# Ιστορία των Εθνικών Δανείων Μέρος Α' - Τα δάνεια της ανεξαρτησίας (1824-1825) - Το Δημόσιον Χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/1824-1825-34095/index.md

Την σήμερον, πολλοί, βλέποντες πού κατέληξεν η χρήσις ή μάλλον η κατάχρησις των δημοσίων δανείων, μακαρίζουσι την εποχήν, καθ' ην τοιαύτα δάνεια δεν ηδύναντο να συναφθώσιν. Άλλη δ' όμως, και πολύ δικαίως, ήτο η αντίληψις των ανδρών της εποχής εκείνης, μη δυναμένων μήτε κοινωφελή έργα να επιχειρήσωσιν, μήτε αιφνιδίους ανάγκας ν' αντιμετωπίσωσιν. Τούτ' ακριβώς εγένετο καταφανές κατά την μεγάλην επανάστασιν της Κρήτης, ότε το κράτος επιέζετο δεινώς και υπό της ανάγκης του συντηρείν τους εδώ καταφυγόντας Κρήτας και υπό του φόβου τουρκικής επιθέσεως.

Προς τούτοις οι καθ' έξιν μακαρίζοντες τα παρελθόντα, αληθείς laudatores temporis acti, σφάλλονται νομίζοντες ότι τότε το Ελληνικόν κράτος δεν ηδύνατο να συνάψη δάνεια. Η αλήθεια είναι ότι δεν ηδύνατο μόνον να συνάψη δάνεια εν Ευρώπη. Ο περιορισμός δ' ούτος του κύκλου της πιστωτικής αγοράς, αντί να εμποδίση την σύναψιν δανείων, καθίστα απλώς ταύτα επαχθέστερα. Τούτο μαρτυρεί και η μακρά σειρά των εσωτερικών και βαρέων δανείων, των συναφθέντων από του 1863 μέχρι του 1878. Πολλοί δε των ημετέρων αναγνωστών θα ενθυμώνται ότι μεταξύ των επιχειρημάτων των φερομένων τότε υπέρ εξωτερικού δανείου ήτο, ότι τοιούτον δάνειον, συναπτόμενον εν ευρυτέρα αγορά, θα επέτρεπε την μετατροπήν των επαχθών εσωτερικών χρεών.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, απορεί τις βλέπων, ότι ο συμβιβασμός ανεβλήθη επί μακρόν. Αλλά και η αναβολή αύτη εξηγείται πολλαπλώς. Πρώτον διότι μέχρι της μεταπολιτεύσεως τοιούτος συμβιβασμός ήτο, ως είδομεν, πράγμα αδύνατον· από του 1863 η εύρεσις λύσεώς τινος εφαίνετο τη αληθεία ευχερεστέρα, και διότι επήλθεν οριστικός συμβιβασμός διά το δάνειον των τριών προστατίδων Δυνάμεων, και διότι ο εθνικός πλούτος είχεν αναπτυχθή, και διότι τέλος η ανάγκη της ανοίξεως των πυλών των ξένων χρηματιστηρίων εγένετο εις άκρον αισθητή. Αλλά τότε το ζήτημα περιεπλάκη και πάλιν, αναφανεισών δύο νέων δυσκολιών: α') της Ελληνικής απαιτήσεως να συνδεθή η αναγνώρισις των παλαιών δανείων μετά της συνάψεως νέου τοιούτου, και β') των παραλόγων αξιώσεων ξένων τινών ομολογιούχων. Οι ξένοι ούτοι ομολογιούχοι ήσαν Ολλανδοί τινες, οίτινες αγοράσαντες προς κερδοσκοπίαν μέγα μέρος των ομολογιών των δανείων της επαναστάσεως (129) προσεπάθουν μετά προφανούς κακής πίστεως να εκμεταλλευθώσι την ανάγκην, ην η Ελλάς είχε των Ευρωπαϊκών Χρηματιστηρίων (130).

Εν τούτοις τα έτη παρήρχοντο, κατ' ανάλογον δε όρον η θέσις της Ελλάδος επεδεινούτο, καθ' ότι αφ' ενός μεν τα οφειλόμενα ποσά διά του ανατοκισμού επολλαπλασιάζοντο, αναπτυσσομένων δ' αφ' ετέρου ταχέως των πόρων του κράτους, οι δανεισταί, φυσικώ τω λόγω, εγίνοντο απαύστως απαιτητικώτεροι.

Ήτο απαραίτητος λοιπόν ανάγκη να μη εξακολουθή παρατεινομένη τοιαύτη κατάστασις. Τούτο άριστα κατενόησεν ο τότε νεώτατος εν Λονδίνω επιτετραμμένος κ. Γεννάδιος, όστις, διπλωμάτης δεξιός, κάτοχος της αγγλικής άριστος, δεινός του καλάμου χειριστής, κατέπεισε δι' εκθέσεων και δι' άρθρων την τε ελληνικήν κυβέρνησιν (131) και τον αγγλικόν κόσμον, ότι κοινόν είχον συμφέρον να έλθωσιν εις συμβιβασμόν. Άπαξ δ' επιτυχών τούτο, κατώρθωσε το έτι δυσχερέστερον, να επιτύχη συμβιβασμόν ικανοποιητικόν διά τους δανειστάς και μη παραβλάπτοντα τα συμφέροντα του κράτους.

Τα μέχρι τούδε λεχθέντα και η μεγάλη υπηρεσία, ην ο κ. Γεννάδιος προσήνεγκε τότε εις την Ελλάδα, θα κατανοηθώσι κάλλιον, εξεταζομένων λεπτομερέστερον των περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεων.

Αι διαπραγματεύσεις αύται, αίτινες καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος είχον θεωρητικόν χαρακτήρα, ήρξαντο, άμα τη μεταπολιτεύσει και δι' ους λόγους εξεθέσαμεν, να λαμβάνωσι σάρκα και οστά. Δεν είχεν ακόμη κατέλθη ο βασιλεύς Γεώργιος, και οι εν Λονδίνω δανεισταί συνήρχοντο, εν δε ταις Αθήναις διεξήγετο περί του ζητήματος ζωηρός δημοσιογραφικός αγών (132). Εχρειάσθησαν όμως εισέτι τρία έτι πριν η Ελλάς προβή εις επίσημα προς τους δανειστάς διαβήματα.

Πράγματι τω 1866, διά πρώτην φοράν, ο υπουργός των οικονομικών κ. Χρηστίδης διεβίβασε, διά του γενικού προξένου της Ελλάδος κ. Σπάρταλη, εις τον εν Λονδίνω αντιπρόσωπον των ομολογιούχων Κ. Μέρλιν τας εξής προτάσεις: α') ελάττωσιν του οφειλομένου κεφαλαίου εις δεκαέξ εκατ. δραχμών, και εξόφλησιν του ποσού τούτου εις 36 έτη, δι' ενιαυσίας δόσεως 960,000 δρ., ων αι 800,000 αντιπροσωπεύουσιν τόκον 5%, και αι 160,000 χρεωλύσιον 1%· β') σύναψιν δανείου 25 εκατ. δρ.

Εις απάντησιν οι ομολογιούχοι προέτειναν εις τον κ. Κεχαγιάν, όστις εν τω μεταξύ είχε διαδεχθή τον κ. Χρηστίδην: α') να μετατραπή το παλαιόν χρέος εις νέον χρέος 800,000 Λ. προς 8%· β') να συναφθή νέον δάνειον ονοματικής αξίας 1,100,000 εκδιδόμενον προς 80% (ήτοι πραγματικής αξίας 880,000 Λ.), και φέρον 8% επί του ονοματικού κεφαλαίου· γ') να ορισθή κατάλληλον χρεωλύσιον, όπως τα δύο δάνεια ταύτα αποσβεσθώσιν εντός ωρισμένης προθεσμίας.

Τας προτάσεις ταύτας η Ελληνική κυβέρνησις δεν εθεώρησεν αποδεκτάς, επειδή δ' όμως ως εκ της Κρητικής επαναστάσεως είχομεν μεγάλην ανάγκην δανείου, αι προτάσεις δεν απερρίφθησαν επισήμως (133) και ο τότε διορισθείς εν Λονδίνω Έλλην πρεσβευτής αείμνηστος Π. Βράιλας Αρμένης έλαβεν εντολήν να επιδιώξη ερρωμένως τον συμβιβασμόν (134). Ο Βράιλας αφικόμενος εν Λονδίνω ευρέθη προ της εξής καταστάσεως (135): Το χρεωστούμενον ποσόν ανήρχετο εις 7,446,150 Λ. Σ., συνιστάμενον εκ

α') 550,000 Λ. ομολογιών του δανείου του 1824. β') 646,250 Λ. τόκων των ομολογιών τούτων από του 1845 και εντεύθεν. γ') 1,707,000 Λ. ομολογιών του 1825. δ') 2,050,000 Λ. τόκων τούτων από του 1846 και εντεύθεν. ε') 2,492,900 Λ. τοκομεριδίων 1826 - 1845 επισυνημμένων εις τας ομολογίας. __________ 7,446,150 Λ.

Αντί τούτων οι Άγγλοι ηρκούντο εις 900,000 Λ. προς 8%. Επειδή δ' όμως έβλεπον ότι η Ελληνική κυβέρνησις ηδυνάτει να πληρώση αμέσως υψηλούς τόκους, προέτειναν την εφαρμογήν του συστήματος του προοδευτικού τόκου (136).

Εις απάντησιν η Ελληνική κυβέρνησις αντιπροέτεινε την σύστασιν παγίου κεφαλαίου 700,000 προς 8%· εν η δε περιπτώσει οι ομολογιούχοι προετίμων χρεωλυτικόν δάνειον, η Ελλάς εδήλου ότι ήτο ετοίμη να επιτρέψη την αύξησιν της σχετικής αξίας του κεφαλαίου και την ελάττωσιν του τόκου, χωρίς όμως να διαταραχθή το εκ Λ. 56,000 ετησίως πληρωθησόμενον ποσόν (137).

Τας προτάσεις ταύτας παρεδέχθησαν με μικράς παραλλαγάς (138) οι Άγγλοι, οίτινες κατά κανόνα επιδιώκουσι προ πάντων την μη διαιώνισιν των υποθέσεων· η σύμβασις υπεγράφη και εψηφίσθη μάλιστα εις πρώτην ανάγνωσιν, ότε αλλεπάλληλοι πτώσεις κυβερνήσεων εν Αθήναις εματαίωσαν τα πάντα (139).

Ο νέος υπουργός των οικονομικών Βαλασσόπουλος, ανήρ περιωρισμένων βλέψεων, δεν διέβλεπε το επάναγκες του συμβιβασμού, αλλ' αντιληφθείς της ζωηράς επιθυμίας των Άγγλων να λυθή το ζήτημα άπαξ διά παντός, ενόμισεν επιτήδειον να εξαρτήση την κύρωσιν της συμβάσεως εκ της συνάψεως νέου δανείου. Η νέα αύτη εφαρμογή της τόσον βλαψάσης την Ελλάδα στρεψοδίκου μεθόδου (140) εις τας μετά των δανειστών σχέσεις, εξηρέθισε τους Άγγλους εις τον ύπατον βαθμόν, εστέρησε δε ημάς ανελπίστου τύχης προς εμπέδωσιν των ημετέρων οικονομικών και εδικαιολόγησε τους Ολλανδούς, οίτινες καθ' όλας τας διαπραγματεύσεις δεν έπαυσαν εμπαίζοντες ή υβρίζοντες τους Άγγλους διά την μακροθυμίαν αυτών (141).

Η απογοήτευσις του αγγλικού κοινού υπήρξε μεγίστη και επί τρία έτη το ζήτημα εφάνη λησμονηθέν, ότε, κατ' Αύγουστον 1871, ο κ. Σωτηρόπουλος έγραψεν εις τον Βράιλαν εμπιστευτικήν επιστολήν, εν η ανεγνώριζε την ανάγκην του συμβιβασμού, εδείκνυεν όμως πόσον δύσκολον θα ήτο εις τον Ελληνικόν προϋπολογισμόν βεβαρημένον ήδη με ενιαυσίαν υπηρεσίαν 5,700,000 δρ. (αντιπροσωπευουσών κεφάλαιον 44 εκατ.), να υποστή νέαν αφαίμαξιν 60,000. Λ.. Προέτεινε λοιπόν ο κ. Σωτηρόπουλος να συμβιβασθώσι τα αντίθετα ταύτα συμφέροντα διά της συνομολογήσεως δανείου 100 εκατ., εξ ων τα τριάκοντα θ' αφιερούντο εις απότισιν των χρεών της επαναστάσεως, τα δε 70 άλλα εις απόσβεσιν των εσωτερικών χρεών, του κυμαινομένου χρέους και άλλων υποχρεώσεων της κυβερνήσεως.

Κατόπιν των προ τριετίας συμβάντων τοιούτος συμβιβασμός ήτο αδύνατος. Ουχ ήττον όμως δύο μήνας βραδύτερον η κυβέρνησις έπεμπεν εις Λονδίνον τον κ. Οικονομίδην, όπως επιδιώξη συμβιβασμόν επί τη βάσει των διαπραγματεύσεων του 1867.

Η αποστολή του κ. Οικονομίδου (142), συνδεδυασμένη μετά σχεδίου ιδρύσεως κτηματικής Τραπέζης (143), παρετάθη ανεπιτυχώς επί τρία διαδοχικά υπουργεία, η δε υπόθεσις δεν είχε κάμη ουδ' έν βήμα προς τα εμπρός, ότε ανεφάνη ο κ. I. Γεννάδιος.

Ούτος ευρίσκετο ομολογουμένως εις δυσκολωτέραν θέσιν ή οι προκάτοχοι αυτού. Η ημετέρα διαγωγή κατά το 1868 είχε ψυχράνη πάσαν καλήν διάθεσιν. Το χρεωστούμενον ποσόν ηυξάνετο ταχύτατα· είχεν ήδη φθάση εις 8,428,975 Λ., ότε, κατά το 1875, ο κ. Γεννάδιος έγραφε την μακράν αυτού έκθεσιν. Αι πρόοδοι του Ελληνικού κράτους ήσαν καταφανείς και η εξόγκωσις των ελληνικών προϋπολογισμών έτι καταφανεστέρα. Τέλος η ανάγκη της εισροής εν Ελλάδι ξένων κεφαλαίων κατεδεικνύετο οσημέραι επιτακτικωτέρα, τοσούτω μάλλον καθ' όσον η παρασκευή οπωσούν αξιομάχου στρατού και στόλου ήτο, εν πλήρει ανατολική κρίσει, ζήτημα ζωής και θανάτου (144).

Οι ταύτα βλέποντες Άγγλοι εζήτουν την αναγνώρισιν παγίου κεφαλαίου 1,500,000 Λ. προς 5%, ήτοι την ετησίαν παραχώρησιν 75,000 Λ.

Ο κ. Γεννάδιος (145) αντιπροέτεινε την αναγνώρισιν κεφαλαίου 1,200,000 προς 5%, και μετά χρεολυσίου (146). Κατώρθωσε δε να γίνωσιν αι προτάσεις του ασπασταί υπό τε της Ελληνικής κυβερνήσεως και των Άγγλων ομολογιούχων παρά τας διαμαρτυρίας του Drucker. Αι δε διαπραγματεύσεις, καθ' ας η Ελληνική κυβέρνησις αντεπροσωπεύθη και υπό δευτέρου αντιπροσώπου, του κ. Μαλικοπούλου (147), κατέληξαν εις την εξής σύμβασιν (148):

α') Όπως αποσβεσθώσι τα χρέη της επαναστάσεως, εξεδίδοντο νέαι ομολογίαι, συμποσούμενοι εις το ποσόν Λιρών 1,200,000 και φέρουσαι τόκον 5%·

β') Αι ρηθείσαι ομολογίαι διανέμοντο και διηρούντο μεταξύ των παλαιών ομολογιών και τοκομεριδίων κατά την εξής αναλογίαν:

Αντί 100 Λ. παλαιών ερυθρών ομολ. Λ. 31,12 — νέαι ομολογ. » 100 » » κυανών » Λ. 30,10 — (149) » » » 100 » παλαιών τοκομεριδίων Λ. 11,12 — » »

γ') Ποσόν ετήσιον 15,000 Λ. αφιερούτο προς χρεωλυσίαν. Το ποσόν τούτο ηυξάνετο διά των επισεσωρευμένων τόκων των αποσβεννυμένων ομολογιών.

Υπελογίζετο εν τη συμβάσει ότι το νέον δάνειον θ' απεσβέννυτο ούτω πως εντός τριακοντατριών ετών (150). Ήτο δ' όμως έκτοτε προφανές ότι η απόσβεσις θα ήτο ταχυτέρα, καθ' ότι ήτο βέβαιον ότι μόνον μέρος των παλαιών ομολογιών και τοκομεριδίων θα προσεφέρετο εις ανταλλαγήν.

δ') Όπως λείψωσιν αι κερδοσκοπίαι και αι αναβολαί, ωρίζετο προθεσμία ενός έτους, παρελθούσης της οποίας οι παλαιοί τίτλοι δεν ήσαν πλέον δεκτοί εις ανταλλαγήν (151).

ε') Η Ελληνική κυβέρνησις υπέσχετο να πληρώνη τακτικώς τα προς υπηρεσίαν του δανείου αναγκαία ποσά. Αλλ' ως περαιτέρω και ειδικήν ασφάλειαν και εγγύησιν, λέγει το άρθρον 16, η Ελληνική κυβέρνησις υποθηκεύει τας εισπράξεις του χαρτοσήμου, αίτινες απέδιδον περί τα 6,000,000 δρ. και τας εισπράξεις του τελωνείου Κεφαλληνίας τας αποδιδούσας 1,200,000 δραχμών (152).

Η ούτω πως δε συνοψισθείσα σύμβασις, εξασφαλίζουσα των δανειστών τα δίκαια, αποπλύνουσα εθνικόν ρύπον και ανοίγουσα εις τα ελληνικά χρεώγραφα το Λονδίνιον χρηματιστήριον (153), εγένετο και εν Αγγλία (154) και εν Ελλάδι δεκτή μετά πλείστης ευμενείας και μεγάλου ενθουσιασμού. Επεκυρώθη δε τη 10 Οκτωβρίου υπό της συνελεύσεως των κατόχων ελληνικών χρεωγράφων (greek bondholders) (155), και ολίγον αργότερον εψηφίζετο σχεδόν άνευ αντιρρήσεως υπό της Ελληνικής Βουλής (156). Παρατηρητέον ότι και αυτοί οι καταψηφίσαντες την σύμβασιν δεν ηρνούντο τα μεγάλα αυτής πλεονεκτήματα, άτινα λίαν επιτηδείως είχεν αναπτύξη ο αείμνηστος Κουμουνδούρος, αλλ' επρέσβευον ότι η Ελλάς, ης οι προϋπολογισμοί έκλειον μετ' ελλειμμάτων (157), δεν ήτο, κατά τον χαρακτηρισμόν της _Ημέρας_ (158), εις θέσιν να υποστή την νέαν ταύτην _φλεβοτομίαν_.

Φυσικώ τω λόγω η υπογραφή και η κύρωσις της συμβάσεως δεν έθηκεν εντελώς πέρας εις το ζήτημα. Έμενον έτι πολλά και λεπτά ζητήματα, ων πρόχειρος μαρτυρία είνε και η εν τη _Λευκή Βίβλω_ καταχωρισθείσα μακρά αλληλογραφία (159), δεν υπελείποντο δ' όμως πλέον δυσκολίαι ανυπέρβλητοι, η μετατροπή προέβη λίαν τακτικώς και τη 15 Ιουνίου 1880 τα Ελληνικά χρεώγραφα εγένοντο δεκτά εις το χρηματιστήριον του Λονδίνου.

Κατ' επίσημον δημοσίευμα (160), η κατάστασις των δανείων της Ανεξαρτησίας, τη 31η Δεκεμβρίου 1878, ήτο η εξής:

Δάνειον 1824 . . . 800,000 Λ. Δάνειον 1825 . . . 2,000,000 Λ. __________ 2,800,000 (161), εις ά προστίθενται

α') Καθυστερούμενα τοκομερίδια _δανείου 1824_ από 1 Ιουλίου 1826 - 1 Ιανουαρίου 1844 .. 700,000 Λ. β') Καθυστερούμενα τοκομερίδια _δανείου 1824_ από 1 Ιουλίου 1844 - 31 Δεκεμβρίου 1878.1,380,000 Λ. γ') Καθυστερούμενα τοκομερίδια _δανείου 1825_ από 1 Ιανουαρ. 1827 - 1 Ιουλίου 1846 ...1,900,000 Λ. δ') Καθυστερούμενα τοκομερίδια _δανείου 1825_ από 1 Ιουλίου 1846-31 Δεκεμβρίου 1878 3,250,000 Λ. __________ 7,230,000 Λ. __________ 10,030,000 Λ. Σύνολον

Αι 10,030,000 Λ. αύται προέκοιτο, λέγει η έκθεσις του κ. Φλώρου, να πληρωθώσι διά των 1,200,000 Λ. νέων χρεωγράφων. Αλλά παρουσιασθέντων προς ανταλλαγήν αρχικών τίτλων αξίας μόνον 8,353,000 Λ., εξεδόθησαν ομολογίαι νέαι αξίας μόνον 970,000 Λ. Σ. (162).

Ενταύθα περατούται η ιστορία _των δανείων της ανεξαρτησίας_, τα δε κατά τας νέας ομολογίας ανήκουσιν εις το επόμενον τεύχος, ήτοι εις την ιστορίαν των ελληνικών δανείων από 1863 - 1893.

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ

Ο Όθων από της ενηλικιώσεως αυτού ουδέν σχεδόν συνομολόγησε δάνειον ουδέ ανεγνώρισε τα δάνεια της ανεξαρτησίας, εν τούτοις όμως το δημόσιον χρέος επί της βασιλείας του απετέλει σπουδαίον μέρος του προϋπολογισμού, συνιστάμενον το μεν εκ του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων και των Βαυαρικών δανείων (163), το δε εκ του εσωτερικού χρέους και των συντάξεων, ήτοι ουσιαστικώς (164) εξ αποζημιώσεων και ανταμοιβών, λόγω υπηρεσιών από του Αγώνος χρονολογουμένων.

Η απλή δ' όμως αύτη διαίρεσις, εις χρέος εξωτερικόν και εις χρέος εσωτερικόν, θα περιέπλεκεν αντί να διευκολύνη την παρούσαν μελέτην επειδή δε ούτε η τύχη των δύο ανίσων τμημάτων του εξωτερικού χρέους υπήρξεν η αυτή, ούτε το εσωτερικόν και αι συντάξεις απηρτίζοντο πάντοτε εκ των αυτών στοιχείων, εθεωρήσαμεν αναγκαίον ν' ακολουθήσωμεν σχέδιον αναλυτικώτερον, διαιρέσαντες το θέμα εις τέσσαρα κεφάλαια, ήτοι: κεφ. α') _Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων·_ κεφ. β') _Βαυαρικά δάνεια._ — Εις το κεφάλαιον τούτο προσηρμόσθη φυσικώτατα και το προς τους κληρονόμους του Όθωνος χρέος· κεφ. γ') _Εσωτερικόν χρέος και συντάξεις·_ κεφ. δ') _Χρέος προς τας τρεις ναυτικάς νήσους._ — Το χρέος τούτο συμπεριελήφθη εις το εσωτερικόν χρέος μόνον τω 1853, εκανονίσθη δε μόνον προ ολίγων μηνών (νόμος ΓΚΕ' της 16 Ιουνίου 1904), έδει άρα να μελετηθή ιδιαιτέρως.

Παρατηρητέον προς τούτοις ότι το σχέδιον τούτο όχι μόνον διευκολύνει την εξέτασιν του προκειμένου θέματος, αλλ' άγει ημάς και εις την μελέτην παρεμφερών θεμάτων, οία ακριβώς είναι τα προς τους κληρονόμους του Έθνους και τας ναυτικάς νήσους χρέη και άτινα, ακριβώς κρινομένων των πραγμάτων, δεν συμπεριλαμβάνονται ίσως εν τω δημοσίω χρέει της Βαυαρικής δυναστείας, αλλ' εξετάζονται αφ' ετέρου ενταύθα προσφορώτερον ή εν άλλω τινί τμήματι του παρόντος έργου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων. (165)

Η ανάγκη μεγάλου εξωτερικού δανείου ήτο εκ των μάλλον επειγουσών διά το αρτισύστατον Ελληνικόν βασίλειον. Και πράγματι, εν ώ αι παραγωγικαί, δυνάμεις του τόπου, εξαντληθείσαι υπό πολυετούς αγώνος, δεν επήρκουν καν εις τα τακτικά έξοδα, το νέον κράτος ώφειλε ν' αντιμετωπίση πλείστας εξ αυτού του αγώνος προελθούσας εκτάκτους δαπάνας, διότι δεν ηδύνατο να εγκαταλείψη χιλιάδας ψυχών, αίτινες είχον τα πάντα θυσιάση υπέρ του έθνους και αίτινες εστερούντο και αυτού του επιουσίου άρτου (166).

Αλλ', εάν η ανάγκη δανείου ήτο καταφανής, η εξεύρεσις αυτού δεν ήτο εύκολος καθ' ότι εις μεν το εσωτερικόν δεν υπήρχον οι δυνάμενοι, εις δε το εξωτερικόν ένεκα των δανείων του 1824 και 1825 δεν υπήρχον οι διατεθειμένοι να δανείσωσιν εις την Ελληνικήν κυβέρνησιν. Τότε μόνον ηδύνατο να εξευρεθή δάνειον, εάν αι τρεις Δυνάμεις, αι τα μέγιστα συντελέσασαι εις την ίδρυσιν ανεξαρτήτου Ελλάδος, έστεργον να εγγυηθώσι το δάνειον τούτο. Ευτυχώς δε αι προστάτιδες Δυνάμεις πολλούς λόγους είχον να μη αρνηθώσιν εις την Ελλάδα τοιαύτην υπηρεσίαν (167):

α) _Λόγους αισθηματικούς_. — Αφ' ου συνετέλεσαν εις την γέννησιν νέου κράτους, εθεώρουν άτοπον να μη παράσχωσιν αυτώ τα μέσα να ζήση. Ο εν Ευρώπη ζωηρότατος έτι φιλελληνισμός δεν θα επέτρεπεν άλλως τε εις τας Δυνάμεις να τηρήσωσι τοιαύτην στάσιν και τα ανακτοβούλια προσεχώρουν τοσούτου μάλλον εις την κοινήν γνώμην, καθ' όσον υπήρχε γενική ιδέα, ότι οι πόροι του νέου τούτου κράτους ταχέως θ' ανεπτύσσοντο και ταχέως θα τω επέτρεπον ν' αναλάβη την υπηρεσίαν του νέου δανείου (168).

β') _Λόγους πολιτικούς._ — Εκάστη των Δυνάμεων εφρόνει πράγματι ότι, και εάν η Ελλάς δεν ήθελε δυνηθή να εκπληρώση τας υποχρεώσεις αυτής, υπήρχον άλλοι λόγοι όπως δοθή η εγγύησις (169), και τούτο διότι, εν ώ αφ' ενός η ενδεχομένη ζημία δεν ηδύνατο να είναι μεγάλη (170) η άρνησις εγγυήσεως εκ μέρους αυτής θα επέτρεπεν εις άλλην Δύναμιν να εγγυηθή μόνη το δάνειον και ν' αποκτήση αποκλειστικήν επιρροήν εν Ελλάδι. Ο δε κίνδυνος ούτος εφαίνετο μέγας εις εποχήν, καθ' ην αι αντιζηλίαι περί ιδρύσεως κόμματος και αναπτύξεως επιρροής εν τω νέω βασιλείω ήσαν τοσούτον ζωηραί, ώστε εκάστη των τριών Δυνάμεων ουδενός εφείδετο μέσου, όπως υποσκελίση τας άλλας (171).

Τοιούτοι είναι εν ολίγαις λέξεσιν οι λόγοι, διά τους οποίους το ελληνικόν βασίλειον ηναγκάσθη, άμα συσταθέν, να προσδράμη εις δάνειον, και δι' ους αι τρεις Δυνάμεις έσπευσαν να εγγυηθώσι το δάνειον τούτο. Πρέπει να εξετάσωμεν νυν:

α') Πώς συνωμολογήθη το νέον δάνειον; β') Πώς διετέθη; γ') Ποία είναι η σημερινή κατάστασις αυτού;

_Παρ. Α'. Συνομολόγησις και έκδοσις του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων._

Κατά Φεβρουάριον 1830 ο πρίγκιψ Λεοπόλδος είχε ζητήση όπως «αι Μεγάλαι Δυνάμεις κατανεύσωσι να εξασφαλίσωσιν εις το νέον Ελληνικόν κράτος, μέχρις ου τούτο αναλάβη νέας δυνάμεις, χρηματικήν επικουρίαν ανάλογον προς τας ανάγκας αυτού, όντος άλλως τε πασιγνώστου ότι η προσωρινή κυβέρνησις ηδυνήθη να ζήση μόνον διά της γενναιοδωρίας των Μεγ. Δυνάμεων (172)».

Η αίτησις αύτη εγένετο δεκτή υπό του Συνεδρίου του Λονδίνου και, διά του υπ' αριθμόν 17 της 8/20 Φεβρουαρίου 1830 πρωτοκόλλου, οι πληρεξούσιοι εδήλωσαν ότι «αι τρεις Δυνάμεις απεφάσισαν να εξασφαλίσωσιν εις το νέον κράτος χρηματικάς επικουρίας διά της εγγυήσεως δανείου συνομολογηθησομένου υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως, και ούτινος σκοπός έσται να καλύψη τα έξοδα της συντηρήσεως του στρατού, τον οποίον ο _Κυρίαρχος Ηγεμών_ θα έχη εις την υπηρεσίαν αυτού».

Αλλ' ο Λεοπόλδος ήγειρεν αντιρρήσεις εις τους όρους του πρωτοκόλλου και απήτησεν όπως το ποσόν αφιερωθή ουχί εις τας στρατιωτικάς μόνον, αλλ' εις τας γενικάς ανάγκας του Ελληνικού κράτους.

Τούτο παρεδέχθησαν οι πληρεξούσιοι διά του πρωτοκόλλου της 7 Μαΐου, δι' ου συνάμα ωρίζετο «ότι το μέλλον δάνειον θα ανήρχετο εις 60 εκατομμύρια, εξ ων εκάστη των Δυνάμεων θα ηγγυάτο το τρίτον, και ότι η Ελληνική κυβέρνησις θα ήτο ως προς την χρήσιν του δανείου εντελώς ανεξάρτητος».

Δυστυχώς ο Λεοπόλδος παρητήθη του Ελληνικού θρόνου τη 21 Μαΐου 1830, μέχρι δε της εκλογής του Όθωνος κατά την 13 Φεβρουαρίου 1832 δεν ανεκινήθη το ζήτημα του δανείου.

Ευθύς δ' όμως ως εκανονίσθη η τύχη του Ελληνικού θρόνου, οι πληρεξούσιοι των τριών Δυνάμεων δι' εμπιστευτικής ανακοινώσεως ανέπτυξαν εις τον αντιπρόσωπον της Βαυαρίας τους όρους, υφ' ους το στέμμα της Ελλάδος προσεφέρετο εις τον Όθωνα, μεταξύ δε των άλλων η ανακοίνωσις αύτη περιείχε και τα εξής σχετικά προς το δάνειον: Το συνέδριον προέτεινε να εγγυηθή υπέρ του Όθωνος δάνειον ίσον προς εκείνο, το οποίον είχεν υποσχεθή εις τον Λεοπόλδον· το δάνειον τούτο έμελλε να εκδοθή κατά τμήματα και εφ' όσον επέβαλον τούτο αι ανάγκαι της Ελλάδος· η δ' Ελλάς ώφειλεν εκ των ιδίων αυτής εσόδων να πληρώνη τους τόκους και το χρεωλύσιον του δανείου.

Το άρθρον 12 της μεταξύ της Βαυαρίας και των τριών Δυνάμεων συνθήκης της 7 Μαΐου 1832, επικυρούν τους προμνησθέντας όρους, προσέθετεν (βλ. αρθρ. 12 παρ. 6), ότι ο Ηγεμών της Ελλάδος και το Ελληνικόν κράτος υποχρεούνται να αφιερώσι προ παντός άλλου εξόδου εις την πληρωμήν των τόκων και του χρεωλυσίου του δανείου τας πρώτας εισπράξεις του δημοσίου ταμείου, και τέλος ώριζεν ότι «_οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι των τριών Αυλών θέλουσιν ειδικώς επιφορτισθή να επαγρυπνώσιν εις την εκτέλεσιν του τελευταίου τούτου όρου_».

Η έκτη αύτη παράγραφος του άρθρου 12 της συνθήκης του 1832 είνε αξία πάσης προσοχής, καθ' ότι περιέχει εν σπέρματι τον θεσμόν του διεθνούς ελέγχου. Και είνε μεν αληθές ότι το κείμενον τούτο δεν εφηρμόσθη ποτέ, αλλ' αφ' ετέρου, ότι από του 1832 προεβλέπετο διά συνθήκης, συναφθείσης _μετά τρίτου_ (173) η επιβολή διεθνούς έλεγχου εις ελεύθερον κράτος, είναι πράγμα ικανώς καινοφανές, άκρως δε χαρακτηριστικόν της μελλούσης ημών δημοσιονομικής ιστορίας.

Το ούτως υπό των τριών Δυνάμεων εγγυηθέν δάνειον συνήφθη μετά των κ.κ. Ρόσχιλδ εν Παρισίοις. Ο τόκος ωρίσθη εις πέντε τοις εκατόν, το δε χρεωλύσιον εις 1%. Εφαρμοζομένου του συστήματος της συνθέτου χρεολυσίας, το δάνειον απεσβέννυτο εντός 36 ετών. Οι αναλαβόντες το δάνειον τραπεζίται ηγόρασαν αυτό προς 94%, επεφυλάσσοντο δε προς τούτοις δικαίωμα μεσιτείας 2% και άλλα τινά ωφελήματα (174).

Είχεν αφ' ετέρου αποφασισθή ότι το δάνειον θα εξεδίδετο εις τρεις σειράς εξ είκοσιν εκατομμυρίων· αι δύο πρώται σειραί εξεδόθησαν πολύ ταχέως, η έκδοσις όμως της τρίτης προσέκοψε, εις πολλάς δυσκολίας εκ μέρους της Ρωσίας, ήτις αντεπολιτεύετο τον Άρμανσπεργ αγγλίζοντα. Ούτω προετάθη κατ' αρχάς μεν να εκδοθή μέρος μόνον της τρίτης σειράς (175), έπειτα δε να εκδοθώσι και τα τελευταία είκοσιν εκατομμύρια, αλλά το εκ της εκδόσεως προκύπτον ποσόν ν' αφιερωθή αποκλειστικώς εις την πληρωμήν των τόκων και χρεωλυσίων των ήδη εκδοθέντων τεσσαράκοντα εκατομμυρίων (176). Μετά μακράς διαπραγματεύσεις επετεύχθη τέλος χάρις εις τον Palmerston να εκδοθή και η τρίτη σειρά όπως και αι δύο πρώται, υπό τον όρον όμως να γίνωσιν οικονομίαι εις διάφορα κεφάλαια του ελληνικού προϋπολογισμού (177).

_Παρ. Β'. Χρήσις του Δανείου._

Και ταύτα μεν ως προς την συνομολόγησιν και την έκδοσιν του δανείου· έλθωμεν δε νυν εις την χρήσιν αυτού. Είδομεν ότι κατ' απαίτησιν του Λεοπόλδου είχεν ορισθή ότι το ποσόν των 60 εκατομμυρίων θ' αφιερούτο ουχί μόνον εις τας στρατιωτικάς αλλά και εις τας εν γένει ανάγκας του ελληνικού κράτους. Γενικώς δ' ηλπίζετο ότι διά του δανείου μεγάλη θα παρείχετο εμψύχωσις εις την πλουτοπαραγωγήν της χώρας, ότι το δάνειον τούτο θα επέτρεπε να κατασκευασθώσιν οδοί, ν' αναπτυχθή η γεωργία, να ιδρυθώσι Τράπεζαι, ν' αποκατασταθή επί εδραιοτέρων βάσεων η δημοσία ασφάλεια, να διοργανωθή μικρός πλην αξιόμαχος στρατός κτλ., δυστυχώς όμως τα πράγματα διέψευσαν τας χρυσάς ταύτας ελπίδας.

Τω όντι εκ των υφ' εκάστης των Δυνάμεων εγγυηθέντων 20 εκατομμυρίων εξεδόθησαν:

Υπό της Αγγλίας 19,838,805 φράγκα = 22,155,968 παλ. δραχμ. » » Ρωσίας 19,999,573 » = 22,335,533 » » » » Γαλλίας 17,400,661 » (178)= 19,433,058 » » __________ __________ 57,229,040 63,924,559

Ήτοι μετοχαί αξίας ονοματικής 57 εκατομμυρίων φράγκων και 63 εκατομμυρίων των τότε Ελληνικών δραχμών. Αλλ', ως γνωρίζομεν, το δάνειον ανέλαβον να εκδώσωσιν οι Ρόσχιλδ προς 94 τοις εκατόν, υπήρχον δ' αφ' ετέρου και άλλα έξοδα μεσιτείας και εκδόσεως, ήτοι εν συνόλω:

