάς εν τη οικονομική διοικήσει (196), το έτος 1842 έκλεισε με έλλειμμα τριών εκατομμυρίων, και η αναστολή των πληρωμών επήρχετο μοιραία. Όπως προλάβωσι ταύτην αι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις έπεμψαν αντιπροσώπους εις συνέδριον, συνελθόν εν Λονδίνω τη 1η Μαΐου 1843. Το συνέδριον τούτο, εξετάσαν τα οικονομικά της Ελλάδος, απεφήνατο διά πρωτοκόλλου (197), ότι ήσαν δυναταί εν τω προϋπολογισμώ ενιαύσιαι οικονομίαι 3,742,000 δρ., και ότι προς εγγύησιν της υπηρεσίας του δανείου έπρεπε να παραχωρηθώσιν εις τας προστάτιδας Δυνάμεις αι εισπράξεις του τελωνείου Σύρου. Ο Όθων αναγκάσθη να παραδεχθή το πρωτόκολλον τούτο, η επισυμβάσα δ' όμως μεταπολίτευσις ημπόδισε την εφαρμογήν αυτού και συνεπήγαγε προς τούτοις την αναστολήν της πληρωμής παντός τόκου και παντός χρεωλυσίου.

Η ιστορία του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων δεν λήγει δ' όμως ενταύθα.

Είναι λοιπόν ανάγκη, αφ' ου εξητάσαμεν πώς συνωμολογήθη και πώς εξωδεύθη το δάνειον, να ίδωμεν ποία εξ αυτού προέκυψαν μετά ταύτα, γεγονότα.

_Παρ. Γ'. Διασπραγματεύσεις προς κανονισμόν του Δανείου._

Αι διαπραγματεύσεις αύται διαιρούνται εις δύο περιόδους, εις την από της γ' Σεπτεμβρίου μέχρι της Κατοχής και εις την μετά τον Κριμαϊκόν πόλεμον. Κατά την πρώτην, αι Δυνάμεις συναισθανόμεναι την μεγάλην ευθύνην ην έφερον, προκειμένου περί δανείου όπερ, καθώς παρατηρεί ο Finlay (198), «_συνωμολογήθη άνευ της συγκαταθέσεως του Ελληνικού λαού και εξωδεύθη κατά τον αυτόν τρόπον_, περιωρίσθησαν εις διπλωματικάς διάμαρτυρίας. Η δε Ελληνική κυβέρνησις, επωφελουμένη εκ των μεταξύ των Δυνάμεων κρατουσών διχονοιών, αντί να προσπαθήση παντί σθένει να επιδιώξη λογικόν συμβιβασμόν, περιωρίζετο εις το να δίδη υποσχέσεις και ν' αναγράφη εν τω προϋπολογισμώ ποσά, ποικίλλοντα κατά τας περιστάσεις, αλλά ουδέποτε πληρωνόμενα, ή μάλλον πληρωθέντα άπαξ μόνον, και τούτο, ως θέλομεν ίδη αμέσως, κατόπιν ενεργητικής αλλά μονομερούς επεμβάσεως της Αγγλίας. Η περίοδος αύτη ενθυμίζει πως άλλην περίοδον, την από του 1893 μέχρι του 1897.

Μετά τον Κριμαϊκόν πόλεμον όμως αι Δυνάμεις, κρατούσαι την Ελλάδα εις την διάκρισίν των, επωφελήθησαν εκ τούτου, όπως τη επιβάλωσιν, ους όρους εθεώρουν αύται δικαίους. Η δε τοιαύτη διαγωγή υπενθυμίζει και αυτή πρόσφατά τινα γεγονότα.

_Περίοδος 1843 - 1856_. — Κατά την περίοδον ταύτην αι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις περιωρίσθησαν, ως είδομεν, εις απλάς διαμαρτυρίας. Η μόνη δε ενεργητική πως επέμβασις εγένετο κατά την πρωθυπουργίαν του Κωλέττη, οπότε η Αγγλική κυβέρνησις παρείχεν αδιακόπως πράγματα εις το γαλλικόν κόμμα. Πάντων δε των Άγγλων δριμύτατος ήτο ο Πάλμερστων. Ούτος από του 1845 (199), ως αρχηγός της αντιπολιτεύσεως, εδήλου ότι είχε καθήκον η Αγγλική κυβέρνησις, έστω και μόνη, ν' απαιτήση την εκτέλεσιν της συνθήκης του 1832 και να κάμη χρήσιν του δικαιώματος της επεμβάσεως, όπερ, κατ' αυτόν, παρείχεν εις την Αγγλίαν το άρθρον 12 § 6. Ο τότε πρωθυπουργός Ροβέρτος Πηλ αντέκρουσε μεν εν τη βουλή τον Πάλμερστων (200), αλλά διά του υπουργού επί των εξωτερικών Aberdeen επίεζε μεγάλως τον Κωλέττην (201), όπως επαναλάβη η Ελλάς την υπηρεσίαν του δανείου. Η δε πίεσις αύτη, επαναληφθείσα κατά το 1847, ηνάγκασε την Ελληνικήν Κυβέρνησιν να καταφύγη εις τον φιλέλληνα τραπεζίτην Εϋνάρδον, όστις έστερξε να προκαταβάλη 500,000 φράγκων, προς προσωρινήν κατεύνασιν των Αγγλικών απαιτήσεων (202). Προς τούτοις τη 18/30 Αυγούστου 1847 ο Κωλέττης δι' ανακοινώσεώς του προσεπάθησε να πείση τας Δυνάμεις, ότι η μη πληρωμή των τόκων του δανείου ωφείλετο εις τους βουλευτάς και γερουσιαστάς, οίτινες εν σώματι μεν προσεπάθουν να ελαττώσωσι τους φόρους, ατομικώς δε ηγωνίζοντο όπως αυξηθώσιν αι δαπάναι εν ταις ιδίαις αυτών επαρχίαις. Ο Κωλέττης εδήλου ότι προετίθετο να συλλέξη χρήματα διά της πωλήσεως των εθνικών γαιών. Υπισχνείτο δε προς τούτοις ότι κατά το 1848 θα πληρώση το τρίτον του τόκου του δανείου, και ότι το προς τον σκοπόν τούτον ενιαυσίως αφιερούμενον ποσόν θ' αυξήση προοδευτικώς μέχρι του 1860, οπότε, έλεγεν, η Ελλάς θα ήτο εις θέσιν να πληρώση ολόκληρον τον οφειλόμενον τόκον. Συνωδά προς την ανακοίνωσιν του Κωλέττη (203), ανεγράφη εις τον προϋπολογισμόν του 1848 ποσόν 1,278,491 δρ., ίσον προς το τρίτον του διά την υπηρεσίαν του δανείου υπό των Δυνάμεων προκαταβαλλομένου. Και εδόθησαν μάλιστα εκτενείς σχετικαί πληροφορίαι υπό του τότε υπουργού των Οικονομικών Κορφιωτάκη (204). Παρ' όλα ταύτα δ' όμως ουδέ λεπτόν επληρώθη κατά το 1848. Τα δε ακόλουθα έτη έπαυσε μάλιστα να γίνηται μνεία εν τω προϋπολογισμώ και του χρεωστουμένου κεφαλαίου, το οποίον επί τινα έτη ανεγράφετο ως απόδειξις ότι η Ελλάς δεν ενόει ν' απαρνηθή τας υποχρεώσεις αυτής (205).

_Περίοδος 1856 - 1864._ — Μετά τον πόλεμον της Κριμαίας και την ειρήνην των Παρισίων, αι Δυνάμεις, απαυδήσασαι εκ των αενάων διαπραγματεύσεων, απεφάσισαν να λύσωσι το ζήτημα άπαξ διά παντός. Τριμελής επιτροπή εδρεύουσα εν Αθήναις επεφορτίσθη να μελετήση την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος και να ορίση το ποσόν, όπερ το Ελληνικόν κράτος ηδύνατο να πληρώση (206). Η επιτροπή αύτη, εκ των κ. κ. Th. Wyse, Α. Ozeroff και Ch. de Monthérot συγκειμένη, υπέβαλε τη 12/24 Μαΐου 1859 έκθεσιν προς τας Δυνάμεις (207), εν η αφ' ου εδεικνύετο αυστηροτάτη προς το εν γένει εν Ελλάδι κρατούν δημοσιονομικόν σύστημα (208), εξεφράζετο περί του δανείου του 1832 ως εξής:

«Επειδή τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου αυξάνονται χωρίς να εκτελεσθώσιν αι εκ συνθηκών πηγάζουσαι υποχρεώσεις.

«Επειδή, εφ' όσον αυξάνονται τα έσοδα, αναπτύσσονται και τα έξοδα, χωρίς όμως να δύναται τις να εύρη εις την γενικήν κατάστασιν της χώρας, είτε εις θαρρύνσεις διδομένας εις την βιομηχανίαν, είτε εις οιανδήποτε άλλην εκ του κράτους προερχομένην πρωτοβουλίαν, αντιστάθμισμα των ενιαυσίων θυσιών των προστατίδων Δυνάμεων.

«Η Επιτροπή, λαμβάνουσα υπ' όψιν και το άρθρον XII § 6 της συνθήκης της 7ης Μαΐου 1832, εσχημάτισε την πεποίθησιν ότι η Ελλάς οφείλει να συνεισφέρη εις τας υπέρ αυτής κατ' έτος γιγνομένας θυσίας.

«_Όσον αφορά εις το ποσόν όπερ δύναται να αιτηθή παρ' αυτής_, η Επιτροπή νομίζει ότι η Ελλάς καλώς διοικουμένη θα ήτο εις θέσιν να τηρήση όλας τας υποχρεώσεις αυτής, και κατ' ακολουθίαν ότι αι τρεις Δυνάμεις θα ηδύναντο, χωρίς να παραβιάσωσιν ουδεμίαν αρχήν δικαιοσύνης, να την υποχρεώσωσι να πληρώση όλους τους υπ' αυτής οφειλομένους τόκους και χρεωλύσια.

«Εν τούτοις θέλουσα να μη παράσχη δυσκολίας εις την χώραν και να μη παραβλάψη τας δημοσίας αυτής υπηρεσίας και την κανονικήν αυτής ανάπτυξιν, η Επιτροπή προτείνει να ορισθή ο ελάχιστος όρος της συνεισφοράς της Ελλάδος εις 900,000 φρ. (209).

«Προβλέπουσα δε την αύξησιν των εσόδων του Ελληνικού δημοσίου, η επιτροπή έχει την γνώμην ότι το ποσόν τούτο πρέπει ν' αυξήση προοδευτικώς κατά περιόδους, αίτινες θα ορισθώσιν, όταν ο τρόπος της πληρωμής και ο προορισμός των υπό της Ελλάδος πληρωνομένων ποσοστών θέλωσι κανονισθή».

Εν άλλαις λέξεσιν, η επιτροπή καθιέρου την υποχρέωσιν της Ελλάδος διά την υπηρεσίαν του δανείου, έχουσα δ' όμως συναίσθησιν αφ' ενός της ευθύνης των Δυνάμεων διά την συνομολόγησιν και την σπατάλην του δανείου, βλέπουσα δ' αφ' ετέρου, ως εμμέσως η ιδία ομολογεί, το δυσανάλογον των πόρων της Ελλάδος και των νομικών αυτής υποχρεώσεων (210), δεν ετόλμησε να επιρρίψη επί του κράτους ολόκληρον το βάρος της υπηρεσίας του δανείου (211), περιωρίσθη δε να επιβάλη εις την Ελλάδα ετησίαν συνεισφοράν προσωρινήν μεν 900,000 φράγκων, αλλ' επιδεχομένην αύξησιν, εφ' όσον προήγετο ο τόπος.

Τα συμπεράσματα της διεθνούς επιτροπής παραδεχθείσαι άνευ συζητήσεως αι Δυνάμεις, ήρχισαν αμέσως πιέζουσαι την Ελλάδα, ίνα τας παραδεχθή και αυτή (212). Μετά τινας διαπραγματεύσεις, η Κυβέρνησις του Όθωνος υπέκυψεν, και τη 9/21 Ιουνίου ο επί των εξωτερικών υπουργός Κουντουριώτης εδήλου (213) ότι, αν και αι προτάσεις των Δυνάμεων ήσαν πολύ διάφοροι των υπό της Ελλάδος υποβληθεισών (214), η Ελληνική κυβέρνησις είχεν υιοθετήση αυτάς και επέτυχε την ψήφισιν αυτών υπό των Βουλών.

Οι γνωρίζοντες ότι και σήμερον ακόμη πληρώνομεν 900,000 φράγκων κατ' έτος διά το δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων, θα υπολάβωσιν ότι η ανακοίνωσις του Κουντουριώτη έκλεισεν, καθ' όσον αφορά εις τούτο, την βίβλον των διεθνών διαπραγματεύσεων. Και όμως το πράγμα δεν έχει ούτω. Το ποσόν των 900,000 φράγκων δεν επληρώθη επί της Βαυαρικής μοναρχίας ειμή άπαξ, και η επελθούσα μεταπολίτευσις εύρε το ζήτημα εκκρεμές. Ολίγω δε βραδύτερον, διά της υφ' ημερομηνίαν 12/24 Ιανουαρίου 1864 διακοινώσεώς της, η Ελληνική κυβέρνησις εζήτησε παρά των τριών προστατίδων Δυνάμεων τρία τινά (215):

1) Την αναβολήν της πληρωμής των τόκων του 1861, 1862, 1863, ούπω πληρωθέντων.

2) Την παράτασιν επί πέντε έτη της συμβάσεως του 1859, δι' ης η Ελληνική κυβέρνησις υπεχρεούτο να πληρώση μόνον 900,000 φρ. κατ' έτος.

3) Το δικαίωμα διά την Ελληνικήν κυβέρνησιν ν' αφιερώση μέρος των εισοδημάτων της εις την πληρωμήν άλλου χρέους, _του της επαναστάσεως_ (216), πριν ή καλύψη εξ ολοκλήρου τα έξοδα της υπηρεσίας του δανείου του 1832.

Αι τρεις Δυνάμεις (217) παρεδέχθησαν μόνον τα δύο πρώτα εκ των τριών αιτημάτων, απαιτήσασαι σύναμα ως ανταμοιβήν την καθιέρωσιν κλάδου των εσόδων της Ελλάδος _εις την αποκλειστικήν υπηρεσίαν της συμφωνηθείσης ενιαυσίας δόσεως_. Ηρνήθησαν όμως ρητώς να θυσιάσωσι τα συμφέροντά των χάριν των δανειστών του 1824 και 1825. Η Ελλάς απαντώσα εξέφρασε την ευγνωμοσύνην της προς τας Δυνάμεις, και εδήλωσεν ότι ήτο πρόθυμος ν' αφιερώση εις την υπηρεσίαν του δανείου το τρίτον των εισπράξεων του τελωνείου Σύρου (218). Τούτο εγένετο δεκτόν και επήλθε τέλος το πέρας διαπραγματεύσεων διαρκεσασών σχεδόν 22 έτη.

Σημειωτέον ότι εν τω μεταξύ είχε συνομολογηθή η συνθήκη της ενώσεως των Ιονίων νήσων μετά της Ελλάδος (Λονδίνον, 17 Μαρτίου 1864), εν η είχε καταχωρισθή όρος, διά του οποίου εκάστη των προστατίδων Δυνάμεων υπεχρεούτο να παραχωρήση εις την Α. Μ. Γεώργιον τον Α' τεσσάρας χιλιάδας λιρών στερλινών ετησίως εκ των ποσών, άτινα το Ελληνικόν ταμείον υπεχρεώθη ν' αποτίνη εκάστη αυτών. Το ποσόν τούτο των δώδεκα χιλιάδων λιρών στερλινών ετησίως προσδιορίζεται, λέγει η συνθήκη, εις προσωπικήν προίκισιν της Α. Μ., προς τη ανακτορική χορηγία τη υπό του νόμου του Κράτους οριζομένη.

Εν συνάψει τω 1865, όπως και σήμερον, η νομική θέσις του ζητήματος είναι η εξής:

1) Απέναντι του χρέους των 60 εκατ., χάριν του οποίου αι Δυνάμεις από της συνομολογήσεως μέχρι της αποσβέσεως αυτού κατέβαλον 100,392,833 φράγκα (219), η Ελλάς υποχρεούται να καταβάλλη ενιαυσίως 900,000 φράγκων, ποσόν, εξ ου το τρίτον παραχωρείται υπό των Δυνάμεων εις τον Βασιλέα ως πρόσθετος επιχορήγησις.

2) Το ποσόν τούτο των 900,000 φράγκων είναι ο ελάχιστος όρος (έν minimum), των Δυνάμεων επιφυλαχθεισών το δικαίωμα ν' απαιτήσωσιν αύξησιν του ποσού τούτου, ευθύς ως τα οικονομικά της Ελλάδος βελτιωθώσιν (220).

Υπό πρακτικήν όμως έποψιν, το ποσόν από _προσωρινού_ κατέστη _πάγιον_ (221), παρά δε τας, κατά το 1865, δηλώσεις των Δυνάμεων, ηδυνήθη η Ελλάς να ικανοποιήση τους δανειστάς του 1824 και 1825, πριν ή αι εγγυηθείσαι το δάνειον του 1832 Δυνάμεις αποζημιωθώσιν εντελώς.

Αναπολών δέ τις την όλην ιστορίαν του δανείου δύναται να είπη εν συμπεράσματι ότι το ενιαυσίως υπό της Ελλάδος καταβαλλόμενον ποσόν είναι μικρόν εν σχέσει προς τα ποσά τα καταβληθέντα υπό των Δυνάμεων, δεν είναι δ' όμως δυσανανάλογον παραβαλλόμενον προς τας ωφελείας (222), ας η πατρίς ημών επορίσθη εκ του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων.

Ζήτημα δ' όμως λεπτεπίλεπτον εγείρεται, προκειμένου περί της φύσεως της ενιαυσίας αποζημιώσεως των 900,000 φρ. Ερωτάται: το ποσόν τούτο αντιπροσωπεύει μόνον τόκους, ή τόκους και χρεωλύσιον, ή τέλος μόνον χρεωλύσιον: Η σπουδαιότης του ερωτήματος είναι καταφανής· εάν αι 900,000 φρ. αντιπροσωπεύωσι μόνον τόκους, τούτο σημαίνει ότι, του προς τας Δυνάμεις χρέους θεωρηθέντος ως παγίου, πληρώνεται, αντί 5%, τόκος 0,90%, και προς τούτοις ότι άνευ νέας συμφωνίας δεν υπάρχει ελπίς ν' απαλλαγώμεν του χρεωστουμένου κεφαλαίου.

Η απορία αύτη προήλθε κυρίως εκ του ότι ουδέποτε έγινεν επίσημος σύμβασις περί του ζητήματος· διότι τω 1859 αι μεν Δυνάμεις _απήτησαν_ απλώς την ενιαυσίαν πληρωμήν ποσού φρ. 900,000, όπερ εθεώρουν αρκούν προς το παρόν, η δε κυβέρνησις αφ' ετέρου περιωρίσθη εις το ν' αναγράψη το ποσόν τούτο εις τον προϋπολογισμόν του επομένου έτους (223).

Η ασάφεια της μεταξύ των Δυνάμεων και της Ελλάδος συμφωνίας είχεν έκτοτε εκπλήξη το κοινόν· η δε επιτροπή της γερουσίας, μεταξύ άλλων πληροφοριών ας εζήτησε παρά του υπουργού των οικονομικών, εξέφρασε και την επιθυμίαν να μάθη «αν η ζητουμένη πίστωσις των 1,005,120 (900,000 φρ.) θέλει επιφέρη ελάττωσίν τινα και ποίαν επί του προκειμένου χρέους.» Αλλ' ο επί των οικονομικών υπουργός Λ. Κουμουνδούρος απήντησεν «ότι η περί τούτου απάντησις ήτο δυσχερής, διότι το ζήτημα δεν υπάρχει λελυμένον» (224). Της δε επιτροπής επιμενούσης να λάβη τουλάχιστον ανακοίνωσιν των σχετικών διπλωματικών εγγράφων, ο υπουργός απήντησεν ότι το συμφέρον του κράτους δεν επιτρέπει επί του παρόντος την κοινοποίησιν των εγγράφων εκείνων, _αφ' ου η υπόθεσις δεν επερατώθη εισέτι οριστικώς_ (225).

Από των δηλώσεων του αειμνήστου Κουμουνδούρου ουδέν συνέβη το δυνάμενον να διασαφήση τα κατά το σπουδαίον τούτο ζήτημα (226), εκ τούτου δε προέκυψαν πλείσται αντιφάσεις. Οι ημέτεροι Kοι Λιακόπουλος και Δυοβουνιώτης (227) φαίνονται νομίζοντες ότι το ποσόν των 900,000 φρ. δεν είναι ειμή χρεωλύσιον, την αυτήν δε γνώμην φαίνεται έχων και ο κ. Stourm (228).

Αλλ' οι κ. κ. Λιακόπουλος και Δυοβουνιώτης δεν υποδεικνύουσιν επί ποίων πληροφοριών βασίζουσι τα πορίσματα αυτών, ο δε κ. Stourm καταλήγει εις προφανώς εσφαλμένους υπολογισμούς (229).

Ευρεθέντες δ' ούτω προ αδιεξόδου και μάτην ζητήσαντες πληροφορίας εις το τμήμα του δημοσίου χρέους (υπουργείον των Οικονομικών) και εις το επί των Εξωτερικών υπουργείον, κατεφύγομεν εις τα γραφεία του Διεθνούς Ελέγχου. Εκεί δ' επληροφορήθημεν ότι το ζήτημα της φύσεως της εξ 900,000 φρ. αποζημιώσεως εκανονίσθη τω 1859 υφ' ενός μυστικού υπομνήματος (mémoire secret) και ότι, καίπερ τα περιεχόμενα εν τω υπομνήματι τούτος δεν είναι γνωστά, υπάρχουσι λόγοι να πιστεύηται ότι τα ενιαυσίως πληρωνόμενα 900,000 φράγκα περιλαμβάνουσι και ποσόν αφιερωνόμενον εις χρεωλυσίαν.

Τας πληροφορίας ταύτας των γραφείων του Ελέγχου επιβεβαιούσι και τα μετά τον συμβιβασμόν του 1898 δημοσιευθέντα έγγραφα. Πράγματι ο εν αυτοίς καταχωρισθείς πίναξ του δημοσίου χρέους, ο περιέχων και τα κεφάλαια των δανείων και τα εισέτι υπολειπόμενα εξ εκάστου ποσά, προκειμένου περί του δανείου των τριών Δυνάμεων αναγράφει μεν εν τη πρώτη στήλη, το κεφάλαιον των 100,392,833 φρ., εν τη στήλη δ' όμως των _Μηκέτι αποσβεσθέντων ποσών_ (Sommes non amorties) αντί ωρισμένου ποσού σημειοί απλώς την λέξιν _mémoire_ (230).

Οφείλομεν λοιπόν να καταλήξωμεν εις το συμπέρασμα, ότι η ενιαυσία δόσις μετέχει τόκου και χρεωλυσίου, χωρίς όμως να δυνάμεθα να ορίσωμεν το ποσόν εκατέρου τούτων. Εις ανάλογον άλλως τε συμπέρασμα κατέληγε προ ενδεκαετίας ο κ. Ε. F. G. Law, όστις δεν συμπεριελάμβανεν εις τον πίνακα του δημοσίου χρέους της Ελλάδος το δάνειον των τριών Δυνάμεων, _«καθ' ότι, το ακριβές ποσόν τον χρέους τούτου δεν φαίνεται ακριβώς καθωρισμένον_» (231).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Βαυαρικά δάνεια και χρέος προς τους κληρονόμους του Όθωνος.

_Παρ. Α'. — Τα Βαυαρικά Δάνεια (232)._

Πηγή των λεγομένων Βαυαρικών Δανείων υπήρξαν, ως υπεδείξαμεν και ανωτέρω, αι εις την έκδοσιν της τρίτης σειράς του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων επελθούσαι αναβολαί. Η Ελληνική Κυβέρνησις, ήτις πάντας τους υπολογισμούς αυτής εβάσιζεν επί της εκδόσεως ταύτης, ευρέθη, αρχομένου του 1835, εις λίαν στενόχωρον θέσιν, και ο Λουδοβίκος θέλων, ως λέγει ο ίδιος, να δείξη _το προς το Ελληνικόν έθνος και την Ελληνικήν μοναρχίαν διηνεκές αυτού ενδιαφέρον_ (233), έστερξε να προκαταβάλη έν εκατομμύριον φράγκων προς 4%, αποδοτέον όμως άμα τη εκδόσει των εκ του μεγάλου δανείου υπολειπομένων 20 εκατομμυρίων.

Το επόμενον έτος, της θέσεως των πραγμάτων μη μεταβληθείσης, ο Λουδοβίκος προυθυμήθη και πάλιν να έλθη αρωγός, χορηγών όχι πλέον έν αλλά δύο δάνεια το μεν ενός εκατομ. φράγκων (10 Μαρτίου 1836), το δε ενός εκατομ. φιορινίων (25 Δεκεμβρίου 1836), πάντοτε προς τέσσαρα τοις εκατόν.

Ολίγω βραδύτερον εξεδόθη και η τρίτη σειρά των εξήκοντα εκατομμυρίων, αλλά το εκ της εκδόσεως προκύψαν ποσόν, απερροφημένον ήδη υπό τόκων και επιτοκίων και προεξωφλημένον υπό παντοίων ελλειμμάτων του Ελληνικού προϋπολογισμού, δεν επήρκει προς απόσβεσιν των βαυαρικών δανείων, ανερχομένων εις το σχετικώς σπουδαίον ποσόν των 4,640,000 δραχμών.

Αντί λοιπόν αμέσου αποτίσεως συνήφθη η σύμβασις της 15 Μαρτίας 1838, δι' ης η Ελληνική κυβέρνησις ανελάμβανε να πληρώση εντός του έτους το δάνειον του 1835 (1 εκατ. φρ.), διά δε την εξόφλησιν των άλλων δύο δανείων να πληρώση 500,000 φρ. εντός του 1839 και, μέχρις αποσβέσεως, ανά έν εκατομμύριον κατά τα ακόλουθα έτη.

Μόλις όμως συνεφωνήθησαν οι όροι ούτοι, εφάνησάν πως βαρείς, και διά νέας συμβάσεως αι υποχρεώσεις της Ελληνικής κυβερνήσεως ανεβλήθησαν και ανετράπησαν, απεφασίσθη δηλ. ότι αι πληρωμαί θα ήρχιζον μόνον τω 1840 και ότι θα επληρώνετο πρώτη η δόσις των 500,000 φρ. Η σύμβασις αύτη εξετελέσθη εν μέρει, της Ελληνικής κυβερνήσεως καταβαλούσης τας υποσχεθείσας 500,000 φρ. του 1840, και τας τρεις πρώτας τριμήνους δόσεις (750,000) του 1841, ήτοι εν συνόλω 1,250,000 φρ. Πλην τότε, υποχρεωθείσα να πληρώση εξ ιδίων και τους τόκους του ηγγυημένου μεγάλου δανείου και αποζημίωσιν προς την Τουρκίαν διά τα βακούφια, η Ελλάς ηναγκάσθη να ζητήση νέαν μετατροπήν των μετά της Βαυαρίας συμφωνιών. Αύτη επετεύχθη διά της συμβάσεως της 13 Φεβρουαρίου 1842, δι' ης το κεφάλαιον του δανείου ωρίσθη εις 2,917,711 φρ. αποδοτέα ως εξής: (234)

250,000 φρ. τη 18 Νοεμβρίου 1842 250,000 » » » » 1843 500,000 » εις τρεις ίσας δόσεις κατά το 1844 500,000 » » » » » » 1845 500,000 » » » » » » 1846 και 417,711 » » » » » » 1847

Εξ όλων των δόσεων τούτων η πρώτη μόνον επληρώθη ελαττώσασα το όλον χρέος εις 2,667,771, πριν δε επέλθη η λήξις της δευτέρας, εξερράγη η αναίμακτος στάσις της γ' Σεπτεμβρίου, ήτις, προκληθείσα μάλλον εκ του κατά της βαυαροκρατίας μίσους (235) ή εξ ειλικρινούς πόθου συνταγματικών θεσμών, δεν ηδύνατο ειμή να έχη τον αντίκτυπον αυτής επί του ζητήματος της πληρωμής των Βαυαρικών δανείων.

Πράγματι, ενώ η αναστολή της υπηρεσίας του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων παρουσιάσθη πάντοτε ως γεγονός προσωρινόν υπ' ανωτέρας ανάγκης επιβληθέν, των βαυαρικών δανείων συνεζητήθη αυτή η νομιμότης. Κατόπιν δε εμπαθών συζητήσεων, οφειλομένων κυρίως εις την γραφίδα του διευθυντού της _Ελπίδος_ Λεβίδου, η κοινή γνώμη επίεσε την Εθνοσυνέλευσιν να εκδώση ψήφισμα, ου αι δύο κυριώτεραι διατάξεις ήσαν αι εξής:

Α') Η Κυβέρνησις οφείλει, τη ευθύνη του Υπουργικού Συμβουλίου, να λάβη υπ' όψιν όλα τα διαμειφθέντα έγγραφα μεταξύ της Αυλής της Βαυαρίας και του εν Λονδίνω συμβουλίου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, αφορώντα εις την εγκατάστασιν της βασιλείας εις την Ελλάδα, και να καθυποβάλη λεπτομερή έκθεσιν εντός της πρώτης βουλευτικής περιόδου περί της εκκαθαρίσεως παντός λογαριασμού εξ αυτών των εγγράφων πηγάζοντος.

