# Λυσιστράτη

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/17814/index.md

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ποιος σκόρος; άφησέ τ’ αυτά° [τράβα και γύρνα πίσω!]

ΓΥΝΗ Β΄ Στις δυό θεές ορκίζομαι, αμέσως θα γυρίσω° θα πεταχτώ τρεχάτη, να το ξαπλώσω μιά στιγμή απάνω στο κρεββάτι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Δεν φεύγεις, ούτε το μαλλί θ’ απλώσης τώρα° ας’ το!

ΓΥΝΗ Β΄ Μα θα το χάσω το μαλλί!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε, δεν πειράζει° χάσ’ το!

ΓΥΝΗ Γ΄ (εισερχομένη) Η δύστυχη! η δύστυχη! και τώρα τι να κάνω, που το λινάρι τ’ άφησα με δίχως να το ξάνω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Να κι ‘ άλλη, που μας κόπιασε το δρόμο της να πάρη, γιατί άφησεν ακτύπητο στο σπίτι το λινάρι! Πήγαινε μέσα γρήγορα!

ΓΥΝΗ Γ΄ Μα θα γυρίσω πίσω, μα την Εκάτη, στη στιγμή, αρκεί να το κτυπήσω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ας λείψουν τα κτυπήματα° γιατ’ έτσι αν αρχίση, κι άλλη θα μας κουβαληθή το ίδιο να ζητήση.

(Εισέρχεται η Γυνή Δ΄ έχουσα εξωγκωμένην την γαστέρα)

ΓΥΝΗ Δ΄ Ω συ, θεά Ειλείθυια![51] κράτει [με κάθε τρόπο,] για να προφθάσ’ η γέννα μου να γίνη σ’ άλλον τόπο, χωρίς την ιερότητα που έχει τούτος να ’χει.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Τι ψέλνεις συ μονάχη;

ΓΥΝΗ Δ΄ Κύττα! στην ώρα βρίσκομαι της γέννας η καϋμένη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε, μα καλά° συ όμως χθές δεν ήσουν ’γγαστρωμένη.

ΓΥΝΗ Δ΄ Τι τάχα; είμαι σήμερα. Στείλε με στη στιγμή να πεταχθώ στο σπίτι μου να φέρω τη μαμή.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μα για ποιο λόγο;τούτο δω μου φαίνεται πολύ σκληρό.

ΓΥΝΗ Δ΄ Α, είν’ αρσενικό μωρό.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μα τη θεά! εδώ παιδί δεν φαίνεται για νά ’χη° για τεντζερέδι φαίνεται° στάσου, θα ιδώ μονάχη, (Ερευνά υπό τον χειτώνα της Γυναικός Δ΄ και εξάγει χαλκήν περικεφαλαίαν). Το κράνος έχωσες εδώ, ανόητη! της Αθηνάς, και λες ότι κοιλοπονάς;

ΓΥΝΗ Δ΄ Μα το θεό, κοιλοπονώ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Καλά, κ’ εδώ στη ζώνη το κράνος γιατί τό ’βαλες;

ΓΥΝΗ Δ΄ Γιατί αν μού ’ρθουν πόνοι απάνω στην Ακρόπολι, να κάτσω χέρι-χέρι να κάνω μέσα το παιδί καθώς το περιστέρι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Τι λες! ωραία πρόφασι! μια είνε φανερό! Γιατί εδώ δεν κάθεσαι να κάνης το μωρό, και στη δεκάτη μέρα του απάνω ίσα-ίσα, μέσα στο κράνος του παιδιού να κάνης τα βαφτίσα;[52]

ΓΥΝΗ Δ΄ Α, όχι° στην Ακρόπολι εγώ δεν θέλω νά ’μαι και [μόνη] να κοιμάμαι° με πήγε ριπιτίδι την ώρα που αντίκρυσα της Αθηνάς το φίδι.[53]

ΓΥΝΗ Ε΄ (εισερχομένη) Ωχ, ωχ! η κακορρίζικη! απ’ την αγρύπνια θα χαθώ° ούτε στιγμή να κοιμηθώ οι κουκουβάγιες μ’ άφησαν!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Παύτε τα παραμύθια, δαιμονισμένες! θέλετε τους άνδρες σας στ’ αλήθεια° θαρρείτε πως δεν θέλουμε να είμεθα μαζύ τους; δεν ξέρουμε το τι τραβούν τις νύχτες μοναχοί τους; Μα λίγο κρατηθήτε και στενοχωρηθήτε, γιατί το είπε κι ο χρησμός: η νίκ’ είνε δική μας αν γκρίνιες δεν ανοίξουμε και στάσι μεταξύ μας. Αυτός λοιπόν είν’ ο χρησμός...

ΓΥΝΗ Β΄ Για πες να τον ακούσουμε.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ακούστε και σκασμός! -«Όταν οι χελιδόνες[54] θα μαζευθούν σε μιά μεριά και θα καθήσουν μόνες από τους τσαλαπετεινούς55 μακράν κι από αρσενικά, θα αταματήσουν τα κακά. Κι ο Ζευς όπου βροντά ψηλά [με το τρανό του χέρι,] τα πράματα θα φέρη, που τ’ από πάνω θα βρεθή στο κάτω πλακωμένο».

ΓΥΝΗ Α΄ Θα πέφτουμ’ από πάνω τους εμείς;--[καταλαβαίνω.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ «Οι χελιδόνες δε αυτές αν τσακωθούν καμμιά φορά κι από τον ιερό ναό φύγουν και κάνουνε φτερά, όρνιο ποτέ δεν θα φανή [στον κόσμο γεννημένο] πειό πουτανιάρικο απ’ αυτές και πειό ξεκωλιασμένο!......»

ΓΥΝΗ Α΄ Α, μα τον Δία! ο χρησμός τα λέει παστρικά.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Θεοί! ας μη δειλιάσουμε από τούτα τα κακά. Περάστε μέσα, φίλες μου, [τα χέρια μας να σφίξουμε] και προδοσία στο χρησμό θα ’ναι κακό να δείξουμε.

(Εισέρχινται όλαι εντός των πυλών και τας κλείουν).

ΣΚΗΝΗ Β΄[56]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (ΓΡΑΙΩΝ)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Άκουσ’ ένα παραμύθι από το δικό μου στόμα, που ’χα μιά φοράν ακούση, πού ’μουνα παιδί ακόμα. Λοιπόν ήταν ένας νέος, Μελανίων[57] τ’ όνομά του, μια φορά, όπου το γάμο δεν τον ήθελ’ η καρδιά του, και την ερημιά επήρε και τα όρη εκατοικούσε° είχε και σκυλλί και δίχτυ και λαγούς εκυνηγούσε. Λοιπόν έτσι, τις γυναίκες είχε τόσο σιχαθή, που σε πόλι και σε σπίτι δεν μπορούσε να σταθή,-- μα κοντεύω κι από κείνον πειό πολύ να σε μισήσω° μολαταύτα σαν να θέλω, βρε γρηά, να σε φιλήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Αλλ΄ανάγκη πειά δεν θα ’χης από κρομμυδιού κομμάτια να σου κλάψουνε τα μάτια.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Και το πόδι θα σηκώσω με κλωτσιές να σε φορτώσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Βλέπω που ’χεις κρεμασμένη γενειάδα φυτρωμένη.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Μα κι αυτός ο Μυρωνίδης[58] τους εχθρούς εφόβιζ’ όλους με τους μαύρους του τους κώλους και με την τραχειά του όψι,--όπως κάνει κι ο Φορμίων.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Αφού είπες συ εκείνο, που ’καμεν ο Μελανίων, έχω και εγώ σκοπό ένα μύθο να σου ειπώ; Κάποιος Τίμων[59] είχε ζήση, με μορφή σκουντουφλιασμένη, λες και ήτανε μ’ αγκάθια γύρω-γύρω της φραγμένη, όπως βράχος Ερινύων. Ε, λοιπόν, αυτός ο Τίμων έφυγεν από το πλήθος των κακών και των ατίμων. Τους αχρείους, όπως είσθε, είχε σιχαθή κι αυτός,-- κι όμως ήταν στις γυναίκες τρυφερός κι αγαπητός.-- Τη μασσέλα θα σου σπάσω!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Καλέ σώπα! μην το κάνης,--κι απ’ το φόβο θα τα χάσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Να, τα σκέλια θα σηκώσω και θα σε κλωτσήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Κτύπα! να σου ιδούμε και την τρύπα.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Τώρα στα γεράματά μου δεν θα ιδής αυτήν τη χάρι, γιατί τό ’χω μαδημένο σαν να τό ’καψε λυχνάρι.

ΣΚΗΝΗ Γ΄

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, ΓΥΝΗ Α΄και ΜΥΡΡΙΝΗ

(επί του τείχους)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε, ε! γυναίκες! γρήγορα ελάτ’ εδώ!

ΓΥΝΗ Α΄ Τι τρέχει; ποιος είν’ αυτός ο θόρυβος, και ποιάν αιτίαν έχει;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Να! βλέπω άνδρα που τραβά εδώ στο τείχος ίσα° τον έχει πιάση, φαίνεται, για τις γυναίκες λύσσα.

ΜΥΡΡΙΝΗ Συ, των Κυθήρων η θεά, [η αφρογεννημένη,] που ’σαι στην Πάφο [λατρευτή], στην Κύπρο [δοξασμένη], σ’ αυτόν τον δρόμο που άνοιξες, δύναμι τώρα δίνε να πάρη τον ανήφορο.

ΓΥΝΗ Α΄ Ποιος έρχεται; πού είνε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Εκεί στης Χλόης[60] το ιερό επρόβαλε τρεχάτος,

ΜΥΡΡΙΝΗ Ω, μα το Δία! να τος!

ΓΥΝΗ Α΄ Ποιος να ’νε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Τον γνωρίζετε καμμιά από σας; για ιδήτε.

ΜΥΡΡΙΝΗ Τον ξέρω° για αταθήτε° αυτός είνε ο άνδρας μου, ο Κινησίας.[61]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Έλα, ψήσε τον, στριφογύριστ’ τον, δείξε πως έχεις τρέλλα γι’ αυτόν, πως δεν τον αγαπάς κατόπιν, κι ό,τι άλλο, όξ’ απ’ αυτό που δώσαμε τον όρκο τον μεγάλο.

ΜΥΡΡΙΝΗ Α! μη σε μέλη κ’ έννοια σου° κουνούπι θα του γίνω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κ’ εγώ μαζύ θα μείνω να του σηκώσω τα μυαλά και να τον ξεροψήσω. (Προς τας λοιπάς) Πηγαίνετε πειό πίσω.

(Άπασαι αι επί του τείχους γυναίκες και η Μυρρίνη κρύπτονται).

ΣΚΗΝΗ Δ΄

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ - ΚΙΝΗΣΙΑΣ

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (ερχόμενος κάτωθεν του τείχους): Πω, πω, πω! ο κακομοίρης! τι σπασμός που μ’ έχει πιάση, λες και στον τροχό με δέσαν.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε! τις ει! που ’χεις περάση μεσ’ στους φύλακας;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Εγώ, είμαι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Άνδρας είσαι;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Άνδρας, πώς;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Δεν θα φύγεις;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Τ’ είσαι τάχα συ που μου το λες;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Σκοπός

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Φώναξέ μου τη Μυρρίνη να βγή έξω, στο θεό σου!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Άκου! θέλει τη Μυρρίνη να φωνάξω! σε καλό σου! Και του λόγου σου ποιος είσαι, [όπου προσταγές μας δίδεις;]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Είμ’ ο άνδρας ο δικός της, - Κινησίας Πεονίδης.[62]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Συ ’σαι, φίλτατέ μου; Γειά σου! κάθε μιά μας τ’ όνομά σου, όχι και με δίχως δόξα εδώ πέρα το γνωρίζει° η γυναίκα σου στο στόμα το ’χει και το πιπιλίζει, κ’ είτ’ αυγό καρτεί στο χέρι είτε μήλο, το φυλάει πάντοτε να το προσφέρη στον καλό της Κινησία, [που τον άφησε στο σπίτι.]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Αχ! για το θεό! [χρυσό μου!]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ω, ναι, μα την Αφροδίτη! Κι αν συμβή καμμιά κουβέντα για τους άνδρες μας να γίνη, πάντοτε μας λέει εκείνη: «[όλ’ αυτά που λέτ’ αλήθεια], μα μπροστά στον Κινησία είνε όλοι κολοκύθια!».

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Τρέχα, τρέχα φώναξέ τη!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κάτι τι δεν θα θελήσης και σ’ εμένα να χαρίσης;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (χειρονομών καταλλήλως)63 Άκου λέει! Μα τον Δία, να το θέλης μόνο φθάνει° τούτο μού ’τυχε να έχω, - σου το δίνω [αν σου κάνει].

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Στάσου λίγο° κατεβαίνω να σου την φωνάξω τώρα.

(Εισέρχεται)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Τρέχα γρήγορα και φερ’ τη° γιατί αχ! από την ώρα που μου έφυγε απ’ το σπίτι [κι από μένα μένει χώρια], στη ζωή δεν βρίσκω χάρι... μπαίνω μέσα, στενοχώρια... όλα έχουνε ρημάξη... άνοστο και το φαΐ μου... κι απ’ την καύλα έχω λυσσάξη!

(Εξέρχεται η Μυρρίνη εις το τείχος)

ΣΚΗΝΗ Ε΄

ΜΥΡΡΙΝΗ - ΚΙΝΗΣΙΑΣ

ΜΥΡΡΙΝΗ (ωσεί μονολογούσα) Τον αγαπώ, τον αγαπώ, κι όμως αυτός δεν θέλει καθόλου την αγάπη μου° λοιπόν σαν δεν τον μέλη, τι μ’ έφερες εδώ γι’ αυτόν;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Γλυκό μου Μυρρηνάκι! Γιατί μου κλείσθηκες αυτού; [έλα μ’ εμέ λιγάκι].

ΜΥΡΡΙΝΗ Κάτω εγώ;! μα τον θεό, ούτε στο νου το βάζω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μυρρίνη! πώς; δεν έρχεσαι σ’ εμέ, που σε φωνάζω;

ΜΥΡΡΙΝΗ Ανάγκες από μένα συ δεν έχεις πειά πολλές.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Δεν έχω ανάγκη εγώ για σε; [Μα τ’ είν’ αυτά που λες;] Εγώ εκαταστράφηκα χωρίς εσέ.

ΜΥΡΡΙΝΗ Θα φύγω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Στάσου ακόμα λίγο. (Σπεύδει εις τα παρασκήνια και οδηγεί υπηρέτην φέροντα παιδίον.) Άκουσε το παιδάκι μας. (Προς το παιδίον) Τι στέκεσαι, βρε βλάκα; φώναξε τη μαμάκα σου.

ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ Μαμάκα μου! μαμάκα![64]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Βρε συ! μα ούτε το παιδί λυπάσαι, σαν μητέρα, που ’ν’ άπλυτο και αβύζαχτο για έκτη τώρα μέρα;

ΜΥΡΡΙΝΗ Εγώ λυπάμαι το παιδί° μα ’κείνος όπου μένει σκληρός, είν’ ο πατέρας του.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μωρή δαιμονισμένη! κατέβα χάριν του παιδιού!

ΜΥΡΡΙΝΗ Η μάννα δεν ξεχνάει το σπλάχνο της° ας κατεβώ° τι τάχα θα μου κάνη;

(Εισέρχεται)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μωρέ, αυτή μου φαίνεται πειό νηά ότι τη βρήκα, και τώρα έχει πειό πολλή μεσ’ στη ματιά της γλύκα° κι όσο μου κάνει αντίστασι, κι όσο μου κάνει νάζι, τόσο του πόθου τις φωτιές μεσ’ στην καρδιά μου βάζει.

ΜΥΡΡΙΝΗ (εξέρχεται εκ του παρασκηνίου και σπεύδει προς το παιδίον) Γλυκό παιδί, ενός μπαμπά με διεστραμμένη φύσι! έλα στη μητερίτσα σου να σε γλυκοφιλήση.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (συλλαμβάνων αυτήν) Παληογυναίκα συ! γιατί σε πείσανε οι άλλες, και φασαρίες άνοιξες στον άνδρα σου μεγάλες, που έτσι βλάπτεσαι και συ, κ’ εκείνος υποφέρει;

ΜΥΡΡΙΝΗ Παρακαλώ! μη ακουμπάς επάνω μου το χέρι!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Κι άφησες τόσα πράγματα έρμα στο σπίτι χάμου δικά σου και δικά μου;

ΜΥΡΡΙΝΗ Μπά, δε με μέλει τέσσερα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Βρε μίλα λογικά° και τα κοκκόρια που τρυπούν τα [δόλια] πανικά;

ΜΥΡΡΙΝΗ Ας τα τρυπούν.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Τόσον καιρό που λείπεις απ’ το σπίτι, θυσία πειά δεν έκαμες καμμιά στην Αφροδίτη. Λοιπόν δεν θα ρθης σπίτι σου;

ΜΥΡΡΙΝΗ Α, τούτο δεν θα γίνη, εάν δεν παύση ο πόλεμος κι αν δεν κλεισθή ειρήνη.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Ησύχασε παρακαλώ° κι αυτό θα γίνη γρήγορα, αν μας φανή καλό.

ΜΥΡΡΙΝΗ Ε, όταν σας φανή καλό, θα ρθω κι εγώ καντά σου° μα όρκο τώρα έκανα [και κάτω τα ξερά σου!]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Καλά° μα έλα μιά στιγμή να πέσουμ’ εδώ πάνω.

ΜΥΡΡΙΝΗ Δεν λέγω πως δεν σ’ αγαπώ,--μα όχι δεν το κάνω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Αχ, μ’ αγαπάς; λοιπόν γιατί δεν πέφτεις, Μυρρινάκι, μαζύ μ’ εμέ λιγάκι;

ΜΥΡΡΙΝΗ Γελοίε! τέτοια πράγματα, και στο παιδί μπροστά;!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μα το θεό! πολύ σωστά! (Προς τον υπηρέτην) - Μωρέ Μανή![65] παρ’ το παιδί και πήγαινε στη χώρα (Ο υπηρέτης απέρχεται) - Να, έφυγε και το παιδί, ε, δεν θα πέσης τώρα;

ΜΥΡΡΙΝΗ Δύστυχε! πού θα κάνουμε λοιπόν τέτοια δουλειά;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Θα ’νε καλά μες στου Πανός να πάμε τη σπηλιά.

ΜΥΡΡΙΝΗ Και απ΄αυτό τ’ αμάρτημα ποιος θα με καθαρίση;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Και στης Κλεψύδρας[66] μια στιγμή δεν πλύνεσαι τη βρύση;

ΜΥΡΡΙΝΗ Βρε δυστυχή! ωρκίσθηκα και θα γενής αιτία να γίνω και επίορκος.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Σ’ εμέ κ’ η αμαρτία.

ΜΥΡΡΙΝΗ Στάσου τουλάχιστον να βρω κανένα κρεββατάκι.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μπα! δεν βαρυέσαι; πέφτουμε και χάμου για λιγάκι.

ΜΥΡΡΙΝΗ Τι λες; Μα τον Απόλλωνα, σαν το δικό σου σώμα ποτέ δεν θα παραδεχθώ να κυλισθή στο χώμα.

(Απέρχεται)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Τούτ’ η γυναίκα η καψερή μου έχει αγάπη φοβερή.

ΜΥΡΡΙΝΗ (κατερχομένη με δυο δίποδα ηνωμένα δια πανίου) Να, πέσε και ξαπλώσου, και τώρα θα γδυθώ κ’ εγώ [και θά ρθω στο πλευρό σου]. (Προσποιείται ότι εκδύεται και αίφνης ανακόπτεται) Μπα! είδες που εξέχασα να φέρω τα ψαθί;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Αφ’ το κι ας λείψη το ψαθί° ας πάη να χαθή!

ΜΥΡΡΙΝΗ Α, όχι μα την Άρτεμι° αυτό δεν θα το κάνω μεσ’ στο πανί απάνω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Έλα να σε φιλήσω! (Η ΜΥΡΡΙΝΗ πλησιάζει και την φιλεί) Μπω, μπω! τρομάρες!..... γρήγορα να μου γυρίσης πίσω!

Η ΜΥΡΡΙΝΗ απέρχεται και επανέρχεται αμέσως κομίζουσα ψάθαν Να ψάθα° πέσε, να γδυθώ. (Προσποιείται ότι εκδύεται και ανακόπτεται) Ω η οργή να πάρη! δεν έχεις μαξιλάρι!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Δεν έχω ανάγκη απ’ αυτό.

ΜΥΡΡΙΝΗ Α! έχω και πολλή. (Φεύγει)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Αχ! τούτη η ψωλή τον Ηρακλή,[67] ως φαίνεται, θα έχη μουσαφίρη, [που τελευταίος έφθανε στο κάθε πανηγύρι.]

ΜΥΡΡΙΝΗ επανέρχεται φέρουσα προσκεφάλαιον Σήκω απάνω! πήδησε! (Τοποθετεί το προσκεφάλαιον) Έ, όλα τα ’χεις τώρα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Όλα, χρυσό μου! έλα πειά, [μη χάνουμε την ώρα.]

ΜΥΡΡΙΝΗ Να ξεκουμπώσω μια στιγμή την πόρπη° μη ξεχάσης και για τη συμφιλίωσι, που είπες, με γελάσης.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Αν το ξεχάσω, να χαθώ!

ΜΥΡΡΙΝΗ Κουβέρτα που δεν έχεις;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Ουφ! τώρα πού να τρέχης [και πάλι σούρτα φέρτα να πας να βρης κουβέρτα;] Κουβέρτες δεν χρειάζομαι,-- μα θέλω να γαμήσω.

ΜΥΡΡΙΝΗ Κι αυτό θα γίνη° μια στιγμή και πάλι θα γυρίσω.

(Φεύγει)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μωρέ αυτό το θηλυκό μου φτιάνει με τα στρώματα περσσότερο κακό!

ΜΥΡΡΙΝΗ (φέρουσα σκέπασμα) Ε, σήκω τώρα μια στιγμή [ν’ αναπαυθής καλύτερα]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ68 Δεν βλέπεις που σηκώθηκε ετούτο μου προτήτερα!

ΜΥΡΡΙΝΗ Θέλεις και λίγες μυρουδιές [να σού ρθουνε στη μύτη;]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Όχι, μα τον Απόλλωνα!

ΜΥΡΡΙΝΗ Α, μα την Αφροδίτη, [θα μου μοσχομυρίσης] θελήσης, δεν θελήσης.

(Εξάγει φιαλίδιον)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Αφέντη Δία! δώσε μιά και χύσε το ευθύς!

ΜΥΡΡΙΝΗ Άπλωσ’ το χέρι σου λοιπόν και πάρε ν’ αλειφθής.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (αλειφόμενος δια του μύρου) Μα τον Απόλλωνα! κι αυτό όταν μας τρώει τον καιρό, είν’ άνοστο και περιττό, κι όταν δεν έρχεται μαζύ [με τη δική του ευωδιά,] του γαμησιού η μυρουδιά!

ΜΥΡΡΙΝΗ Πω, πω! η κακομοίρα! τι έπαθα! σου έφερα, καλέ της Ρόδου μύρα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Είνε κι’ αυτό καλό πολύ° άφησε τ’ άλλα, βρε τρελλή.

ΜΥΡΡΙΝΗ Για πες μου! αστειεύεσαι;

(Φεύγει ταχέως)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Κακή και μαύρη μοίρα, σ’ αυτόν που του κατέβηκε να πρωτοφτιάση μύρα!

ΜΥΡΡΙΝΗ (επανερχομένη με φιαλίδιον) Πάρε το μπουκαλάκι αυτό.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μα έχω μια μπουκάλα![69] έλα μου δω να ξαπλωθής και μη μου φέρνης άλλα.

ΜΥΡΡΙΝΗ Βέβαια, μα την Άτεμι° αυτό κ’ εγώ θα κάνω° να, τα παπούτσια βγάνω. Αλλ’ όμως, φιλαράκο μου, το είπες και θα γίνη° θα δώσης ψήφο γρήγορα και συ για την ειρήνη.

(Φεύγει ταχέως)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (πίπτων επί της κλίνης) Καλά αυτό θα το σκεφθώ. (Βλέπων την Μυρρίνην φεύγουσαν) Τρανή μου συμφορά! πάει η γυναίκα! κι όλ’ αυτά μου τ’ άφησε ξερά! Πω, πω κακό που το ’παθα! ποιάν θα γαμήσω τώρα, που η πειό καλή μ’ εγέλασε απ’ όσες έχ’ η χώρα; Μια παραμάννα πώς θα βρω τώρα γι’ αυτή,70[και πού;...] Πού είσαι, μωρή σκυλλαλεπού!.....[71] στείλ’ της τουλάχιστον κοντά μιά παραμάνα και νταντά!......

(Εισέρχονται εκατέρωθεν οι Χοροί)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Σε βασανίζει, δυδτυχή! κακό μεγάλο στην ψυχή, όπου κ’ εμέ ταράττει, για τούτη την απάτη. Ποια νεφρά μπορούν ν’ ανθέξουν, [στο σκληρό αυτό παιγνίδι;] και ποια μέση [θα κρατήση], ποια ψυχή και ποιο αρχίδι; ποιο θ’ ανθέξει κωλονούρι, που με δύναμι τεντώνει, το πρωί να μη πλακώνη;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (επί της κλίνης) Ζευ πατέρα! δεν αντέχω! τι τινάγματα που έχω!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Να, τι σου ’φτιασεν ακόμα η αχρεία και η βρώμα!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ναι, μα είνε φιλαινάδα όλο χάρι κι όλο γλύκα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (εγειρόμενος της κλίνης) Βρε ποια γλύκα! σιχαμένη και σαχλή πάντα τη βρήκα!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ω Ζευ! ανεμοστρόβιλο γερό κ’ ένα τυφώνα στείλε καυτερό, κι ανέβασ’ τες με δύναμι τρανή ψηλά, σαν του αχύρου το κλωνί, και στριφογύρισέ τες με οργή, και δωσ’ τους μιά να πέσουνε στη γη, και να ’ρθουν με δύναμη πολλή να καρφωθούν επάνω στην ψωλή!

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ Ε΄

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ - ΚΗΡΥΞ - ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ

ΚΗΡΥΞ Σε ποια μεριά των Αθηνών θα βρω τη γερουσία και πού τα πρυτανεία; Θέλω ένα νέο να τους πω.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Και συ τι είσαι τάχα; άνθρωπος ή δαιμόνιο της σκόνης είσαι;

ΚΗΡΥΞ Χάχα! Που ’χεις λαχάνου κεφαλή, - κήρυκας έχω γίνη, κι από τη Σπάρτη έφθασα εδώ για την ειρήνη.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ [Καλό και τούτο πάλι,] μα βλέπω δόρυ να κρατής κατ’ από τη μασχάλη.[72]

ΚΗΡΥΞ Μα το θεό, καθόλου... μπα!.....

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Κι απ’ τη μεριά την άλλη γιατί γυρίζεις πάλι; Και κάτ’ απ’ τη χλαμύδα σου τ’ είν’ κείνο που φουσκώνε; από το δρόμο τον πολύ μην έβγαλες βουβώνι;

ΚΗΡΥΞ Συ θα ’σαι, μα τον Κάστορα, γεροξεκουτιασμένος.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Βρε σιχαμένε άνθρωπε! φτου! είσαι καυλωμένος!

ΚΗΡΥΞ Όχι μα το θεό! αυτό μήτε να πης για χωρατό.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Τότε λοιπόν, τι είν’ αυτό, που βλέπω σαν το στύλο;

ΚΗΡΥΞ [Ποιό; τούτο; είνε ξύλο]-- σκυτάλη σπαρτιατική.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ (χειρονομών καταλλήλως) Όσο σκυτάλη είν’ αυτό, τόσο και τούτη που ’ν’ εκεί! Μα πες μου την αλήθεια συ, ωσάν γνωστή μου να ’νε: Εκεί στη Λακεδαίμονα τα πράγματα πώς πάνε;

ΚΗΡΥΞ Όλα ορθά στην πόλι κ’ οι σύμμαχοί μας όλοι καυλώσανε κ’ εκείνοι° γυρεύουν την Πελλήνη![73]

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Πώς έτυχε η συμφορά να πέση σ’ όλους γενικώς; Μην τύχη κ’ είνε πανικός;

ΚΗΡΥΞ Καθόλου, πα! δεν είν’ αυτό° Νομίζω πως η Λαμπιτώ άρχισε πρώτη, κ’ ύστερα όλες το ίδιο πράξανε, και όλες απ’ τα σκέλια τους τους άνδρας επετάξανε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Και πώς περνάτε σεις λοιπόν;

ΚΗΡΥΞ Ωχ! υποφέρουμ’ όλοι. Μερόνυχτα στην πόλι γυρίζουμε σκυφτοί-σκυφτοί, λες και φανάρι ο καθείς στα χέρια του κρατεί. Γιατ’ οι γυναίκες [θύμωσαν, και νάζα κάνουν χίλια°] δεν θέλουν και ν’ αγγίξουμε της τρύπας τους τα χείληα, αν στην Ελλάδα όλοι μας και με την ίδια γνώμη, ειρήνη και φιλίωσι δεν κάμωμεν ακόμη.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Τώρα καταλαβαίνω, πως οι γυναίκες το ’χουνε παντού συμφωνημένο. Τρέξε λοιπόν, [μη κάθεσαι° και η δουλειά η πρώτη σου] στον κάθε πατριώτη σου πρέσβεις να πης να στείλη για την ειρήνη γρήγορα, [να γίνουμ’ όλοι φίλοι.] Κ’ εγώ θα πω στους Βουλευτάς αν φύγουν πρέσβεις άλλοι, και θα τους πείσω, δείχνοντας της πούτσας μου το χάλι!

ΚΗΡΥΞ Ωραίο σχέδιο κι αυτό! φτερούγες κάνω και πετώ1

(Απέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Να ’νε χειρότερο θεριό απ’ τη γυναίκα, δεν μπορεί° ούτε τη φθάν’ η πάρδαλις, ούτ’ η φωτιά η φοβερή!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Αφού μας ξέρεις συ εμάς γιατί μαζύ μας πολεμάς, που θα ’σουν πάντα φίλος μου καλός κι αγαπημένος;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Α δεν θα παύσω να μισώ των γυναικών το γένος.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Να κάμης όπως αγαπάς° μα εγώ δεν θα θελήσω να σε παραμελήσω° γιατί αν αποφάσισες στους δρόμους να φανής, --που ’σαι για να γελάη κανείς,-- θα ρθω να ρίξω απάνω σου το ρούχο το δικό μου.

(Ρίπτουν επί των γερόντων τα μικρά επανωφόριά των)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Δεν είν’ κακό° είχα γδυθή απ’ τον πολύ θυμό μου.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Και πρώτον έτσι φαίνεσαι σαν άνδρας στην εντέλεια° δεύτερον, σαν εντύθηκες, δεν είσαι πειά για γέλια, και αν ίσως συ δεν μ’ έκανες να σκάσω από γινάτι, ένα κουνούπι θα ’βγαζα που σου ’χει μπει στο μάτι.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Για τούτο τώρα μ’ έτριβε το μάτι τόσην ώρα. Πάρε το δακτυλίδι μου και σκάλισέ το τώρα και το κουνούπι βγάλε μου [εις την οργή να πάη], γιατί έχει ώρα κάμποση που με κατατσιμπάει.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ε, θα το κατορθώσω, μ’ όλο που είσαι άνθρωπος διεστραμένος τόσο. (Η κορυφαία του Χορού των Γυναικών λαμβάνει το δακτύλιον του Κορυφαίου του Χορού των Γερόντων και καθαρίζει δια του δακτυλου-λίθου τον οφθαλμόν αυτού) Ω Ζευ! κουνούπι τρομερό σου ’χει χωθή στο μάτι° δεν είν’ απ’ την Τρικόρυθο;[74]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ησύχασα κομμάτι. Πηγάδι μέσα μ’ άνοιγε--καλό που μου ’χεις κάμη!-- και τώρα ιδέ τα δάκρυα που τρέχουν σαν ποτάμι.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Εγώ θα το σκουπίσω και, μ’ όλο που ’σαι και κακός, θα ρθω να σε φιλήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Όχι να με φιλήσης!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Μωρέ θα σε φιλήσω εγώ, θελήσης, δεν θελήσης!

(Αι Γυναίκες ορμούν και φιλούν τους Γέροντας δια της βίας)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ε, να σας πάρη η ευκή! για να χαϊδεύετε καλά, το ’χετε τέχνη φυσική! και δεν ειπώθηκε κακά αυτό που ακούμε τακτικά: «ούτε να ζη κανείς μπορεί με την πανούκλ’ αυτή μαζύ, ούτε χωρίς αυτή να ζη»!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Μα τώρα πειά που κάναμε συνθήκη και ειρήνη, από τον ένα μας κακό στον άλλο δεν θα γίνη. Και τώρα ας αρχίσουμε μαζύ να τραγουδίσουμε. (Αντιστροφή) Κακό δεν είχα εγώ σκοπό για τους πολίτας μας να ειπώ° το εναντίο μάλιστα [και κάτι παραπάνω] μόνο καλό εγώ θα ειπώ κι όλο καλό θα κάνω, γιατί αρκετά είνε τα κακά κι όλα τ’ αποτελέσματα που φέρνουν τακτικά. Και αν θελήση χρήματα κανείς καμμιά φορά, γυναίκα ή άνδρας, μια-δυό μναίς, ας το δηλώση καθαρά, γιατί έχουμε περσσότερα στις τσέπες° κι όταν γίνη με το καλό ειρήνη, εκείνος, όπου σήμερα εγώ θα του δανείσω, ας μη το δώση πίσω. Έχουμ’ από την Κάρυστο κάτι ανθρώπους ξένους πολύ καλούς και παστρικούς[75] στο σπίτι μας φερμένους, τραπέζι σαν τους κάνουμε° έχ’ όσπρια φτιασμένα και γουρουνάκι[76] ένα, και κρεατάκι απαλό θα φάνε, και πολύ καλό. Λοιπόν να ρθήτε σπίτι μου, [τραπέζι σας προσμένει]° μα πρέπει να ’ρθετε πρωί και να ’σθε και λουσμένοι και σεις, και τα παιδάκια σας να ’νε καλολουσμένα° μα δίχως και κανένα στην πόρτα να ρωτήσης, σαν να ’σαι μαεσ’ στο σπίτι σου, γραμμή να προχωρήσης, [κι αν το τραπέζι δεν το βρής, όπως θαρρείς, στρωμένο,] θα βρής το μύλο σφαλιστό και το νερό κομμένο![77]

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α΄

{Η σκηνή η αυτή ως εις την Β΄και Γ΄πράξιν}.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ, ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ και μετ’ ολίγον Α΄ ΑΘΗΝΑΙΟΣ και ΧΟΡΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Πρέσβεις έρχονται απ’ τη Σπάρτη, που μεγάλα γένεια σέρνουν, και μπροστά παλούκια φέρνουν στα μεριά τους τεντωμένα, σαν αυτά όπου κρατούνε τα γουρούνια μας δεμένα. (Εισέρχεται αριστερόθεν χορός Λακεδαιμονίων) - Άνδρες Λακεδαιμόνιοι! πρώτα σας χαιρετούμε, και δεύτερα, τι πάθατε που έρχεσθε; ρωτούμε.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Τι χρεία να το μάθετε με λόγια μας πολλά; Τι μας συμβαίνει κ’ ήρθαμε, το βλέπετε καλά.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Πάθατε μιά συφορά νευρωμένη τρομερά, κι από του Ερμή εκείνη πειό τρανή σας έχει γίνη.[78]

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Δεν λέγονται, μην τα ρωτάς. Τι κι αν τα λέμε; δεν κυττάς; Κάντε γρήγορα ειρήνη, κι όπως θέλετε να γίνη.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Δεν κυττάς και τους δικούς μας [με τα χάλια τα δικά τους,] όπου τα φορέματά τους σαν τους παλαιστάς σηκώνουν από πάνω απ’ την κοιλιά; είνε φαίνετ’ η αρρώστια της γυμναστικής δουλειά!

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ (εισερχόμενος)[79] Ποιος θα μου πη πού βρίσκεται εκείν’ η Λυσιστράτη; Είμαστε άνδρες πειά εμείς, [ή σάτυροι βαρβάτοι;]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Κι αρρώστια τούτη πάλι είνε όμοια με την άλλη° το πρωί, που ξημερώνει, σας τινάζει; σας τεντώνει;

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Μα το Δία! μας συμβαίνει, κ’ είμαστε κατεστραμμένοι. Κι αν κανείς δεν κατορθώση για να μας συμφιλιώση, πες μου, ποιος δεν θα τολμήση τον Κλεισθένη[80] να γαμήση;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Φρόνιμοι αν είσθε άνδρες, πιάστε τα φορέματά σας, [ρίχτε τα καλά μπροστά σας], μήπως σας ιδή κανένας [Αθηναίος κουνενές] από κείνους, όπου κόβουν των Ερμών[81] τις μπροστινές!

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ (διευθετών τα ιμάτιά του) Ω, μα τον Δία, βέβαια° μιλείς με τα σωστά σου.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ (ωσαύτως) Μα τους θεούς, σωστά° κ’ εγώ τα κατεβάζω, - στάσου° [καλά και που το μάθαμε.]

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Χαίρετε, άνδρες Λάκωνες! πολύ κακά την πάθαμε!

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ (ο Κορυφαίος προς ένα εκ των λοιπών) Τι συφορά, πολύχαρε, και αν μας είδαν έτσι καταγδαρμένο να ’χουμε [αυτό το σκυλοπέτσι.]

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Λοιπόν ελάτε, Λάκωνες, να μας ειπήτε τώρα γιατ’ ήλθατε στη χώρα;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Πρέσβεις για την ειρήνη.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Λαμπρά° καθ’ ένας κι από μας πολύ σωστά την κρίνει. Γιατί να μη φωνάξουμε λοιπόν τη Λυσιστράτη, οπού αυτή στο ζήτημα μπορεί να κάνη κάτι;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ Μα τους θεούς, καλέστε τη.

Α΄ΑΘΗΝΑΙΟΣ Δεν φαίνεται για να ’χη ανάγκη από προσκάλεσμα° να που ’ρχεται μονάχη.

(Η ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ κατέρχεται εκ της Ακροπόλεως εις την σκηνήν)

ΣΚΗΝΗ Β΄

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Απ’ τις γυναίκες [τούτου του καιρού,] γειά σου, εσύ, η πειό παλληκαρού! γίνου σεμνή, αχρεία, τρομερή, παμπόνηρη, καλή και τρυφερή, γιατί, κ’ οι πρώτοι Έλληνες μπροστά σου έγειναν δούλοι απ’ τα θέλγητρά σου, και έρχονται σε σένα με χαρά τους να λύσης κάθε μιά διαφορά τους.

