# Λυσιστράτη

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/17814/index.md

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ειν’ εύκολον, αφού φωτιές ανάφτουν στο κορμί τους που να τις σβύσουν δεν μπορούνστο αναμεταξύ τους! Γρήγορα θα διορθωθή [και με καλό θα βγή]. Πού είν’ η Συνδιαλλαγή;[82] (Προσέρχεται μια εκ των γυναικών) Φέρε μου συ τους Λάκωνας με χέρι τρυφερό, κι όχι με την αυθάδεια,--οπού δεν χάνουνε καιρό οι άνδρες μας να δείξουνε,--[και ούτε με κακία,] μα όπως πρέπει, φιλικά, σε φύσι γυναικεία. Μα κι αν κανέναν απ’ αυτούς τον βρης ασυγκατάβατον, απ’ την ψωλή του τράβα τον! (Προς ετέραν γυναίκα) -Φέρε τους Αθηναίους συ, κι αν σ’ αρνηθούν το χέρι τους, πιάσ’ τους και συ και τράβα τους από τα ίδια μέρη τους (Η πρώτη γυνή οδηγεί τον Κορυφαίον του χορού των Λακεδαιμονίων. Η δε δευτέρα τον Κορυφαίον του χορού των Αθηναίων, ους ακολουθούσιν οι λοιποί) -Άνδρες Λακεδαιμόνιοι! σταθήτ’ εδώ κοντά μου° --κ’ οι άλλοι σεις, ακούσατε τα λόγια τα δικά μου. Γυναίκα είμαι, βλέπετε, μα ’χω γερό μυαλό, κ’ η κάθε μιά ιδέα μου εβγήκε σε καλό, γιατί δεν μ’ αναπτύξανε ως σήμερα κακά τα λόγια τα γεροντικά, και γνώσεις μου ’δωκαν πολλές-- οι πατρικές οι συμβουλές. Σαν έτυχε στα χέρια μου να είσθε μιά φορά, θα σας μιλήσω φανερά και με χωρίς χατήρια: Τους ίδιους έχουμε βωμούς, τα ίδια ραντιστήρια, και όλ’ οι άνθρωποι μαζύ μάς είδανε σαν αδελφούς στην Ολυμπία πάντοτε, στις Θερμοπύλες,[83] στους Δελφούς και σ’ άλλα τόσα μέρη --να μη σας τα πολυλογώ,--που ο καθένας ξέρει. Κ’ ενώ βαρβαρικός στρατός συγκεντωμένος τώρα, [που σύμμαχο τον έχετε,] βρίσκεται μεσ’ στη χώρα, σεις πάτε εναντίον σας τα όπλα σας να στρέφετε, και πόλεις καταστρέφετε! Ε το μισό του λόγου μου ετέλειωσ’ εδώ πέρα.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Κ’ εγώ εξεψωλιάστηκα, κακή ψυχρή μου μέρα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Τώρα σ’ εσάς, ω Λάκωνες, το λόγο μου θα φέρω: [όπως κ’εγώ το ξέρω] και σεις το ξέρετ’ όλοι, ο Περικλείδας[84] μια φορά ο Λάκωνας, στην πόλι των Αθηνών πως έφθασεν ωχρός και ικετεύοντας, και στους βωμούς εκάθησε στρατεύματα γυρεύοντας. Είχατε τότε πόλεμον εσείς με τη Μεσσήνη, μα και σεισμοί είχαν γίνη. Πήρε χιλιάδες τέσσαρες ο Κίμωνας οπλίτες και ήλθε και σας έσωσε και πόλι και πολίτες. Αφού λοιπόν τέτοιο καλό σας κάναμε, πώς τώρα σεις φέρνετε καταστροφές μεσ’ στη δική μας χώρα;

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Μα το Θεό! μας αδικούν αυτοί, ω Λυσιστράτη!

ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ Σας αδικούμε; μα και σεις εβάλατε στο μάτι έναν ωραίο κώλο[85] [και θαυμαστό, και κάνατε γι’ αυτόν τον πόλεμ’ όλο.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (προς τους Αθηναίους) Μα και σας τους Αθηναίους, τι θαρρείτε; θα θελήσω δίχως έλεγχο ν’ αφήσω; Δεν το ξέρετ’ εσείς τάχα, πως οι Λάκωνες μια μέρα με τους δουλικούς χιτώνας εσκοτώσαν εδώ πέρα τους εχθρούς τους Θεσσαλούς, που τους είχεν ο Ιππίας, κι άλλους σύμμαχους πολλούς, κ’ έδωκαν ελευτεριά, με τα δόρατα μονάχοι πολεμώντας τα βαρηά; κ’ έτσι ο δήμος, που του δούλου τον χιτώνα είχε βάλη, της ελευτεριάς τη χλαίνα ξαναφόρεσε και πάλι.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Δεν είδα αγαθώτερη γυναίκα ως την ώρα.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Κ’ εγώ κομμάτι πειό καλό δεν είχα ιδή ως τώρα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αφού λοιπόν τόσα καλά εδώσατε κ’ ελάβατε, πώς πολεμάτε;--και γιατί την έχθρα δεν την παύετε; και πώς δεν κατωρθώσατε να συμφιλιωθούμε; ποιο ήταν το εμπόδιο λοιπόν; για να το ιδούμε.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Μα την ειρήνη σήμερα κ’ εμείς τη θέλουμ’ όλοι, φθάνει να ξαναπάρουμε τη στρογγυλή την πόλι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Φίλε, ποια πόλι στρογγυλή;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Να, θέλουμε την Πύλο όπου την ψηλαφίζουμε τόσο καιρό.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ [Το φίλο!] Α, μα τον Ποσειδώνα μας, αυτό που δεν θα γίνη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (προς τον Αθηναίον) Όχι, καλέ μου, άφησε δική τους να απομείνη.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Τότε λοιπόν πού ταραχές θα κάνουμε μεγάλες;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αντί της Πύλου πάλι σεις ζητείτε πόλεις άλλες.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Καλά, τον Εχινούντα85 κ’ εγώ θα του ζητήσω, του κόλπου του Μαλιακού, που έχει, τ’από πίσω, τα [τείχη] τα Μεγαρικά, τα σκέληα [ όπως λένε]...

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Μα όχι πάλι κι’ όλ’ αυτά που θέλεις, λυσσασμένε!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αφήστε, δεν μας μέλει και τόσο για τα σκέλη.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Θέλω και γρήγορα τη γη γδυτός να την οργώσω.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Και κοπριά προτήτερα να την καταφορτώσω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε, όλα θα τα φτιάσετε, φιλίες όταν πιάσετε. Μα όλ’ αυτά κι αν θέλετε να γίνουνε, σκεφθήτε, να πάτε στους συμμάχους σας τη σκέψι σας να πήτε.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Βρε, ποιους συμμάχους, αδελφή; εμάς μας γίνηκε καρφί! Και τι έχεις νομίση, πως επειδ’ είναι σύμμαχοι δεν θέλουν το γαμήσι;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Μα τους θεούς! [τι λες εκεί!] το θέλουν φίλοι και δικοί!

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Μα το θεό! το θέλουνε κι αυτοί από την Κάρυστο, [που ’ναι δικοί μας σύμμαχοι και μ’ εργαλείον άριστο.][87]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Πολύ σωστά. Τώρα λοιπόν καθαρισθήτε όλοι, και γρήγορα στην πόλι καθείς θα φιλοξενηθή απ’ τις γυναίκες, μ’ ό,τι πειά μεσ’ στα καλάθια μας βρεθή. Και πίστιν αφού δώσετε και όρκον υψηλό, πέρτε τις γυναικούλες σας να πάτε στο καλό. Εμπρός πηγαίνουμε λοιπόν.

ΛΑΚΩΝ Πηγαίνουμ’ όπου αγαπάς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ Ω, μα το Δία! γρήγορα όσο μπορείς να πας.

(Εξέρχονται όλοι πλην του Χορού Γερόντων και Γυναικών)

ΣΚΗΝΗ Γ΄

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Στρώματα διάφορα κ’ επανωφοράκια και χρυσά κοσμήματα και φορεματάκια, μ’ ευχαρίστησι πολύ τα δωρώ στην αφεντιά σας να τα πάτε στα παιδιά σας και στην κάθε μιά σας κόρη, όταν πειά θα μεγαλώσουν και θα γίνουν κανηφόροι. Μπήτε μεσ’ το σπίτι μου σας παρακαλώ, κι ότι πραματάκι μου βρίσκετε καλό πάρετέ το, θα σας το δώσω° τίποτα δεν βρίσκεται σφραγισμένο τόσο, που να μην μπορέσετε, έτσι δα να πιάσετε, κι όλες τις σφραγίδες του να τις κομματιάσετε κι όποιος τα ματάκια του τα ’χει ανοιγμένα πειό καλά από μένα, ας φορέση ό,τι τύχη-- [κι από σβέρκο θα πιτύχη!][88] Κι αν κανένας από σας δεν έχει σιτάρι, και έχει δούλους και παιδιά, ας έρθη να πάρη, όλα θα τα βρη σ’ εμένα, και ψωμί μεγάλο νέο, και μικρά [καλοψημένα]. Κι όποιος από τους φτωχούς στο φαΐ έχει την έννοια, ας ερθή στο σπίτι μου, φέρνοντας σακκιά πετσένια, κι ο Μανής μου θα του βάλη το σιτάρι στο τσουβάλι. Μα σας λέγω καθαρά: μη στην πόρτα προχωρήτε κι απ’ τη σκύλλα φυλαχθήτε.

(Εισέρχεται ο Α΄Αθηναίος όστις κτυπά θύραν οίκου τινός πλουσίου)

ΣΚΗΝΗ Δ΄

ΧΟΡΟΣ ΓΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ - Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ - Η ΘΥΡΩΡΟΣ

Α΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ (κρούων την θύραν) Ανοίξετε την πόρτα σας!

Η ΘΥΡΩΡΟΣ (εξερχομένη και κρατούσα δάδα ανημμένην) Ε, συ! τραβήξου πίσω! Θ’ απλώσω τη λαμπάδα μου και θα σε τσουρουφλίσω Θα είνε κ’ ενοχλητικό [να βγω στο μέσο της σκηνής με τη λαμπάδα που κρατώ και να καή μ’ αυτή κανείς], -μ’αν το θελήσετε ποτέ, ε, θα το κάνουμε κι αυτό για χάρι σας, ω θεαταί!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Το υποφέρνουμε κ’ εμείς.

Η ΘΥΡΩΡΟΣ (προς τον Α΄Αθηναίον και τον χορό των Γερόντων) Θα φύγετε; θα πάψετε; φευγάτε, γιατί γρήγορα τις τρίχες σας θα κλάψετε° (απειλεί δια της δαδός) φευγάτε, γιατ’ οι Λάκωνες πρέπ’ ήσυχα να φάνε κ’ ύστερα στις πατρίδες τους με το καλό να πάνε.

(Εισέρχονται οι Β΄και Γ΄Αθηναίοι)

ΣΚΗΝΗ Ε΄

Β΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ - Γ΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ, ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ

Β΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Τέτοιο τραπέζι σαν κι αυτό, δεν είδα ως την ώρα σε τούτη μας τη χώρα.

Γ΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Ήσαν πολύ ευχάριστοι οι Λάκωνες, αλλά και συ κ’ εγώ, κι όλοι εμείς σοφοί, σοφοί συντρόφοι στο κρασί.

Β΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Χεμ, φυσικά, με το κρασί σοφοί κ’ εμείς να γίνουμε, σαν είμαστε ανόητοι τις ώρες που δεν πίνουμε. Οι Αθηναίοι αν πεισθούν, θα στέλνουμε στους ξένους τους πρέσβεις μεθυσμένους° γιατί αν στην Λακεδαίμονα μας στείλουν τώρα εκεί, πάλι καυγά θα στήσουμεν αν πάμε νηστικοί° μ’ αν είμαστε πιωμένοι, κανείς τα όσα θα μας πουν δεν θα καταλαβαίνη, κι αν δεν θα λένε τίποτε, θα νοιώθουμε πολλά και άλλ’ αντ’ άλλων. Κ’ έτσι πειά όλα θα παν καλά. Μα κι αν από τον Αίανατα του Σοφοκλή αρχίση [με την πολεμική ωδή] κανείς να τραγουδήση, ας πούμε ότι τραγουδεί της Κλειταγόρας τις στροφές και το παραδεχόμαστε [και παύουν κ’ οι καταστροφές].[89]

Η ΘΥΡΩΡΟΣ (ή Α΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ) Να τοι, που έρχονται μαζύ. (Η Θυρωρός προς τους Αθηναίους, οι οποίοι σπεύδουν να παρατηρήσουν δια της θύρας) -Βρε μάγκες! δεν τραβάτε στο δρόμο σας να πάτε;

Β΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Να, έρχονται.

(Εξέρχονται εκ της οικίας οι Λακεδαιμόνιοι μετά των γυναικών των και η Λυσιστράτη)

ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄

ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ - ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ - ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ (ο κορυφαίος του Χορού προς ένα των λοιπών) Πολύχαρε, θέλω να τραγουδήσω εδώ για όλους ώμορφα, και να χοροπηδήσω. πάρε το φυσητήρι σου.[90]

Β΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Ναι, παρ’ το φυσητήρι, και του δικού σας του χορού, ω Λάκωνες, οι γύροι αμέσως ας αρχίσουνε να μας ευχαριστήσουνε.

(Εις εκ των Λακώνων συνοδεύει προς αυλόν την απαγγελίαν του Κορυφαίου).

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Μνημοσύνη! δος στους νέους [Σπαρτιάτας κι Αθηναίους] κίνησι για το χορό, που μας ξέρει από καιρό,- όταν μ’ αθανάτους ίσοι με τα πλοία είχαν ορμήση και τους Μήδους πολεμούσαν στο Αρτεμίσιο και νικούσαν. Ο Λεωνίδας μου μ’ εμένα, με τα δόντια ακονισμένα, σαν τον κάπρο, έφθασε πρώτα, κι ο αφρός απ’ τον ιδρώτα στα σαγόνια μας ανθούσε κι ως τα σκέληα μας κυλούσε. Και οι Πέρσαι ήσαν μπροστά μου άπειροι, ως είδος άμμου. Έλα τώρα εσύ μ’ εμένα Άρταμις, θεά παρθένα, που σκοτώνεις τα θηρία,- τις σπουδές και τη φιλία, μα και την ειρήνη επίσης, για καιρό να την κρατήσης. Ας γενή φιλία τώρα όλο και με πλούσια δώρα, κι όχι λόγια πειά περίσσια τρυφερά κι αλεπουδίσια! Έλα, έλα συ μ’ εμένα, κυνηγέ, θεά παρθένα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε, όλα τώρα παν’ καλά. Ο κάθε Λάκων ας ερθή, να πάρη τη γυναίκα του κοντά της να σταθή, κι αυτή κοντά στον άνδρα της, κι αφού χορούς θα στήσουμε γι’ αυτή την καλορροίζικη συνθήκη που θα κλείσουμε, ε, τότε στους θεούς μαζύ όρκο μεγάλο πιάνουμε, αυτήν την αμαρτία πειά να μη την ξανακάνουμε.

ΧΟΡΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ Κορυφαίος Σύρε το χορό,--τις Χάρες κάλεσε μαζύ,--ευχήσου στ’ όνομα του Διονύσου, που με τις Μαινάδες[91] τρέχει και φωτιές στα μάτια του έχει,-- στον Απόλλωνα ευχήσου των χορών τον αρχηγό,-- στη θεά την κυνηγό, και στον Δία που ανάφτει, και βροντάει και αστράφτει,-- μα και στη συντρόφισσά του[92] τη θεά την ευτυχή,-- και στους δαίμονας ευχή, όπου δεν ξεχνούν εκείνοι, και για μάρτυρες σταθήκαν στη μεγάλη την ειρήνη, που έχει γίνει στερεά απ’ της Κύπρου τη θεά. Τραλαλαλά! εμπρός! παιάν! νίκη! ευοί! ευαί! ευάν!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Έλα τώρα, Σπαρτιάτη, να μας ξαναψάλης κάτι.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Ω μούσα εσύ Λακωνική! άφ’ τον Ταΰγετον εκεί, που είνε τόσο ευχάριστος, κ’ έλα να ψάλης πρώτα Απόλλωνα και Αθηνά, και του Τυνδάρου[93] τα παιδιά, που παίζουνε παντοτινά στις όχθες του Ευρώτα. Έλα και πήδα ελαφρά μ’ εμάς να τραγουδήσουμε, τη Σπάρτη να υμνήσουμε, που τόσο ευφραίνουνε οι θεϊκοί χοροί, και τα ποδοκτυπήματα, όταν η κόρ’ η τρυφερή κοντά κοντά τα πόδια της κτυπά, σαν το πουλάρι, πηδώντας στου Ευρώτα μας το πράσινο χορτάρι, και τα μαλλιά της αρχινά ο άνεμος να τα κινά, όπως όταν χοροπηδούν κισσοστεφανωμένες οι Βάκχες μεθυσμένες. Και πρώτη πρώτη στο [χορό από τις άλλες χώρια] η κόρη μπαίν’ η πάναγνη της Λύδας[94] κ’ η πανώρηα. Εμπρός! περόνη πέρασε και κάρφωσ’ την πλεξίδα, και κτύπησε τα χέρια σου, και σαν το λάφι πήδα! Εμπρός! και τώρα του χορού ας ακουσθούν οι κρότοι, και ψάλε [απ’ όλες πρώτη] την Αθηνά που’νε θεά ανίκητη και κραταιά!.....

ΤΕΛΟΣ

[1] H παρούσα μετάφρασις εδιδάχθη το πρώτον από σκηνής, υπό θιάσου καταρτισθέντος επί τούτω, εν τω Δημοτικώ Θεάτρω Αθηνών κατά Ιανουάριον 1905. Απαγορεύεται δε η εν τω μέλλοντι παράστασις αυτής υπό θιάσων άνευ της αδείας του μεταφραστού, συμφώνως με τον Νόμον 3483 του έτους 1909. [2[ Αι γυναίκες είχον και ιδιαιτέρας εορτάς εκτός των δημοτελών. Εις τον ναόν του Πανός ωργίαζον μετά κραυγών. [3] Νύμφη εκ της συνοδείας της Αφροδίτης° εκδηλωτικόν ασελγείας. (Νεφέλαι 52). [4] Υπήρχεν εις την Αττικήν ναός της Κωλιάδος Αφροδίτης, εις μέρος καλούμενον «Κωλιάς», λαβόν το όνομα εκ της ομοιότητος προς το ομώνυμον μέλος του ανθρώπου. [5] Φορέματα χωρίς ζώνην και μη συρόμενα, καλούμενα ως εκ τούτου «ορθοστάδια» και αναλογούντα προς τα παρ’ ημίν «μπεμπέ». [6] Στρατηγός Αθηναίος, κωμωδούμενος ως δωροδοκούμενος και προδότης. [7] Εσθής εκ της νήσου Αμοργού λεπτή και διανθής. [8] [Σημείωση του μεταγραφέα. Στο σημείο αυτό από τη μετάφραση λείπουν μερικοί στίχοι τους οποίους μεταφέρουμε εδώ στο πρωτότυπο: ΛΥΣ. Το του Φερεκράτους, κύνα δέρειν δεδαρμένην. ΚΑΛ. Φλυαρία ταύτ’ εστί τα μεμιμημένα. Εάν λαβόντες δ’ ες το δωμάτιο βια έλκωσιν ημάς; ΛΥΣ. Αντέχου συ των θυρών. ΚΑΛ. Εάν δε τύπτωσιν; ΛΥΣ. Παρέχειν χρη κακά κακώς. Ου γαρ ένι τούτοις ηδονή τοις προς βίαν. Κ’άλλως οδυνάν χρη: καμέλει ταχέως πάνυ απερούσιν....] [9] «Μηλοσφαγούσας»: εννοεί την θυσίαν των προβάτων (μήλων), παρωδών τον εν «επτά επί Θήβας» στίχον του Αισχύλου: «άνδρες γαρ επτά θούριοι λοχαγέται ταυροσφαγούντες εις μελάνδετον σάκος..» [10] «Λευκόν ίππον» (σ. 191): Φαίνεται ότι ο Αριστοφάνης παίζει ενταύθα με την λέξιν, υπονοών δι’ αυτής το αιδοίον° άλλως: εννοεί τας Αμαζόνας θυσιαζούσας λευκούς ίππους. [11] Όπου ευκαιρία, ο Αριστοφάνης κωμωδεί τας γυναίκας ως επιρρεπείς εις την μέθην. [12] «Προσλαβού μοι του κάρπου» (σ. 202): εννοεί το αιδοίον. [13] Δια το κωμικώτερον η Καλονίκη εφεξής πρέπει να επαναλαμβάνη τον όρκον κλαυθμηρώς. [14] «Τα Περσικά» (σ. 230): είδος εμβάδων γυναικείων° εννοεί τον τρόπον της συνουσίας. [15] «Ου στήσομαι λέαιν’ επί τυροκνήστιδος» (σ. 231): Είδος συνουσιάσεως πορνικής οκλαδόν, όπως αι λέαιναι αι έγγλυφοι επί των μαχαιρών του μαγειρείου, ως είδος λαβής αυτών. [16] Εκ του ονόματος τούτου ολόκληρον το ανωτέρω χορικόν ονομάζεται και «Στρυμόδωρος». [17] Ονομάζει ενταύθα γνωστήν εταίραν εν Αθήναις, Ροδίαν ονομαζομένην, μητέρα του Αυτολύκου και σύζυγον του Λύκωνος° «ώσπερ επί την Λύκωνος έρρει πας ανήρ» (Εύπολις). [18] Στρατηγός Λακεδαιμόνιος, εκστρατεύσας κατά της Αττικής κατέλαβε την Ακρόπολιν° πολιορκηθείς δε υπό των Αθηναίων ηναγκάσθη να εξέλθη υπό συνθήκην. [19] Ως γνωστόν ο Ευρυπίδης ήτο μισογύνης, ο δε Σοφοκλής σκώπτων αυτόν έλεγεν: «εν γε ταις τραγωδίαις μισογύνης εστίν, εν δε τη κλίνη φιλογύνης». [20] «Λήμνιον πυρ» (σ.299): παίζει με την φράσιν, εννοών την παροιμίαν «λήμνιον κακόν», προκύψασαν εκ του γνωστού εγκλήματος των γυναικών της Λήμνου, αι οποίαι κατά τον Ευριπίδην «Λήμνον άρδην αρσένων εξώκισαν», δηλαδή εφόνευσαν τους άνδρας των, διότι είχον επιδοθεί εις την παιδεραστίαν. [21] Εννοεί τους εν Σάμω στρατηγούς, δυστυχήσαντας εις τον πόλεμον, λέγει δε: ποίος απ’ αυτούς θα συλλάβη το αναμμένον ξύλον, δια να (καή) γίνη περισσότερον δυστυχής; [22] «Στιγματίαι»: αι δούλαι έστιζον τα πρόσωπα προς διάκρισιν από των ελευθέρων. [23] Τίτλος της Αθηνάς [24] Ωσαύτως από της Τριτωνίδος λίμνης της Λιβύας, περί την οποίαν η Αθηνά εγεννήθη εκ της κεφαλής του Διός, είτε εκ της λέξεως τ ρ ι τ ώ, ήτις αιολιστί σημαίνει κεφαλήν. [25] Αγαλματοποιός διακωμωδούμενος. [26] «Σαβάζιος» βαρβαρικόν όνομα του Διονύσου. [27] Εορτή του Αδώνιδος γινομένη ιδιαιτέρως εις οικίας και εις κήπους υπό των γυναικών, αι οποίαι εθρήνουν τον θάνατον του Αδώνιδος. [28] Δημόστρατος στρατηγός, υποκινήσας εν Αθήναις την κατά της Σικελίας εκστρατείαν. [29] Ο Δημόστρατος εκαλείτο Βουζύγης, και κωμικώς Χ ο λ ο ζ ύ γ η ς, ως εκ του μελαγχολικού χαρακτήρος του. [30] «Κρανάα» ωνομάζετο η πετρώδης ακρόπολις, από του βασιλέως Κραναού. [31] Ο Πείσανδρος ήτο συνάρχων μετά του Φρυνίχου και του Θηραμένους° κωμωδείται ως δωροδοκούμενος, καταχραστής και δειλός. [32] Η στήλη ήτο ρθογώνιος λιθίνη ή χαλκή, εκτεθειμένη εις δημόσιον μέρος, επί της οποίας ανεγράφοντο τα ψηφίσματα, αι συνθήκαι, και αι πράξεις των στηλιτευομένων επί κακία ή επαινουμένων επ’ αρετή. [33] Σατυρίζει τους δικαστάς° τινές των οποίων υπεχρεούντο να τρώγουν κουκκιά, δια να μη νυστάζουν κατά τας δίκας. [34] Υιοί του Ηφαίστου, ιερείς της Κυβέλης, τελούντες τα όργια αυτής με ύμνους θορυβώδεις και με παραφόρους κινήσεις, εν Φρυγία και Κρήτη. [35] Ήρως και βασιλεύς Θρακικός [36] «Μελιτούτται» παρασκευάσματα ζύμης μετά μέλιτος, το οποίον ετίθετο πλησίον των νεκρών, δια να χρησιμεύση ως τροφή του Κερβέρου κατά την διάβασιν εις τον Άδην. [37] Το λείψανον απετίθετο εις δημοσίαν θέαν προ της θύρας της οικίας και εκεί το έκλαιον αι γυναίκες. [38] Η ανωτέρω σκηνή μέχρι τέλους της παρούσης πράξεως δύναται και να παραλείπεται κατά την από σημερινού θεάτρου διδασκαλίαν. [39] Ιππίας και Ίππαρχος, γνωστοί τύραννοι των Αθηνών, υιοί του Πεισιστράτου, των οποίων ο δεύτερος εφονεύθη υπό του Αριστογείτονος. [40] Τρυφηλός και συζών μετά πολλών γυναικών [41] Υπονοεί τον τρόπον, δια του οποίου ο Αριστογείτων εφόνευσε τον Ίππαρχον. [42] «Αρρηφορία» ελέγετο η μετακόμισις αγγείων, εντός των οποίων αι παρθένοι έφερον τα «άρρητα» εις την Αθηνάν. [43] Βαυρών ήτο δήμος Αθηναίων πλησίον του Μαραθώνος, ένθα λέγεται ότι ο Αγαμέμνων εθυσίασε την Ιφιγένειαν και ουχί εν Αυλίδι. Εκεί μυθολογείται ότι άρκτος τις δοθείσα εις τον ναόν της Αρτέμιδος αξημερώθη, εν τούτοις ημέραν τινά κατέσχισε το πρόσωπον παρθένου τινός, της οποίας ο αδελφός εφόνευσε το ζώον. Εκ τούτου οργισθείσα η Άρτεμις διέταξεν, όπως εκάστη παρθένος από ηλικίας 5-10 ετών ενδύεται άπαξ ιεράν κροκωτήν εσθήτα και χορεύη ως άρκτος. [44] Χωρίον ξηρόν και άνυδρον πλησίον της Πάρνηθος, εις το οποίον συνήλθον τινές εκ της πόλεως προς συνωμοσίαν, ως βεβαιοί ο Αριστοτέλης εις την Αθηναίων Πολιτείαν. [45] Θυγάτηρ του Λυγδάμιδος εξ Εφέσου καταγομένη, σύμμαχος του Ξέρξου κατά την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν. [46] Μύκων, περίφημος ζωγράφος Αθηναίος, ζωγραφίσας μάχην Αμαζόνων εις την Ποικίλην Στοάν. [47] Τρυπημένον ξύλον, «κήφων»° εντός της οπής αυτού έκλειον τον λαιμόν των κακούργων. [48] Κατά Αισώπειον μύθον ελέχθη: οι κάνθαροι καταστρέφουσι τα ωά των αετών. Ίσως υπονοεί τους όρχεις. [49] Πορνοβοσκός και μοιχός, κωμωδούμενος και επί θηλυπρεπεία. [50] Τα έρια της Μιλήτου επροτιμώντο ως εκλεκτότερα. [51] Θεά προστάτης των τοκετών [52] Κατά τον Σχολιαστήν η δεκάτη και κατά τον Νεόφυτον Δούκαν η πέμπτη ημέρα της γεννήσεως του παιδίου, καθ’ ην αι φίλαι περιέφερον αυτό γύρω της εστίας της οικίας° η τελετή αύτη εκαλείτο «αμφιδρόμια». [53] Ο ιερός δράκων της Αθηνάς, φύλαξ του ναού. [54] Εννοεί τας γυναίκας. [55] Τους άνδρας [56] Η σκηνή αύτη δύναται και να παραλειφθή κατά την από θεάτρου διδασκαλίαν. [57 Μελανίων ή Μειλανίων, σύζυγος της Αταλάντης, μεταμορφωθείς εις λέοντα. Ενταύθα αναγράφει τον μύθον προς ειρωνείαν, διότι ο Μελανίων, συναντηθείς μετά της Αταλάντης εις κυνήγιον επί των ορέων της Αρκαδίας, την κατεδίωξε και την εβίασεν. [58] Μυρωνίδης και Φορμίων. Γενναίοι στρατηγοί. Τους μελαμπύγους εθεώρουν γενναίους, τουναντίον δε δειλούς και θηλυπρεπείς τους λευκοπύγους. [59] Τίμων ο Μισάνθρωπος: ούτος αποφεύγων τους ανθρώπους, κατέφυγεν εις ερημικά μέρη° καταπεσών δε από απιδέαν και μη θέλων να προσκαλέση ιατρόν να περιποιηθή το τραύμα του, απέθανεν εκ γαγγραίνης, ο δε τάφος του κατεκλύσθη υπό της θαλάσσης επί της οδού της οδηγούσης από Πειραιώς εις Σούνιον. [60] Ιερόν της Δήμητρος εν τη Ακροπόλει, εν τω οποίω ήγον εορτήν και εθυσίαζον κατά τον μήνα Θεργηλιώνα (Μάιον). [61] Διακωμωδεί τον αυτόν Κινησίαν τον διθυραμβοποιόν, ως επιρρεπή εις την ηδονήν, περί ου μακρός ο λόγος εις τους «Όρνιθας». [62] Λογοπαίγνιον προς το πέος, και τούτο ίνα ταυτοχρόνως διαβάλη αυτόν ως μη καταγόμενον από κανένα αθηναϊκόν δήμον, και επομένως ως ξένον και Θράκα. [63] «Το αιδοίον δείκνυσιν» (Σχολιαστής). [64] «Μαμμία! μαμμία! μαμμία!» [65] Σύνηθες παρ’ Αριστοφάνει όνομα υπηρέτου. [66] Κλεψύδρα: κρήνη εν τη Ακροπόλει καλουμένη και Εμπιδώ° ωνομάσθη ούτω, διότι άλλοτε επλημμύρει και άλλοτε εξηραίνετο. [67] «Από παροιμίας, ως ο Ηρακλής, περιερχόμενος πάσαν γην, άλλη άλλοτε εξενίζετο, ούτω και το πέος τούτο, ουκέτι την οικείαν ευρίσκει καλύβην (Νεοφ. Δούκας)». Άλλως: ότι οι υποδεχόμενοι τον Ηρακλέα βραδύνουσιν, αδηφάγον όντα (Σχολιαστής). [68] «Το αιδοίον δείκνυσι» (Σχολιαστής) [69] «Το αιδοίόν φησι» (Σχολιαστής) [70] «Το αιδοίον δείκνυσι» [71] Εννοεί τον Φιλόστρατον τον επικαλούμενον Κυναλώπεκα, και πορνοβοσκόν όντα, παρά του οποίου ζητί γυναίκα. [72] «Δια το αιδοίον αυτού μέγα είναι, εξέτεινε τα ιμάτια τη χειρί° ο δε είπε, δόρυ έχεις» (Σχολιαστής) [73] Πελλήνη: πόλις της Αχαΐας την οποίαν διεξεδίκουν Αθηναίοι και Λακεδαιμίνιοι κατά την εποχήν του πολέμου, συγχρόνως δε και γνωστή ωραία εταίρα εν Αθήναις. [74] Η Τρικόρυθος: δήμος και χωρίον της εν τη Αττική Τετραπόλεως πλησίον του Μαραθώνος, ανήκον εις την Αιαντίδα φυλήν. [75] Εκωμωδούντο οι Καρύστιοι ως μοιχοί, ως και αλλαχού παρ’ Αριστοφάνει. [76] «Δελφάκιον»: εννοεί το χοιρίδιον και το γυναικείον αιδοίον. [77] Επέρχεται απροόπτως δια της φράσεως «ίσως δ’ η θύρα κεκλείσεται», ήτις, κατόπιν των προηγουμένων επαγγελιών, αντιστοιχεί περίπου προς την ανωτέρω σύγχρονον δημοτικήν. [78] Τα αγάλματα του Ερμού έφερον συνήθως το αιδοίον τερατώδες και εντεταμένον. [79] Χάριν του κωμικού ειρμού ο Α΄Αθηναίος δύναται να είνε αυτός ο Κινησίας. [80] Υιός του Σιβυρτίου, κωμωδούμενος επί θηλυπρεπεία [81] «Ερμοκοπίδαι». Τέσσερα έτη προ της συγγραφής του έργου τούτου, κατά τας παραμονάς του πλου εις Σικελίαν, ηκρωτηρίασαν δια νυκτός τους Ερμάς, τους ευρισκομένους προ των θυρών των οικιών. [82] Από το μέρος τούτο η κωμωδία ονομάζεται και «Διαλλαγαί» [83] «Εν Πύλαις»: εννοεί τας Θερμοπύλας, όπου έπεμπον τους λεγόμενους ιερομνήμονας. [84] Πρεσβευτής των Λακεδαιμονίων, ελθών εις Αθήνας δια να ζητήση στρατόν κατά των ειλώτων, αποστατησάντων εις την Ιθώμην. [85] «Αλλ’ ο πρωκτός άφατος και καλός»: κατά την γνώμη του σοφού διδασκάλου του γένους Νεοφύτου Δούκα, ο Αριστοφάνης υπονοεί εδώ την Ασπασίαν, χάριν της οποίας εγένετο το ψήφισμα των Μεγαρέων° εκ τούτου εξεράγη ο πόλεμος, του οποίου αίτιος ήτο ο Περικλής, εραστής της Ασπασίας° εννοεί δ’ ο Λάκων: Ηδικήσαμεν ημείς, αλλά και σεις ηδικήσατε χάριν του θαυμαστού πρωκτού της Ασπασίας. [86] Εχινούς, πόλις Θεσσαλική παρά τον Μαλιακόν κόλπον. [87] «Ελέγετο μοιχούς είναι τους Καρυστίους…» (Σχολιαστής) [88] Επέρχεται απροόπτως η άρνησις κατόπιν των επαγγελιών, ως και εν προηγουμένω χορικώ των Γυναικών, προς εντονώτερον χαρακτηρισμόν ίσως του φιλοπαίγμονος και απατηλού χαρακτήρος αυτών. [89] Το χωρίον τούτο εν τω κειμένω είναι ασαφές δια τον σημερινόν αναγνώστην, άνευ αναλύσεως και επεξηγήσεως° ο Αριστοφάνης υπονοεί ενταύθα θούριον στροφήν εκ του Τελαμωνίου Αίαντος, ακατάλληλον δια συμπόσιον ειρήνης° η δε Κλειταγόρα ήτο ποιήτρια εκ Λακωνίας ή εκ Θεσσαλίας. [90] Εννοεί τον αυλόν. [91] Μαινάδες και Βάκχαι, εις τας οποίας απεδίδετο η λάμψις των βλεμμάτων του Διονύσου. [92] Την Ήραν [93] Βασιλεύς της Σπάρτης, σύζυγος της Λήδας και πατήρ των Κάστορος, Πολυδεύκους, Ελένης και Κλυταιμνήστρας. [94] Η Ελένη

